Οι ταινίες της Κυριακής: «Η Αριστερόχειρη Γυναίκα» του Πέτερ Χάντκε (1978)

ΑΠΟΨΗ 20 OCT  /  Τάσος Χατζηευφραιμίδης

Κάθε Κυριακή, το Flix επιλέγει μια σπάνια, ξεχασμένη, παραγνωρισμένη, έτοιμη να ανακαλυφθεί ξανά ταινία ως το ιδανικό sunday movie. Σήμερα το σκηνοθετικό ντεμπούτο του βραβευμένου πλέον με Νόμπελ Λογοτεχνίας, Πέτερ Χάντκε.

Η βράβευση του Πέτερ Χάντκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το έτος 2019 είχε έκδηλο κινηματογραφικό ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί ο Αυστριακός συγγραφέας συνεργάστηκε με τον Βιμ Βέντερς στο σενάριο για μερικές από τις σπουδαιότερες ταινίες του («Τα Φτερά του Ερωτα», «Η Αγωνία του Τερματοφύλακα Πριν το Πέναλτι», «Λάθος Κίνηση»), αλλά γιατί και ο ίδιος πέρασε πίσω από την κάμερα με τρεις, μάλιστα, μεγάλου μήκους ταινίες (σε αντίθεση με τα μοναδικά κινηματογραφικά πειράματα των επίσης τιμημένων με την ύψιστη λογοτεχνική διάκριση Σάμουελ Μπέκετ και Χάρολντ Πίντερ), δύο εκ των οποίων βασίστηκαν σε δικά του λογοτεχνικά έργα.

Στην περίπτωση της «Αριστερόχειρης Γυναίκας», του σκηνοθετικού του ντεμπούτου το 1978, το σενάριο προηγήθηκε της ομότιτλης νουβέλας, αν και αυτή η τελευταία εκδόθηκε τελικά σε προγενέστερο χρόνο από τα γυρίσματα, και αυτή η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε βιβλίο και ταινία γίνεται αμέσως αντιληπτή τόσο από την κινηματογραφικότητα του βιβλίου, όπου ο Χάντκε αποφάσισε να απογυμνώσει τη δράση από οποιοδήποτε λογοτεχνικό υπόβαθρο και να εκμαιεύσει τις ψυχολογικές διακυμάνσεις της κεντρικής του ηρωίδας μέσα από τη στείρα παράθεση των πράξεών της, όσο και από την ίδια ταινία που απεμπολεί την αριστοτελική δραματουργία μέσα από μια υπαινικτική και σχεδόν κρυπτική αφήγηση, στην οποία ο σκηνοθέτης πλέον Χάντκε αφήνει τις εικόνες και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα να συμπληρώσουν τα κενά που αφήνουν οι λέξεις στη χαρτογράφηση των ορίων μεταξύ μοναξιάς και μοναχικότητας.

Left Handed Woman 607

Από τα πρώτα κιόλας πλάνα του ερημωμένου προαστίου στα περίχωρα του Παρισιού, ο Χάντκε παρουσιάζει ένα περιβάλλον αποξένωσης, μέσα στο οποίο η Μαριάν, η γυναίκα του τίτλου, περιμένει μαζί με το γιο της, τον άντρα της από ένα επαγγελματικό ταξίδι στο εξωτερικό. Η Μαριάν είναι σιωπηλή κι ανέκφραστη, ακόμα κι όταν υποδέχεται το σύζυγό της στο αεροδρόμιο ή όταν τον ακούει να της λέει ότι για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια αυτός ένιωσε ότι η οικογένειά του είναι το μοναδικό μέρος στο οποίο πραγματικά ανήκει. Θα μιλήσει δεκαπέντε λεπτά από την έναρξη της ταινίας, για να ανακοινώσει στον εμβρόντητο άντρα της ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας που πέρασαν μαζί στο ξενοδοχείο είχε την έκλαμψη ότι αυτός φεύγει από την οικογενειακή εστία. Θέλει να μείνει μόνη της. Η αφορμή, πόσο μάλλον τα αίτια, είναι άγνωστα και ούτε θα αποκαλυφθούν ποτέ.

Αντίθετα, η ταινία θα επικεντρωθεί στην προσπάθεια της Μαριάν να ανασυντάξει τη νέα ζωή της, όσο ο σύζυγός της προσπαθεί με κωμικούς, τραγικούς, κωμικοτραγικούς, διακριτικούς, αδιάκριτους και απελπισμένους τρόπους να την ξανακερδίσει. Μόνη μαζί με το γιο της, η παρουσία του οποίου μοιάζει περισσότερο με υπογράμμιση της μοναξιάς της παρά με συντροφιά, θα αναδιαμορφώσει τη διακόσμηση του σπιτιού της. Θα αναλάβει τη μετάφραση στα γερμανικά του «Μια Απλή Ζωή» του Γκιστάβ Φλωμπέρ, το οποίο μοιάζει να έχει πολλά κοινά στοιχεία με τη δική της ζωή. Θα συναντηθεί με τον διευθυντή του εκδοτικού οίκου, ο οποίος θα της αφηγηθεί μια πρόσφατη δική του ιστορία χωρισμού, με τη δασκάλα του γιου της και οικογενειακή της φίλη, η οποία έχει χάσει το νόημα της διδασκαλίας και αναζητά την παθιασμένη αυστηρότητα στο επάγγελμά της, με τον πατέρα της, ο οποίος της εξομολογείται τη δυστυχία του να κοιμάσαι τα βράδια χωρίς να έχεις κανέναν να σκέφεσαι και την προειδοποιεί για τη μοναξιά που έπεται. Κυρίως, όμως, η Μαριάν θα περιπλανηθεί χωρίς νόημα και χωρίς σκοπό μέσα στο ίδιο της το σπίτι και στους δρόμους και τους σταθμούς κατά τη διάρκεια μιας άνοιξης, αναζητώντας μετέωρη το φως.

Left Handed Woman 607

Αν η πλανοθεσία παραπέμπει αναπόφευκτα στον Βέντερς, ο Χάντκε δεν φείδεται στις αναφορές τόσο στον Αντονιόνι, με την έναρξη και τον επίλογο να κλείνουν το μάτι στην "Εκλειψη", όσο κυρίως στον Γιασουτζίρου Oζου, αφού όχι μόνο η Μαριάν πηγαίνει στο σινεμά μαζί με το γιο της για να δουν το "Tokyo Story" και η φωτογραφία του Ιάπωνα σκηνοθέτη διακοσμεί τους αφαιρετικούς τοίχους του σπιτιού τους, αλλά όλη η ταινία μοιάζει να αποτελεί μια σπουδή του Χάντκε πάνω στο "Mu", τον ακρογωνιαίο συνεκτικό δεσμό ανάμεσα σε όλα τα τίποτα που μαζί συνθέτουν το άπαν της ζωής.»

Left Handed Woman 607

Το «Η Αριστερόχειρη Γυναίκα» είναι το πορτρέτο μιας γυναίκας που ΔΕΝ φλέγεται, ή μάλλον η καταγραφή της αναζήτησης εκείνης της φλόγας που μοιάζει να σιγοκαίει καταχωνιασμένη στο βάθος και μόνο πρόσκαιρα βρίσκει διέξοδο στα παγωμένα και δωρικά χαρακτηριστικά της Εντίτ Κλεβέρ, της σπίθας εκείνης που εμφανίζεται στα βουρκωμένα μάτια της, όταν αντικρίζει ένα ζευγάρι ερωτευμένων ακόμα ηλικιωμένων στο πάρκο απέναντι από το σπίτι της. Η Μαριάν αποφασίζει να ξεκινήσει μια αναζήτηση χωρίς να ξέρει τι ακριβώς ψάχνει και ο Χάντκε την καδράρει σαν ένα ξένο σώμα είτε μέσα σε ένα σπίτι που μοιάζει να αλλάζει διαρκώς μορφή και διακόσμηση είτε στα περίχωρα μιας πόλης όπου η ζωή υπονοείται μέσα από τα διαρκή περάσματα των τρένων και μέσα από μικρές, καθημερινές στιγμές ματαίωσης (μια γυναίκα τρέχει να προφτάσει το λεωφορείο, αλλά το χάνει την τελευταία στιγμή, μια ηλικιωμένη παραπατά στις κυλιόμενες του μετρό, ένα κοριτσάκι περπατά για λίγο σε παράλληλα, αλλά σε ανάποδη πορεία με τη Μαριάν).

Σ’ αυτή την άνοιξη της αέναης αμφιθυμίας τα καιρικά φαινόμενα ακολουθούν την πορεία της κεντρικής ηρωίδας και διευθυντής φωτογραφίας και θρυλικός συνεργάτης του Βέντερς, Ρόμπι Μίλερ, φωτίζει τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς χώρους με ένα χλωμό και ασθενικό φώς που αντανακλά τη μουντάδα στην ψυχή της Μαριάν. Κι αν η πλανοθεσία παραπέμπει αναπόφευκτα στον Βέντερς, ο Χάντκε δεν φείδεται στις αναφορές τόσο στον Αντονιόνι, με την έναρξη και τον επίλογο να κλείνουν το μάτι στην «Έκλειψη», όσο κυρίως στον Γιασουτζίρου Όζου, αφού όχι μόνο η Μαριάν πηγαίνει στο σινεμά μαζί με το γιο της για να δουν το «Tokyo Story» και η φωτογραφία του Ιάπωνα σκηνοθέτη διακοσμεί τους αφαιρετικούς τοίχους του σπιτιού τους, αλλά όλη η ταινία μοιάζει να αποτελεί μια σπουδή του Χάντκε πάνω στο «Mu», τον ακρογωνιαίο συνεκτικό δεσμό ανάμεσα σε όλα τα τίποτα που μαζί συνθέτουν το άπαν της ζωής.

Left Handed Woman 607

Και κάπου εκεί αυτή η απαιτητική δημιουργία βρίσκει κι εξαντλεί τα όριά της, αφού πρώτα κορυφωθεί (όσο ειρωνική κι αν είναι η λέξη για μια τόσο μπρεχτικά αποστασιοποιημένη αφήγηση) σε μια συνάντηση όλων των βασικών «ηρώων του δράματος» στο σπίτι της Μαριάν, εκεί όπου θα καταστεί περισσότερο από οπουδήποτε αλλού σαφές ότι δεν υπάρχει καμία συλλογικότητα, αλλά πιο πολύ θα διασταυρώσουν για λίγο την πορεία τους μερικές μοναχικές οντότητες. Ίσως οι απαντήσεις κρύβονται στις σελίδες του Φλομπέρ που μεταφράζει η Μαριάν, εκεί όπου η κεντρική ηρωίδα συνεχίζει να ζει «με τους παλμούς της καρδιάς της να χτυπούν ολοένα και πιο ασθενικά, μέχρι η πηγή σταδιακά να στερέψει». Η ταινία κλείνει σε μια διάβαση του μετρό με δύο κορίτσια να αποχωρίζονται για να ακολουθήσει το καθένα το δικό του δρόμο κι έναν όχλο να περπατά χωρίς αφετηρία και χωρίς προορισμό.

Η «Αριστερόχειρη Γυναίκα» συμμετείχε στο Διαγωνιστικό των Καννών του 1978 χωρίς να βραβευτεί, ενώ ο Χάντκε θα γύριζε στη συνέχεια δύο ακόμα ταινίες, ήταν όμως οι λέξεις εκείνες που (ευτυχώς) τον κέρδισαν οριστικά.


Περισσότερες «Ταινίες της Κυριακής»


Left Handed Woman 607

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.