Δύο χρόνια μετά τη «Eκτη Αίσθηση» του Μ. Νάιτ Σιάμαλαν, μια ταινία που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο το ευρύ κοινό αντιμετώπιζε τα μεταφυσικά θρίλερ, ο Αλεχάντρο Αμενάμπαρ βρέθηκε αντιμέτωπος με μια δύσκολη πρόκληση. Oχι μόνο να σταθεί δίπλα σε ένα ήδη εμβληματικό φιλμ του είδους, αλλά να αποδείξει ότι οι ιστορίες φαντασμάτων μπορούσαν ακόμη να προσφέρουν κάτι διαφορετικό, πιο ώριμο και πιο ατμοσφαιρικό.

Και με τους «Αλλους» δεν επιχείρησε να ανταγωνιστεί τη «Εκτη Αίσθηση» στους όρους της. Αντίθετα, χάραξε τον δικό του δρόμο, επενδύοντας στη σιωπή, στην υποβόσκουσα ένταση και σε μια σχεδόν λογοτεχνική αίσθηση μυστηρίου - επηρεασμένη τόσο από το «Στρίψιμο της Βίδας» του Χένρι Τζέιμς όπως και από τους «Αθώους» του Τζακ Κλέιτον από το 1961 - και κατάφερε να αποσπάσει οκτώ βραβεία Goya, συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Βενετίας και χάρισε στη Νικόλ Κίντμαν υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα και BAFTA.

Αυτό που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει ακόμη και σήμερα είναι η αυτοπεποίθηση με την οποία αρνείται να ακολουθήσει τις εύκολες λύσεις του τρόμου. Ο Αμενάμπαρ χτίζει έναν κόσμο όπου ο φόβος γεννιέται από όσα δεν βλέπουμε και από όσα δεν εξηγούνται αμέσως. Κάθε κλειστή πόρτα, κάθε σκοτεινός διάδρομος και κάθε ήχος που ακούγεται από κάποιο αθέατο σημείο του σπιτιού λειτουργούν σαν κομμάτια ενός παζλ που αποκαλύπτεται αργά, με τρόπο που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τελευταίο λεπτό.

Νήσος Τζέρσεϊ, 1945. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει, αλλά ο σύζυγος της Γκρέις δεν έχει επιστρέψει από το μέτωπο. Σε μια απομονωμένη βικτωριανή έπαυλη, η Γκρέις μεγαλώνει τα δύο της παιδιά, την Αν και τον Νίκολας, με αυστηρή πειθαρχία και έντονη θρησκευτική πίστη. Αυτό που τα κάνει να υποφέρουν όμως είναι μια παράξενη ασθένεια που δεν τους επιτρέπει την άμεση έκθεση στο φως του ήλιου. Οι τρεις νέοι υπηρέτες που προσλαμβάνονται από την οικογένεια οφείλουν να προσέχουν τον πιο αυστηρό κανονισμό: το σπίτι πρέπει να μένει πάντοτε σκοτεινό και καμία πόρτα δεν πρέπει να ανοίγει προτού κλείσει και κλειδωθεί η προηγούμενη! Ο ήδη παράξενος τρόπος ζωής της οικογένειας διαταράσσεται ακόμη περισσότερο, όταν τα δύο παιδιά αποκαλύπτουν στη μητέρα τους ότι το σπίτι κατοικείται και από μια «άλλη» οικογένεια...

Η σκηνοθεσία του Αμενάμπαρ αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ταινίας. Με αξιοθαύμαστη οικονομία μέσων δημιουργεί μια πυκνή, σχεδόν αποπνικτική ατμόσφαιρα που θυμίζει τα κλασικά γοτθικά θρίλερ των προηγούμενων δεκαετιών. Η κάμερα κινείται με υπομονή στους χώρους του σπιτιού, μετατρέποντας το ίδιο το κτίριο σε πρωταγωνιστή της ιστορίας, ενώ η φωτογραφία αξιοποιεί το μισοσκόταδο και τις σκιές όχι απλώς ως αισθητικό στοιχείο αλλά ως βασικό αφηγηματικό εργαλείο, με την υπέροχη μουσική επένδυση, που έχει γράψει ο ίδιος ο Αμενάμπαρ, να λειτουργεί διακριτικά, χωρίς να προσπαθεί να επιβάλει το οποιοδήποτε συναίσθημα.

Εξίσου εντυπωσιακό είναι και το σενάριο, το οποίο αποφεύγει τις ευκολίες και χτίζει μεθοδικά την αγωνία μέσα από λεπτομέρειες που αποκτούν νόημα μόνο όταν η ιστορία φτάνει στην κορύφωσή της. Η περίφημη σκηνή με τις εξαφανισμένες κουρτίνες, όπου η Γκρέις τρέχει πανικόβλητη μέσα στο σπίτι προσπαθώντας να προστατεύσει τα παιδιά της από το φως, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η ταινία μετατρέπει μια απλή ιδέα σε μια εμπειρία σχεδόν αφόρητης έντασης. Αντίστοιχα, οι σκηνές που οδηγούν στη μεγάλη αποκάλυψη αποδεικνύουν πόσο προσεκτικά είναι δομημένη η αφήγηση, καθώς κάθε στοιχείο βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου πρέπει.

Στο κέντρο όλων βρίσκεται η Νικόλ Κίντμαν σε μία από τις κορυφαίες ερμηνείες της καριέρας της. Η ηθοποιός κουβαλά σχεδόν ολόκληρη την ταινία στους ώμους της, ισορροπώντας διαρκώς ανάμεσα στη μητρική αγωνία, τη θρησκευτική αυστηρότητα και την ψυχολογική κατάρρευση. Η παρουσία της είναι τόσο ισχυρή ώστε ακόμη και στις πιο ήσυχες στιγμές καταφέρνει να κρατά το βλέμμα σου καρφωμένο πάνω της, χωρίς να στηρίζεται σε εντυπωσιακές εξάρσεις αλλά σε λεπτές αποχρώσεις και εσωτερική ένταση.

Περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία του, οι «Αλλοι» εξακολουθούν να λειτουργούν υποδειγματικά, αποκομμένοι τελικά από όλες τις πιθανές επιρροές τους. Οχι επειδή βασίζονται σε ένα διάσημο φινάλε ή σε μια ανατροπή που έμεινε στην ιστορία, αλλά επειδή κάθε τους κομμάτι υπηρετεί με συνέπεια το όραμα του δημιουργού του. Είναι ένα φιλμ που αποδεικνύει πως ο πραγματικός τρόμος δεν βρίσκεται σε αυτό που ξεπηδά ξαφνικά από το σκοτάδι, αλλά σε εκείνο που περιμένει υπομονετικά μέσα του. Και γι’ αυτό παραμένει μία από τις πιο ολοκληρωμένες και καλοδουλεμένες ταινίες τρόμου στην ιστορία του σύγχρονου σινεμά.