Υπάρχει μια αμυδρή περίπτωση αυτή εδώ η ταινία του Μικελάντζελο Αντονιόνι, η φερόμενη (από την κριτική αλλά και την εισπρακτική αποτυχία) ως χειρότερή του, να έχει υποστεί με τα χρόνια την πιο ενδιαφέρουσα μετάλλαξη: όχι να έπαψε να είναι, μάλλον, η χειρότερη ταινία του μεγαλειώδους Ιταλού σινε-στιλίστα, αλλά ν' απέκτησε, μ' έναν τρόπο μεταμοντέρνο, ένα φίλτρο ρομαντισμού, όχι σ' αυτά που απεικονίζει, αλλά στην ίδια της τη δημιουργία. Να μην μας ενδιαφέρει, δηλαδή, πια, η Αμερική που μισο-ντοκιμαντερίστικα ο Αντονιόνι κατέγραψε, αλλά περισσότερο το, πικρά διαψευσμένο από τις κατοπινές δεκαετίες, δικό του βλέμμα.

Το σενάριο, στο οποίο συνεργάστηκαν πέντε ιδιαίτερα σημαντικοί άνθρωποι, ο ίδιος ο Αντονιόνι, ο Τονίνο Γκουέρα, ο Σαμ Σέπαρντ, ο Ιταλός σεναριογράφος και σκηνοθέτης Φράνκο Ροσέτι και η Ιταλο-Αμερικανίδα σεναριογράφος και σκηνοθέτης Κλερ Πέπλοου (και αργότερα σύζυγος του Μπερτολούτσι), είναι εντυπωσιακά απλοϊκό και προσχηματικό. Οι διάλογοι σαν παιδικές σημειώσεις, η πλοκή και καθόλου πειστική και σχεδόν ενοχλητικά αφελής.

Η εποχή είναι το 1968 (η ταινία τότε ξεκίνησε γυρίσματα, παρότι βγήκε με καθυστέρηση λόγω συγκρούσεων του Αντονιόνι με την παραγωγό MGM), και η Αμερική βρισκόταν σε μια από τις σκοτεινότερες χρονιές της: αντιδράσεις για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, φοιτητικές εξεγέρσεις, αγώνας για τα κοινωνικά δικαιώματα και ιδιαίτερα τη φυλετική ισότητα, πολιτική και κοινωνική βία και μια νέα γενιά που αποξενώνεται απόλυτα από την προηγούμενη, από τον καπιταλισμό, το βόλεμα, τη συμβατικότητα, βρίσκοντας διέξοδο στα ψυχεδελικά ναρκωτικά, στην κοινοβιακή ζωή, στο flower power.

Η ταινία ξεκινά μέσα σε μια αίθουσα πανεπιστημίου, όπου μαύροι και λευκοί φοιτητές συζητούν και διαφωνούν για το... αν θα ξεκινήσουν την επανάσταση (ηγέτιδα της συνέλευσης η Καθλίν Κλίβερ, πράγματι μέλος των Μαύρων Πανθήρων). Εκεί, ο φοιτητής Μαρκ, κολασμένος όμορφος και ασυγχώρητα μπλαζέ, αποχωρεί με μνημειώδη ατάκα: «είμαι πρόθυμος να πεθάνω, αλλά όχι από βαρεμάρα». Αυτός κι ο συγκάτοικός του αγοράζουν όπλα, η επανάσταση τελικά γίνεται και σε μια εμπλοκή ένα αστυνομικός πέφτει νεκρός, ίσως και από το χέρι του Μαρκ. Εκείνος, για την αλητεία, κλέβει ένα μικρό ιδιωτικό αεροπλάνο και κατευθύνεται προς την καλιφορνέζικη έρημο, ως το Ζαμπρίσκι Πόιντ, ένα απόκοσμο, γυμνό τοπίο από διαβρωμένα βράχια και ερημικές πεδιάδες στην καρδιά της Κοιλάδας του Θανάτου.

Παράλληλα, η Ντάρια, μια κομψή χίπισσα που «δουλεύει μόνο όταν χρειάζεται ψωμί», κολασμένα όμορφη και με αθώα μάτια πρασινομπλέ σαν τις λίμνες, εργάζεται ως γραμματέας του Λι Αλεν (ο Ροντ Τέιλορ, υπερβολικά συμπαθής και γλυκός, όπως πάντα, για το ρόλο του «κακού» που αναλαμβάνει), ενός μεγαλομεσίτη που είναι ο «the man», ο καπιταλιστής που θέλει να ξεπουλήσει κάθε εκτάριο αμερικανικής ερήμου σε οικοδομικές εταιρείες. Η Ντάρια θα κλέψει ένα αυτοκίνητο και θα κατευθυνθεί, για ένα επαγγελματικό ραντεβού, προς το Φίνιξ της Αριζόνας, περνώντας από το Ζαμπρίσκι Πόιντ. Μαρκ και Ντάρια θα συναντηθούν, θα κάνουν έρωτα πάνω στην εκατομμυρίων ετών άμμο του Ζαμπρίσκι.

Ο ρυθμός της είναι ανιαρός, η ιστορία της, για να μην προσβάλουμε, επιφανειακή, οι πρωταγωνιστές της, όσο όμορφοι, άλλο τόσο ανέκφραστοι, αμήχανοι, αυτάρεσκοι, ψεύτικοι. Αλλά η σημασία της βρίσκεται περισσότερο στην ίδια της την ύπαρξη κι όχι σ' αυτό που θέλει να μεταδώσει. Είναι η ίδια, πια, το ντοκουμέντο που προσπάθησε να καταγράψει. Κι είναι απόλυτα συνυφασμένη με την εποχή της, της οποίας αποτελεί όχι σχόλιο, όπως θα ήθελε ο Αντονιόνι, αλλά τεκμήριο.»

Κομβική η σκηνή για την ταινία και για την Ιστορία. Οχι επειδή πολεμήθηκε από την MGM και από την αμερικανική λογοκρισία ως προσβλητική προς τα χρηστά ήθη. Αντίθετα, επειδή έχει μια μοναδική λυρικότητα. Στα αρχέγονα βράχια, το ζευγάρι κάνει ένα ερωτικό παιχνίδι και η Ντάρια φαντάζεται ότι περικυκλώνονται από άλλα ζευγάρια που παιχνιδίζουν, χαϊδεύονται, φιλιούνται, σχηματίζοντας έτσι στην πλαγιά ένα πανανθρώπινο σώμα που απολαμβάνει την ομαδική αγάπη. Σε μια τέλεια χορογραφία - άλλωστε πολλά από τα άτομα που συμμετέχουν στη σκηνή είναι χορευτές και χορεύτριες σε μια εναλλακτική «περφόρμανς». Κανένα όργιο, καμία παρτούζα, μόνο αθωότητα και μοίρασμα. Αυτή είναι η ομορφιά που κηρύττει ο Αντονιόνι: ένα make love not war με ιταλική φινέτσα και εφηβικό αυθορμητισμό. «Τι εννοείς,» θα πει η Ντάρια στον Μαρκ, «ο υπόλοιπος κόσμος είναι σε reality trip; Α, ναι, δεν έχουν φαντασία.» Κι από εκεί, όλα παίρνουν τον κατήφορο αφηγηματικά.

Φυσικά κι αυτή, ακόμα, η polyamorous σκηνή του Αντονιόνι, είναι υπέρμετρα και μεγαλειωδώς σκηνοθετημένη. Ο Ιταλός δημιουργός που εικονοποίησε την αποξένωση, τη συναισθηματική αποστασιοποίηση ηρώων που μοιάζουν χαμένοι μέσα σε έναν κόσμο όπου η επικοινωνία έχει καταρρεύσει, βρίσκει εδώ μια τέλεια ισορροπημένη τρυφερότητα. Αυτά τα τεράστια, σινεμασκόπ πλάνα, αποτυπώνουν την Αμερική του μύθου. Βλέποντάς τα, και σήμερα, πιστεύεις πως κανείς δεν έχει κινηματογραφήσει τη Δύση με τόση ομορφιά και τέτοια λατρεία.

Με σκηνογράφο τον Ντιν Ταβουλάρη, ενδυματολόγο τον Ρέι Σάμερς και διευθυντή φωτογραφίας τον Ιταλό Αλφιο Κοντίνι, βουτά στην έρημο κρατώντας τα πάντα στα χρώματά της: τα ρούχα, τα κορμιά, τη διάθεση, όλα γήινα, όλα γυμνά κι όλα ντυμένα σ' ένα καλοκαιρινό φως γλυκό και ζεστό, τίποτε ψυχρό. Ο Μαρκ και η Ντάρια απορροφημένοι από το καφέ της ερήμου, σαν ν' αποτελούν μέρος της, αρχέγονο κι αυτό, σε αντίθεση με την «άλλη» Αμερική που ο Αντονιόνι χαζεύει με επικριτικότητα αλλά κι έναν ενθουσιασμό, αυτή της Καλιφόρνιας, της Sunset Boulevard με τους φοίνικες, τ' ανοιχτά αυτοκίνητα και την πεισματική ανεμελιά. Και τις δεκάδες ολόχρωμες, λιγουρευτές διαφημιστικές γιγαντοαφίσες της καταναλωτικής μανίας, που μεταμορφώνονται σε χαρακτήρες, σ' έναν εχθρό με καμουφλάζ την ανθρώπινη επιθυμία.

Αυτή του την κινηματογραφική «δήλωση», ενάντια στη βίαιη αμερικανική προδοσία, κατά του κατεστημένου (ναι, τότε ακόμα μια τέτοια φράση είχε κάποιο νόημα) και υπέρ της αντικουλτούρας την οποία εξερευνά γιατί τον έχει συνεπάρει, ο Αντονιόνι περιτυλίγει με καλλιτέχνες εξίσου αυθεντικούς με την αλήθεια που προσπαθεί να περιγράψει. Στη μουσική οι Pink Floyd, οι Grateful Dead, οι Rolling Stones, ο Ρόι Ορμπισον με το πρωτότυπο τραγούδι της ταινίας, «So Young». Στους δεύτερους ρόλους, ερασιτέχνες ή πραγματικές προσωπικότητες της εποχής, ανάμεσά τους ένας νεόκοπος ηθοποιός που ακούει στο όνομα Χάρισον Φορντ, ο καρατερίστας των γουέστερν του Τζον Γουέιν, Πολ Φιξ, ή ένας νεότατος Φίλιπ Μπέικερ Χολ.

Ο Αντονιόνι, στη δεύτερη φάση της καριέρας του, πολύ μακριά από την «Περιπέτεια» ή τη «Νύχτα» ή την «Εκλειψη», αλλά αμέσως μετά το «Blow Up» και σε μια περίοδο εξωστρέφειας, καταφέρνει μ' αυτή, τη χειρότερη ταινία του, να συνδέσει το «Μπόνι και Κλάιντ» και το «Easy Rider», με αυτά που ακολούθησαν, με τον Ντέιβιντ Λιντς, ακόμα-ακόμα και με τον Πολ Τόμας Αντερσον. Ο ρυθμός της είναι ανιαρός, η ιστορία της, για να μην προσβάλουμε, επιφανειακή, οι πρωταγωνιστές της, όσο όμορφοι, άλλο τόσο ανέκφραστοι, αμήχανοι, αυτάρεσκοι, ψεύτικοι. Αλλά η σημασία της βρίσκεται περισσότερο στην ίδια της την ύπαρξη κι όχι σ' αυτό που θέλει να μεταδώσει. Είναι η ίδια, πια, το ντοκουμέντο που προσπάθησε να καταγράψει. Κι είναι απόλυτα συνυφασμένη με την εποχή της, της οποίας αποτελεί όχι σχόλιο, όπως θα ήθελε ο Αντονιόνι, αλλά τεκμήριο.

Το «Zabriskie Point» είναι η μία από τις πιο αντιπροσωπευτικές ταινίες της γενιάς που διέσχισε τα χρόνια από το '60 στο '70, όπως εξηγούσαμε παλιότερα στο αφιέρωμά μας στον Μάη του '68. Είναι κάτι σαν το «I Saw the TV Glow» για την Gen Z, ένα φιλμ που της μιλά απ' ευθείας και στη γλώσσα της - και γι' αυτό εξαντλείται όσο εκείνη ενηλικιώνεται, γίνεται (πολύ) πιο κυνική, όσο ο κόσμος σκληραίνει και πίσω από τα starry eyes διακρίνει τη ματαιότητα. Μόνο που, σε αντίθεση με αυτή και εκατοντάδες άλλες ταινίες, ο Αντονιόνι έχει το βλέμμα του που διαρκεί, τη θεϊκή ομορφιά των κάδρων του που δεν ξεφτίζουν με το χρόνο, αντίθετα, καμαρώνουν πανηγυρικά τη σπανιότητά τους. Κι έχει και μια ποιητική προσέγγιση του αμερικανικού ονείρου σε μια (ακόμα) περίοδο μοιραίας κρίσης που, βαρετή-ξεβαρετή, μπορεί να σε συγκινήσει.