Μια συνέντευξη με τον Ευθύμη Φιλίππου είναι όπως φαντάζεται κανείς ότι είναι μια συνέντευξη με τον Ευθύμη Φιλίππου.
Οι απαντήσεις δεν θα είναι μακροσκελείς, αντίθετα θα είναι λιτές, επιλεκτικά περιεκτικές και καμιά φορά απαντάνε και ερωτήσεις που δεν έχεις ρωτήσει.
Την ίδια στιγμή, ερωτήσεις παραλείπονται - αυτές είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό τους ερωτήσεις που ζητάνε επίμονα εξηγήσεις για σειρά επιλογών, είτε μιλάμε για σενάριο, είτε για θεατρικό, είτε για ένα βιβλίο. Και άλλες πέφτουν στο κενό.
Στην πραγματικότητα ξέρεις από πριν ποιες ερωτήσεις από αυτές που του απευθύνεις θα έχουν καλύτερη ή χειρότερη τύχη. Αν επιμένεις να τις κάνεις είναι γιατί κάπως, ακόμη και χωρίς ή τελικά με την μη απάντηση που δίνει ο ίδιος, είναι σαν να τις απαντάει. Ισως πιο ικανοποιητικά και από το να τις απαντούσε.
Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη. Μια συνέντευξη με τον Ευθύμη Φιλίππου - ευτυχώς - μοιάζει περίπου ή περίπου ακριβώς με τον τρόπο γραφής του: λίγες, πάντα με προσοχή διαλεγμένες, λέξεις και μικρές, φαινομενικά ανεπαίσθητες - αν και τελικά υποδόρια αισθητές - εκρήξεις χιούμορ, κυνισμού, ρομαντισμού και, κόντρα στο προφανές, συναισθηματισμού και τελικά αφοπλιστικής ειλικρίνειας.
Ξεκινώντας από το «Κλάδεμα της Τριανταφυλλιάς», την ταινία του Καρίμ Αινούζ στην οποία ο Ευθύμης Φιλίππου υπογράφει το σενάριο, εμπνευσμένος από το «Γροθιές στην Τσέπη» του Μάρκο Μπελόκιο με κεντρικό «ήρωα» μια δυσλειτουργική οικογένεια στα όρια της αποσύνθεσης, οι ερωτήσεις μας και οι απαντήσεις μας φτάνουν στις οικογένειες που μονοπωλούν το έργο του, τις συμπεριφορές που συλλέγει από τους ανθρώπους γύρω του, την ελαφρότητα και τη σοβαρότητα της ίδιας της πραγματικότητας, την Ελλάδα που εισβάλλει στο έργο του ακόμη κι αν αυτό δεν διαδραματίζεται εδώ και τις κατάρες στις οποίες όλοι επιστρέφουν από το νέο του βιβλίο «Καρδιά, Γ.» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Δώμα.
To «Κλάδεμα της Τριανταφυλλιάς» του Καρίμ Αινούζ σε σενάριο του Ευθύμη Φιλίππου θα προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου.
Φωτογραφία του Ευθύμη Φιλίππου από τα γυρίσματα της ταινίας «Το Κλάδεμα της Τριανταφυλλιάς»
Οταν ξεκινάω να γράψω μια ιστορία για την οικογένεια, ας πούμε, δεν γίνεται από μια έντονη εσωτερική ανάγκη να μιλήσω για το συγκεκριμένο θέμα, γιατί με πνίγει κάποιο συναίσθημα. Η συνθήκη είναι λίγο σαν να είσαι στην τάξη και μπαίνει ο καθηγητής, λέει "βγάλτε μια κόλλα χαρτί και γράψτε για την οικογένεια" κι εσύ αρχίζεις να γράφεις. Αλλά που, σ’ αυτή την περίπτωση, είσαι και ο καθηγητής και ο μαθητής ταυτόχρονα. Γίνεται, λοιπόν, κάτι σαν ανάθεση σε μένα από μένα.»
Πώς γεννήθηκε το «Kλάδεμα της Τριανταφυλλιάς»; Οι «Γροθιές στην Τσέπη» ήταν αφορμή η αιτία;
Μου προτάθηκε από την Match Factory το να δουλεψω πανω στο «Γροθιές στην Τσέπη» του Μάρκο Μπελοκιο. Ο Καριμ Αϊνούζ ηταν απο την αρχη ο ανθρωπος που θα αναλαμβανε την σκηνοθεσια. Ηταν δική τους ιδέα λοιπόν να ασχοληθούμε με το συγκεκριμένο πρότζεκτ οι συγκεκριμένοι άνθρωποι.
Είναι οι οικογένειες τριανταφυλλιές; Και οι τριανταφυλλιές θέλουν κλάδεμα; Ηταν από την αρχή αυτό το επίσημο ή ανεπίσημο tagline όλου του σεναρίου;
Ναι, ήταν κατά κάποιο τρόπο από την αρχή και μετά τα χρόνια πέρασαν - το σενάριο ξεκίνησε να γράφεται το ’19 - και κάπως μου φαινόταν πια πολύ περιγραφικό και προσπάθησα να το πριονίσω, αλλά δεν τα κατάφερα και παρέμεινε. Αν με ρωτάς - που δεν με ρωτάς - η πιο συμπαθητική από τις ψεύτικες παροιμίες που λέει ο χαρακτήρας είναι το «Αν πέσει μια μπανάνα στο πάτωμα, δεν πειράζει - αν πέσει ένα καρπούζι στο πάτωμα, τέλος».
Το κλάδεμα για τον καθένα όμως είναι διαφορετικό. Aλλος θα το εννοήσει «μεταφορικά» με την έννοια του «να καταφέρω να αποκοπώ από την οικογένεια και να ενηλικιωθώ», άλλος με πιο κυριολεκτική χρήση ενός κλαδευτηριού. Υπάρχει ιδανικός τρόπος να αποκοπείς ή να αποκόψεις την οικογένεια σου;
Η οικογένεια της ταινίας είναι μια φυσιολογική ή μια παράξενη οικογένεια; Τι πιστεύεις; Να βάζουμε ή όχι εισαγωγικά στις λέξεις «φυσιολογική» και «παράξενη»; Μήπως και στη λέξη «οικογένεια»;
Eχουν αλλάξει πολλά από το «Γροθιές στην Τσέπη» του Μάρκο Μπελόκιο από το οποίο εμπνέεται η ταινία. Να θεωρήσουμε σημαντικότερο ότι εδώ υπάρχει πατέρας; Γιατί το άλλαξες; Είναι η πατρική φιγούρα πιο δυνατή από τη μητρική;
Σε όλες τις παραπάνω ερωτήσεις, δυστυχώς, δεν έχω σαφείς απαντήσεις. Δεν περνάω χρόνο αναρωτώμενος τι είναι οικογένεια, τι είναι πατέρας, τι είναι θάλασσα κ.λπ. Η σκέψη μου είναι αρκετά απλοϊκή και σχεδόν καθόλου σύνθετη. Οι αποφάσεις που παίρνονται για το αν θα είναι πατέρας ή μητέρα, πλούσιοι ή φτωχοί κ.λπ. είναι σχεδόν αυτόματες, χωρίς σκέψεις, μέσα σε μια ροή απεικόνισης ενός πράγματος που έχω φανταστεί έτσι κι όχι αλλιώς. Και δεν θέλω, αλλά ούτε και μπορώ, εκ των υστέρων να εξηγώ ή να αναλύω γιατί επέλεξα κάτι, ενώ θα μπορούσα να επιλέξω κάτι άλλο. Οταν ξεκινάω να γράψω μια ιστορία για την οικογένεια, ας πούμε, δεν γίνεται από μια έντονη εσωτερική ανάγκη να μιλήσω για το συγκεκριμένο θέμα, γιατί με πνίγει κάποιο συναίσθημα. Η συνθήκη είναι λίγο σαν να είσαι στην τάξη και μπαίνει ο καθηγητής, λέει «βγάλτε μια κόλλα χαρτί και γράψτε για την οικογένεια» κι εσύ αρχίζεις να γράφεις. Αλλά που, σ’ αυτή την περίπτωση, είσαι και ο καθηγητής και ο μαθητής ταυτόχρονα. Γίνεται, λοιπόν, κάτι σαν ανάθεση σε μένα από μένα.
Υπάρχει κάποιο ασφαλές σημείο στο μέλλον όπου πιστεύεις ιδανικά ότι θα έχουν εξαντληθεί οι ιστορίες για τις οικογένειες (μας); Θα σε ανακούφιζε;
Πάντα η θεματολογία στην τέχνη θα είναι η ίδια - ο θάνατος, η αγάπη, η οικογένεια, η εκδίκηση κ.λπ. Αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ.
Στην ταινία υπάρχουν σκηνές που - επαναλαμβάνοντας μια ερώτηση που σου έχουμε ξανακάνει - όπως το λέμε ως «κλισέ» σοκάρουν. Είναι ηθελημένα τα άκρα στα οποία φτάνεις προκειμένου να γίνει πιο σαφές αυτό που θέλεις να πεις;
Είναι ηθελημένα τα άκρα, για να γίνω κατανοητός, όχι για να γίνω σοκαριστικός.
Εχω μια ανικανότητα να περιγράψω συναισθήματα στις σκηνές. Ετσι προσπαθώ να δώσω την ατμόσφαιρα από άλλα πράγματα - κινήσεις σώματος, ρούχα, έπιπλα και ήχους. Μου είναι πιο εύκολο. Και μερικές φορές το να φοράει ένας χαρακτήρας δερμάτινες παντόφλες λέει πολύ περισσότερα πράγματα από τις εκφράσεις του προσώπου του.»
Ο Ευθύμης Φιλίππου φωτογραφημένος από τον Γιώργο Λάνθιμο
Πώς νιώθεις για το γεγονός πως τώρα πια μπορούμε να συγκρίνουμε ανάμεσα στις ταινίες σου και να διαλέγουμε ποιος Εύθυμης Φιλίππου μας άρεσε, ποιος μας απογοήτευσε, ποιος μας συγκίνησε;
Το γεγονός αυτό κάποιες φορές μου αρέσει, άλλες με απογοητεύει και άλλες με συγκινεί.
Η διαρκής εναλλαγή στο έργο σου γενικά (όχι μόνο στο σινεμά) ανάμεσα στο σαρκασμό και το δράμα, την ελαφρότητα και την τραγωδία, εδώ και το body horror με τη σαπουνόπερα δεν σου φέρνει καμία φορά πονοκέφαλο;
Οχι καθόλου, αλλά πράγματα μου δημιουργούν πονοκέφαλο, όχι αυτό. Το καλοκαίρι, στην παραλία, υπήρχε μπροστά μου μια μέρα ένα μωρό που έκλαιγε, πιθανώς από κάποιον κολικό ή από απλή πείνα ή κούραση. Εξέφραζε δηλαδή ένα συναίσθημα άσχημο, πόνο ή απόγνωση ή θυμό. Λίγο πιο μέσα στη θάλασσα στεκόταν ακίνητος, με το νερό να του φτάνει έως τη μέση, ένας κύριος περίπου 60 ετών, ο οποίος ήμουν σίγουρος πως κατουρούσε. Φαινόταν στη στάση του σώματός του η σταδιακή ανακούφιση. Αυτή η συνύπαρξη ελαφρότητας και τραγωδίας είναι όσο πιο κοντά στην πραγματικότητα μπορεί να φτάσει η μυθοπλασία.
Και σε αυτήν την ταινία, κάτι που θυμίζει και τα βιβλία σου, φτάνεις στην ανθρώπινη κατάσταση μέσα από τα αντικείμενα - τα παπούτσια είναι μόνο ένα παράδειγμα. Είναι οι λεπτομέρειες η μόνη ασφαλής οδός για το όλο;
Εχω μια ανικανότητα να περιγράψω συναισθήματα στις σκηνές. Κάθε φορά που γράφω φράσεις όπως «Η Αννα τον κοίταξε έκπληκτη» ή «ο Ρόμπερτ χτύπησε το χέρι του με θυμό πάνω στο τραπέζι», συνήθως μετά τις σβήνω, γιατί νιώθω ότι περιορίζω πολύ την ιστορία - στο γύρισμα μπορεί το χτύπημα του χεριού ή το έκπληκτο βλέμμα να είναι βλακεία. Ετσι προσπαθώ να δώσω την ατμόσφαιρα από άλλα πράγματα - κινήσεις σώματος, ρούχα, έπιπλα και ήχους. Μου είναι πιο εύκολο. Και μερικές φορές το να φοράει ένας χαρακτήρας δερμάτινες παντόφλες λέει πολύ περισσότερα πράγματα από τις εκφράσεις του προσώπου του.
Μήπως τελικά συλλέγεις κατάρες; Οσοι διάβασαν το «Καρδιά, Γ», ανάμεσα σε πολλά που το χρησιμοποιούν ως εγχειρίδιο ζωής και θανάτου, διαλέγουν αυτή που θέλουν να αφιερώσουν σε όποιον μισούν. Αν σε ρωτάγαμε ποια κατάρα δεν θα ήθελες να σου απευθύνει κάποιος για την ιδιότητα του σεναριογράφου, ποια θα ήταν;
Courier να πληκτρολογείς, comic sans να σου εμφανίζονται.
Με τον Γιώργο έχω κάνει το μεγαλύτερο κομμάτι της κινηματογραφικής μου δουλειάς, είμαστε πια φίλοι και τον εμπιστεύομαι απόλυτα. Επίσης στα είκοσι χρόνια που τον ξέρω δεν εχουν υπάρξει κενά ανταλλαγής απόψεων- είτε δουλεύουμε μαζί είτε όχι. Αρα ναι όταν δεν δουλεύω στο σινεμά μαζί του, νιώθω έξω από τα νερά μου.»
Η ταινία έχει μέσα της αρκετή Ελλάδα. Από τον Τζορτζ που μαθαίνει στον ήρωα πράγματα για την Αρχαία Ελλάδα μέχρι το «Επεφτε Βαθιά Σιωπή» του Μιμή Πλέσσα. Σου αρέσει να βάζεις Ελλάδα μέσα σε ένα «ξένο» περιβάλλον;
Εδώ έχω ζήσει όλη μου τη ζωή και γράφω στα ελληνικά που σημαίνει πως την ώρα της γραφής όλοι οι χαρακτηρες μιλάνε την μητρική μου γλώσσα μέχρι να εμφανιστεί ο μεταφραστής Κυριάκος Καρσεράς. Οπότε στην πραγματικότητα το αντίθετο συμβαίνει όταν γράφω - το «ξένο» περιβάλλον προσπαθώ να βάλω στην Ελλάδα. Που τελικά ούτε και αυτό είναι ειλικρινές καθώς δεν σκέφτομαι ποτέ γεωγραφικά όταν προσπαθώ να περιγράψω μια ιστορία, κάθε φορά φαντασιώνομαι πως αυτό που λέω θα μπορούσε να συμβεί με την ίδια ευκολία έξω από την Καρδίτσα ή στο κέντρο της Γενεύης.
Γιατί το «Επεφτε Βαθιά Σιωπή» του Μίμη Πλέσσα; Να υποθέσουμε πως υπάρχει κάτι αυτοβιογραφικό στην επιλογή του τραγουδιού; Να τολμήσουμε να ρωτήσουμε τι άλλο μπορεί να είναι αυτοβιογραφικό στην ταινία;
Οταν ο Καρίμ Αϊνούζ μου ζήτησε ένα ελληνικό τραγούδι για την ταινία του έφτιαξα μια μικρή λίστα με αγαπημένα μου τραγούδια του '60 και του '70. Για κάποιο λόγο στάθηκε σε αυτό. Μου ζήτησε ύστερα να του στείλω τη μετάφραση των στίχων. Χάρηκα ιδιαίτερα που μπήκε αυτό το τραγούδι γιατί είναι από αυτά που πάντα μου δημιουργούσαν μια απροσδιόριστη αίσθηση ακούγοντας το. Θα είχε πράγματι ενδιαφέρον να πω ότι είναι αυτοβιογραφική η σκηνή του αυνανισμού του πατέρα, αλλά όχι δεν είναι.
Πόσο έξω από τα νερά σου νιώθεις όταν δεν δουλεύεις στο σινεμά με τον Γιώργο Λάνθιμο;
Με τον Γιώργο έχω κάνει το μεγαλύτερο κομμάτι της κινηματογραφικής μου δουλειάς, είμαστε πια φίλοι και τον εμπιστεύομαι απόλυτα. Επίσης στα είκοσι χρόνια που τον ξέρω δεν εχουν υπάρξει κενά ανταλλαγής απόψεων- είτε δουλεύουμε μαζί είτε όχι. Αρα ναι όταν δεν δουλεύω στο σινεμά μαζί του, νιώθω έξω από τα νερά μου.
Γενικά όταν σου προτείνουν κάτι για το σινεμά τι είναι αυτό που θα σε κάνει να πεις το ναι; Αν είναι πιο εύκολο να απαντήσεις, τι είναι αυτό που θα σε κάνει να πεις όχι;
Το βασικό είναι να μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να βοηθάει κάπως στο προτεινόμενο εγχείρημα, να με ενδιαφέρει η ιστορία και να είναι συμπαθητικοί οι συντελεστές.
To «Κλάδεμα της Τριανταφυλλιάς» του Καρίμ Αινούζ σε σενάριο του Ευθύμη Φιλίππου θα προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου.
