Αν οι άνθρωποι είναι δέντρα, τότε η Ιλντικο Ενιέντι είναι η μόνη που δικαιούται να κάνει μια ταινία γι’ αυτό.
Οχι μόνο γιατί η εικονογραφία του «Η Ψυχή και το Σώμα» με τους ανθρώπους που ήταν ελάφια στα όνειρα τους, υπήρξε μια από τις πιο δυνατές των τελευταίων δεκαετιών, αλλά γιατί η σχέση του σινεμά της με την (ανθρώπινη) φύση είναι βαθιά ριζωμένη σε μια άποψη για τον κόσμο που ξεπερνά την οικολογία (ως φιλοσοφία αλλά και ως ζητούμενο) για να γίνει μια έκκληση επαναφοράς του ανθρώπου πίσω στη θεμελιώδη αρχή του.
Οι τρεις ιστορίες που αποτελούν τη νέα της ταινία μοιάζουν φαινομενικά με μια απόπειρα σχεδόν δοκιμιακή. Κύριο θέμα τους είναι - όπως ίσως πάντα στο έργο της Ενιέντι - περισσότερο και από την επικοινωνία, η ένωση, η ένωση με κάτι όχι ανθρώπινο που όμως αλληλεπιδρά με την ανθρώπινη κατάσταση, απαιτώντας ωστόσο ερεθίσματα και από τις δύο πλευρές.
Στη «Σιωπηλή Φίλη» η Ιλντικο Ενιέντι εξερευνά τον κόσμο των φυτών, με κοινό γνώρισμα στη αναζήτησή της ανάγκη προσωπικής αλλά και κοινωνικής επανεξέτασης της ανθρώπινης… επαφής ένα δέντρο γκίνγκο (το παλιότερο φυτό στον κόσμο) στο βοτανικό κήπο μιας γερμανικής πόλης
Το ίδιο κάνουν και οι ήρωες της.
Ενας νευροχειρουργός (τον υποδύεται με την βαθιά γνώση της πνευματικότητας και της σωματικότητας που του αρμόζει ο Τόνι Λιούνγκ, στην πρώτη του εδώ εκτός Ασίας ταινία) αναγκάζεται να σταματήσει τη μελέτη του στο Πανεπιστήμιο του Μάργκουργκ λόγω της πανδημίας του 2020. Μόνος του, μέσα στις εγκαταστάσεις του άδειου Πανεπιστημίου, μελετά τα βιοχημικά σήματα που στέλνει σε ειδικά σχεδιασμένες μηχανές ένα δέντρο γκίνγκο, παρόμοια με αυτά ενός εμβρύου.
Πίσω στο χρόνο, στη Γερμανία του 1980, η Γκρέτε γίνεται η πρώτη γυναίκα που σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ. Θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη σεξιστική επίθεση των επικεφαλής του Πανεπιστήμιου, αλλά θα ανακτήσει δυνάμεις όταν θα ασχοληθεί με τη φωτογραφία, μέσα από την οποία θα αρχίσει να αντιλαμβάνεται την κρυφή ζωή των φύλλων των δέντρων.
Ενδιάμεσα, το 1972, ένας αφελής νεαρός, ο Χάνες θα δεχτεί να προσέχει το γεράνι της κοπέλας που έχει ερωτευτεί. Εκείνη πιστεύει ότι επικοινωνεί με το φυτό, ο Χάνες θεωρεί τη μελέτη της αστεία, μόνο που όταν θα μείνει μόνος του μαζί του θα νιώσει πράγματα που δεν έχει ξανανιώσει στη ζωή του.
Η Ιλντικο Ενιέντι ακολουθεί τους αργούς αλλά αποκαλυπτικούς ρυθμούς της ανάπτυξης ενός δέντρου, φτιάχνοντας μια ταινία που περισσότερο απαιτεί από τον θεατή να αισθανθεί παρά να καταλάβει, με κύριο υλικό μια ποίηση που ακυρώνει την κινηματογραφικότητα όπως τη γνωρίζουμε προκειμένου να την ενισχύσει δίνοντας της νέο, πολύτιμο, πρωτόγνωρο για πολλούς, νόημα.»
Γυρισμένες σε διαφορετικά φόρμα από τον διευθυντή φωτογραφίας του «Η Ψυχή και το Σώμα» Γκέργκελι Πάλος - η σύγχρονη ιστορία σε υψηλής ευκρίνειας ψηφιακό, η ενδιάμεση σε έγχρωμο 16mm και αυτή των αρχών του 20ου αιώνα σε ασπρόμαυρο 35άρι - οι τρεις αυτές ιστορίες συνομιλούν μεταξύ τους ακαδημαϊκά (άλλωστε όλες διαδραματίζονται στο χώρο της επιστήμης) αλλά και ανθρώπινα.
Αυτό που τις ενώνει είναι ο κόσμος των φυτών, αλλά τελικά και η ιστορική εξέλιξη της ίδιας της έρευνας ως μοναδική οδό για την ανακάλυψη, η χειραφέτηση ως άμυνα της (γυναικείας) φύσης, το ερωτικό παιχνίδι ανάμεσα στα δύο φύλα που δεν παίζεται ποτέ ερήμην μιας κυριολεκτικής αγκαλιάς, η μοναξιά ως ένα καταφύγιο που ίσως να είναι και η κατάληξη μιας βαθιάς επικοινωνίας με τον ίδιο μας τον εαυτό.
Χωρίς κορυφώσεις, δραματικές ή δραματουργικές ανατροπές, χωρίς ψυχολογία στους χαρακτήρες ή πραγματική γνωριμία μαζί τους, με χρόνο στην παρατήρηση - σαν και η ίδια να αναλαμβάνει εδώ ρόλο επιστήμονα που θέλει να πειραματιστεί πάνω στο αντικείμενο της και να αποδείξει τη θεωρία της - η Ενιέντι ακολουθεί τους αργούς αλλά αποκαλυπτικούς ρυθμούς της ανάπτυξης ενός δέντρου, φτιάχνοντας μια ταινία που περισσότερο απαιτεί από τον θεατή να αισθανθεί παρά να καταλάβει, με κύριο υλικό μια ποίηση που ακυρώνει την κινηματογραφικότητα όπως τη γνωρίζουμε προκειμένου να την ενισχύσει δίνοντας της νέο, πολύτιμο, πρωτόγνωρο για πολλούς, νόημα.
Η φιλοδοξία είναι μεγάλη, το αποτέλεσμα μικρότερης εμβέλειας και μοιρασμένο ανάμεσα σε σκηνές που θαυμάζεις για την ευαισθησία και το ποιητικό τους εκτόπισμα και άλλες που μοιάζουν να εντρυφούν περισσότερο σε αχαρτογράφητες περιοχές μιας κινηματογραφικής επιστημολογίας που δεν οδηγεί πάντα στο συναίσθημα. Με κοινή διαδρομή, αλλά όχι και κοινό παρανομαστή, οι τρεις ιστορίες θα φτάσουν στο τέλος της διαδρομής τους, χωρίς όμως να έχουν καλύψει και κυρίως αποδείξει τα μεγάλης αξίας επιστημονικά αλλά και συναισθηματικά τους ευρήματα.
Και καθώς η κινηματογραφική ποίηση απλώνεται πάνω στην μελαγχολία, τη μοναξιά και το ανεπαίσθητο αυτής της αδιόρατης ευθείας γραμμής που ενώνει τις ζωές των ανθρώπων μέσα στους αιώνες, η Ενιέντι επιχειρεί μια «δοκιμιακή» ταινία πάνω στο απειροελάχιστο της ανθρώπινης ύπαρξης που όσο στέκει και η ίδια σαν παιδί απέναντι στα πορίσματα της έρευνας της μαγεύει, χάνοντας τελείως ωστόσο το κέντρο βάρος της, αποξενώνοντας τον θεατή, όταν παρασύρεται από την αποστασιοποιημένη επιτήδευση της ίδιας της της… φύσης.

