Ο ήρωας της ταινίας δεν έχει όνομα. Τον φωνάζουν Πλάουμαν (Ploughman), «Οργωτή», από τη δουλειά του. Οταν τον ρωτούν ποιο είναι το όνομά του, απαντά χαρακτηριστικά: «Είμαι αυτό που κάνω». Η πανώλη τού έχει στερήσει τη γυναίκα και τα παιδιά του, αφήνοντάς τον σε έναν κόσμο όπου η προσωπική του ταυτότητα μοιάζει να έχει χαθεί μαζί τους. Του έχουν απομείνει η γη, η δουλειά και η ανάγκη να συνεχίσει να ζει.
Είναι ένας άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερη ιστορία, ακριβώς επειδή η ιστορία του θα μπορούσε να είναι η ιστορία χιλιάδων άλλων. Η επιλογή του Γκρίνγκρας να τον αφήσει ανώνυμο τον μετατρέπει περισσότερο σε σύμβολο παρά σε ήρωα με ξεχωριστή προσωπική διαδρομή: ο Πλάουμαν γίνεται ο «κάθε άνθρωπος», η προσωποποίηση μιας ολόκληρης τάξης που έχει φτάσει στα όριά της.
Η οργή αυτή, όμως, δεν γεννιέται από το πουθενά. Η πανώλη έχει αφανίσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού, η χώρα προσπαθεί να σταθεί ξανά στα πόδια της και το στέμμα χρειάζεται χρήματα για τον πόλεμο με τη Γαλλία. Η λύση που επιλέγουν οι σύμβουλοι του νεαρού Ριχάρδου Β΄ είναι να φορολογήσουν τους απλούς ανθρώπους, εκείνους που έχουν και τη μικρότερη δυνατότητα να αντιδράσουν. Οι χωρικοί ήδη δυσκολεύονται να επιβιώσουν, ενώ οι νόμοι κρατούν τους μισθούς χαμηλά. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η εξέγερση μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη.
Ο Γκρίνγκρας χτίζει από την αρχή έναν κόσμο βαρύ και εξαντλημένο. Τα άδεια χωράφια, η λάσπη, τα φτωχικά σπίτια και τα πρόσωπα των ανθρώπων που δουλεύουν ασταμάτητα δίνουν την αίσθηση μιας κοινωνίας που έχει επιβιώσει από μια καταστροφή, αλλά δεν έχει ακόμη καταφέρει να σταθεί όρθια. Η πανώλη δεν υπάρχει μόνο στις αναφορές του παρελθόντος· βρίσκεται παντού, στον τρόπο που οι άνθρωποι ζουν, δουλεύουν και φοβούνται για το επόμενο πρωί.
Μέσα σε αυτή την καθημερινότητα, η πορεία προς το Λονδίνο αποκτά σταδιακά ιδιαίτερο βάρος. Ο Πλάουμαν ξεκινά μόνος, όμως σύντομα βρίσκεται ανάμεσα σε όλο και περισσότερους ανθρώπους που μοιράζονται την ίδια αγανάκτηση. Η ταινία ενδιαφέρεται περισσότερο για αυτή τη συλλογική μετατόπιση παρά για τις επιμέρους ιστορίες τους: οι εξεγερμένοι λειτουργούν ως κομμάτια μιας κοινωνίας που για πρώτη φορά αισθάνεται ότι μπορεί να διεκδικήσει κάτι από εκείνους που μέχρι τότε αποφάσιζαν για τη ζωή της.
Απέναντί τους, ο αρχιεπίσκοπος, η αυλή και ο ίδιος ο Ριχάρδος εκπροσωπούν διαφορετικές όψεις της εξουσίας. Κι εδώ, όμως, η ταινία αποφεύγει να δώσει στους χαρακτήρες ιδιαίτερα σύνθετες διαδρομές. Ο Ριχάρδος παραμένει κυρίως ένας νεαρός βασιλιάς που βρίσκεται στο κέντρο μιας πραγματικότητας πολύ μεγαλύτερης από τον ίδιο και την οποία δεν μπορεί ακόμη να κατανοήσει πλήρως.
Η επιλογή αυτή δίνει στην «Εξέγερση» μια διαχρονική διάσταση, κάποιες φορές όμως την κρατά σε απόσταση από τους ίδιους τους ανθρώπους της, περιορίζοντας το συναισθηματικό βάθος που θα μπορούσε να έχει.
Εκεί όπου η σκηνοθεσία βρίσκει πραγματικά τον ρυθμό της είναι στις σκηνές της σύγκρουσης. Η κάμερα βρίσκεται μέσα στο πλήθος, ανάμεσα στα σώματα, τις κραυγές και τη λάσπη, κάνοντας τις μάχες να μοιάζουν χαοτικές και επικίνδυνες. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη γοητεία στη βία, υπάρχει όμως η αίσθηση πως ο θεατής βρίσκεται πολύ κοντά σε κάτι που μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξεφύγει.
Η ίδια κινηματογραφική γλώσσα δεν λειτουργεί πάντα το ίδιο καλά εκτός των μαχών. Η διαρκής κίνηση της κάμερας κάποιες φορές αποσπά την προσοχή αντί να ενισχύει τη σκηνή, ενώ ορισμένα πιο ήρεμα πλάνα μοιάζουν υπερβολικά σχεδιασμένα.
Η ταινία ταλαντεύεται έτσι ανάμεσα στην αίσθηση του χάους και σε μια πολύ ελεγχόμενη σκηνοθεσία, χωρίς αυτές οι δύο πλευρές να συνυπάρχουν πάντα αρμονικά.
Ενα σκοτεινό και φιλόδοξο ιστορικό δράμα, με δυνατές σκηνές μάχης, έντονη ατμόσφαιρα και μια ενδιαφέρουσα ματιά στη στιγμή όπου η προσωπική απώλεια μετατρέπεται σε συλλογική αντίδραση. Δεν δίνει πάντα στους χαρακτήρες το βάθος που θα τους έκανε να ξεχωρίσουν, όμως η κινηματογραφική δύναμη του Γκρίνγκρας και η ερμηνεία του Γκάρφιλντ κρατούν την «Εξέγερση» σταθερά ενδιαφέρουσα μέχρι το τέλος.
Ο Αντριου Γκάρφιλντ, πάντως, κρατά σταθερά το κέντρο της. Ο Πλάουμαν είναι κουρασμένος, πενθεί και έχει κάθε λόγο να έχει χάσει την πίστη του, όμως στην αρχή εξακολουθεί να πιστεύει ότι ο βασιλιάς μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη. Δεν είναι ένας άνθρωπος που ξεκινά έτοιμος να επαναστατήσει, αλλά κάποιος που σταδιακά καταλαβαίνει ότι οι κανόνες του κόσμου στον οποίο πίστευε δεν έχουν φτιαχτεί για ανθρώπους σαν κι αυτόν. Ο Γκάρφιλντ αποφεύγει τις μεγάλες εξάρσεις και δίνει στον χαρακτήρα μια ήσυχη ευαισθησία που τον κάνει πιο ανθρώπινο από όσο θα επέτρεπε ίσως το ίδιο το σενάριο.
Ενδιαφέρον έχει και ο νεαρός Ριχάρδος του Γούντι Νόρμαν. Ενα παιδί που έχει βρεθεί στον θρόνο μιας χώρας σε κρίση, περιβάλλεται από ενήλικες που προσπαθούν να τον επηρεάσουν και να προστατεύσουν τα δικά τους συμφέροντα. Δεν παρουσιάζεται απλώς ως ο αντίπαλος των εξεγερμένων, αλλά ως ένας ακόμη άνθρωπος παγιδευμένος σε έναν μηχανισμό εξουσίας πολύ μεγαλύτερο από τον ίδιο.
Η ταινία, ευτυχώς, δεν αντιμετωπίζει την εξέγερση ως μια απλή μάχη ανάμεσα στους καταπιεσμένους και τους καταπιεστές. Οσο η οργή μεγαλώνει, τόσο η βία αποκτά τη δική της δυναμική. Η δικαιοσύνη αρχίζει να μπλέκεται με την εκδίκηση και οι άνθρωποι που ξεκίνησαν να διεκδικούν τα αυτονόητα βρίσκονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες μιας εξέγερσης που πλέον δεν ελέγχεται εύκολα. Ο Γκρίνγκρας δεν δικαιολογεί τη βία των ισχυρών, αλλά ούτε εξιδανικεύει εκείνη των εξεγερμένων.
Ως ιστορικό δράμα, η «Εξέγερση» παίρνει ορισμένες ελευθερίες, κυρίως όσο πλησιάζει προς την τελική αναμέτρηση. Η ταινία ενδιαφέρεται περισσότερο για τη δραματουργική ένταση και τη συμβολική διάσταση των γεγονότων παρά για μια αυστηρή αναπαράσταση της ιστορίας.
Παρά τις αδυναμίες της, έχει μια δύναμη που δύσκολα αγνοείται. Ο Γκρίνγκρας ξέρει να κινηματογραφεί ανθρώπους που βρίσκονται στα όριά τους και να μετατρέπει μια ιστορική σύγκρουση σε κάτι άμεσο και σωματικό. Η ταινία λειτουργεί καλύτερα ως πορτρέτο μιας κοινωνίας που βράζει παρά ως προσωπική ιστορία, όμως μέσα από τον Πλάουμαν του Γκάρφιλντ βρίσκει έναν ήρωα αρκετά ανθρώπινο ώστε να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στο ατομικό πένθος και τη συλλογική οργή.
Ενα σκοτεινό και φιλόδοξο ιστορικό δράμα, με δυνατές σκηνές μάχης, έντονη ατμόσφαιρα και μια ενδιαφέρουσα ματιά στη στιγμή όπου η προσωπική απώλεια μετατρέπεται σε συλλογική αντίδραση. Δεν δίνει πάντα στους χαρακτήρες το βάθος που θα τους έκανε να ξεχωρίσουν, όμως η κινηματογραφική δύναμη του Γκρίνγκρας και η ερμηνεία του Γκάρφιλντ κρατούν την «Εξέγερση» σταθερά ενδιαφέρουσα μέχρι το τέλος.

