Το ψυχολογικό θρίλερ χρειάζεται κάτι περισσότερο από ένα μεγάλο μυστικό, ένα σκοτεινό σπίτι και χαρακτήρες που κρύβουν ο ένας από τον άλλον όσα δεν πρέπει να ειπωθούν. Χρειάζεται ατμόσφαιρα, αφηγηματική πειθαρχία και κυρίως την αίσθηση πως κάθε αποκάλυψη που έρχεται έχει κερδηθεί μέσα από την ιστορία. «Το Ημερολόγιο της Βέριτι» του Μάικλ Σοουγουόλτερ, βασισμένο στο best seller βιβλιο της Κόλιν Χούβερ, γνωστής και από τα «Μετανιώνοντας για Σένα» και «Τελειώνει με Εμάς» (από αυτά και μόνο ξέρεις ήδη πως θα προχωρήσει και θα καταλήξει η ταινία), διαθέτει όλα τα γνώριμα υλικά του είδους, όμως τα αντιμετωπίζει περισσότερο ως διακοσμητικά στοιχεία ενός εντυπωσιακού πακέτου παρά ως εργαλεία για τη δημιουργία πραγματικής έντασης.

Η ταινία ξεκινά με μια ενδιαφέρουσα ιδέα. Η Λόουεν Ασλεϊ, μια συγγραφέας που παλεύει να σταθεί επαγγελματικά, δέχεται μια ασυνήθιστη πρόταση από τον Τζέρεμι Κρόφορντ: να ολοκληρώσει τη επιτυχημένη σειρά βιβλίων της συζύγου του, της διάσημης αλλά ανίκανης πλέον να γράψει, Βέριτι Κρόφορντ. Μετακομίζοντας στο απομονωμένο σπίτι της οικογένειας για να συγκεντρώσει υλικό, η Λόουεν ανακαλύπτει ένα κρυφό χειρόγραφο που αποκαλύπτει ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για την ψυχολογική κατάσταση της Βέριτι και τη σχέση της με τον Τζέρεμι. Καθώς βυθίζεται όλο και περισσότερο στα γραπτά, αρχίζει να αμφισβητεί τι είναι αλήθεια και τι κατασκευασμένη αφήγηση, εγκλωβισμένη σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι χειραγώγησης και εμμονής.

Θεωρητικά, το υλικό προσφέρεται για ένα κλειστοφοβικό θρίλερ χαρακτήρων. Στην πράξη, το σενάριο δυσκολεύεται να μετατρέψει τις ιδέες του σε κάτι πραγματικά πειστικό.

Το "Ημερολόγιο της Βέριτι" θα μπορούσε να είναι ένα απολαυστικά βρόμικο, υπερβολικό και ενίοτε σαπουνοπερατικό θρίλερ. Το μυστήριο που θα έπρεπε να μας κρατά καθηλωμένους καταλήγει να μοιάζει περισσότερο με μηχανισμό που μετακινεί την πλοκή από τη μία ανατροπή στην επόμενη, αφήνοντας πίσω του χαρακτήρες χωρίς πραγματικό βάρος και έναν θεατή που πολύ γρήγορα παύει να νοιάζεται ποιος λέει την αλήθεια.»

Το πρόβλημα είναι ότι η ταινία δεν καταφέρνει ποτέ να αποφασίσει τι ακριβώς θέλει να είναι. Από τη μία πλευρά επιχειρεί να λειτουργήσει ως ερωτικό θρίλερ, από την άλλη ως οικογενειακό μυστήριο και από την άλλη ως ιστορία για τη διαφορά ανάμεσα στην αλήθεια και τη μυθοπλασία. Οι διαφορετικοί τόνοι δεν ενώνονται οργανικά, η αισθησιακή πλευρά μοιάζει συχνά επιτηδευμένη, το μυστήριο δεν αποκτά ποτέ το βάρος που χρειάζεται και οι χαρακτήρες περισσότερο εξυπηρετούν τις ανατροπές παρά λειτουργούν ως ολοκληρωμένοι άνθρωποι.

Ο Σοουγουόλτερ, παρά την εμπειρία του σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη, δεν βρίσκει εδώ τον σωστό τόνο. Η σκηνοθεσία του παραμένει υπερβολικά γυαλισμένη, χωρίς να αποκτά ποτέ τη δυσοίωνη αίσθηση που απαιτεί η ιστορία. Το σπίτι θα έπρεπε να λειτουργεί σαν ένας ακόμη χαρακτήρας, ένας χώρος όπου η Λόουεν αισθάνεται ολοένα περισσότερο παγιδευμένη, όμως η κάμερα σπάνια αξιοποιεί πραγματικά αυτή την ιδέα. Η ένταση δημιουργείται κυρίως από τις πληροφορίες που αποκαλύπτει το σενάριο και όχι από τον τρόπο με τον οποίο ο Σοουγουόλτερ τις μετατρέπει σε κινηματογραφική εμπειρία.

Και αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στις ανατροπές. Η ταινία θέλει διαρκώς να αλλάζει την αντίληψή μας για τους χαρακτήρες, όμως αρκετές από τις εξελίξεις μοιάζουν περισσότερο σχεδιασμένες για να προκαλέσουν σοκ παρά για να προκύψουν φυσικά από όσα έχει προηγουμένως χτίσει η αφήγηση. Η κριτική υποδοχή έχει ήδη σταθεί σε αυτό το σημείο, με αρνητικές αντιδράσεις να μιλούν για προβλεψιμότητα και απίθανες ανατροπές, ενώ ακόμη και πιο θετικές κριτικές αναγνωρίζουν ότι η ιστορία δυσκολεύεται να κάνει τις εξελίξεις της απολύτως πειστικές.

Οι ερμηνείες είναι ίσως το μοναδικό στοιχείο που κρατά την ταινία όρθια για μεγάλα διαστήματα. Η Αν Χάθαγουεϊ έχει την απαραίτητη παρουσία για να μετατρέψει τη Βέριτι σε μια φιγούρα που προκαλεί αμφιβολία ακόμη και όταν παραμένει σχεδόν ακίνητη, ενώ η Ντακότα Τζόνσον προσπαθεί να διατηρήσει μια πιο συγκρατημένη ηρωίδα μέσα σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο παράλογος. Ο Τζος Χάρτνετ, από την άλλη, βρίσκεται σε έναν ρόλο που βασίζεται περισσότερο στη γοητεία και την αμφισημία παρά σε πραγματικό χαρακτήρα. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές από τις θετικές αντιδράσεις ξεχωρίζουν περισσότερο το καστ παρά το ίδιο το σενάριο.

Το μεγαλύτερο ατόπημα, τελικά, είναι ότι το Verity ζητά από τον θεατή να ενδιαφερθεί για ένα παιχνίδι αλήθειας και ψέματος χωρίς να του προσφέρει αρκετούς λόγους για να επενδύσει συναισθηματικά σε αυτό. Η τελευταία πράξη προσπαθεί να δώσει ένα αποφασιστικό χτύπημα, όμως αντί να επαναπροσδιορίζει όσα προηγήθηκαν, αφήνει την αίσθηση μιας κατασκευασμένης λύσης, με την ταινία να χάνει τελείως την συνοχή της.

«Το Ημερολόγιο της Βέριτι» θα μπορούσε να είναι ένα απολαυστικά βρόμικο, υπερβολικό και ενίοτε σαπουνοπερατικό θρίλερ. Αντί γι’ αυτό, καταλήγει σε ένα γυαλισμένο αλλά άψυχο κατασκεύασμα, που μπερδεύει τη σεξουαλική ένταση με το πραγματικό μυστήριο και την ανατροπή με το καλό σενάριο. Η επιφάνεια είναι προσεγμένη, το καστ έχει αναμφισβήτητη παρουσία και η βασική ιδέα έχει κινηματογραφικό ενδιαφέρον, όμως κάτω από όλα αυτά δεν υπάρχει η απαραίτητη αφηγηματική ένταση. Το μυστήριο που θα έπρεπε να μας κρατά καθηλωμένους καταλήγει να μοιάζει περισσότερο με μηχανισμό που μετακινεί την πλοκή από τη μία ανατροπή στην επόμενη, αφήνοντας πίσω του χαρακτήρες χωρίς πραγματικό βάρος και έναν θεατή που πολύ γρήγορα παύει να νοιάζεται ποιος λέει την αλήθεια.