Συνέντευξη

Μπέττυ Βακαλίδου: «Η μεγαλύτερη μάχη που έδωσα ποτέ είναι η μάχη της επιβίωσης»

στα 10

Από την «Μπέττυ» στη «Στρέλλα» και από εκεί στη «Μάχη», η Μπέττυ Βακαλίδου μιλάει στο Flix για μια διαδρομή πιο κινηματογραφική και από τις ταινίες της: την ίδια της τη ζωή.

Μπέττυ Βακαλίδου: «Η μεγαλύτερη μάχη που έδωσα ποτέ είναι η μάχη της επιβίωσης»

Ο Γρηγόρης Βαλλιανάτος, το 2007, στο επίμετρο της επανέκδοσης του «Μπέττυ», του πρώτου βιβλίου της Ελισάβετ Βακαλίδου που είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 1979 συνοψίζει με τρόπο τελεσίδικο ό,τι χρειάζεται να πει κανείς για την Μπέττυ.

«Θεωρώ ότι κάποιος που δε διάβασε το βιβλίο της δεν έχει πλήρη εικόνα του Νεοέλληνα των τελευταίων πενήντα χρόνων. Κάποιος που το διάβασε, όμως, έχει μια καλή εικόνα όσων "γίνονται και δε λέγονται", αλλά και μια πολύ πλήρη εικόνα της δύναμης της ψυχής ενός ανθρώπου που κατάλαβε πως αξίζει όχι μόνο να χάνεις τις αλυσίδες σου, αλλά ακόμη και να τις φοράς και να καμαρώνεις».

20 χρόνια μετά την επανέκδοση, και περίπου μισό αιώνα μετά την πρώτη έκδοση του «Μπέττυ», δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο η λιγότερο να πεις για μια γυναίκα που φέρει ως παράσημα όχι μόνο τις αλυσίδες της, το παρελθόν της και την ιστορία της ζωής της, αλλά - το σημαντικότερο - το παρόν και το μέλλον της, μια διαρκή νίκη πάνω στο προφανές και μια μάχη κερδισμένη για ό,τι μπορεί να σημαίνει σε αυτή τη ζωή η επιβίωση.

Οσο για τη σχέση της Μπέττυς με τον... Νεοέλληνα, ο Γρηγόρης Βαλλιανάτος δεν θα μπορούσε να έχει περισσότερο δίκιο.

Με μια διάθεση μάλλον αιρετική, αποκαθήλωσης συμβόλων και λοιπών χοντροκομμένων διακριτικών κεντημένων πάνω στη φορεσιά της γαλανόλευκης, η Μπέττυ θα ενέπνεε διαχρονικά όλους όσους τη «σκηνοθέτησαν» - σε σινεμά και θέατρο (μπορεί και στη ζωή;) - σε ένα ρόλο που αν δεν ήταν η Ελλάδα, τότε είχε να κάνει πολύ με την παλιγεννεσία ενός ολόκληρου έθνους. Στόχος κάθε φορά, μια ευθεία επίθεση στο «ελληνικό ήθος» (βλ. υποκρισία) αλλά κυρίως μια ευκαιρία να ειπωθούν και να ακουστούν πράγματα που έμειναν για χρόνια ανείπωτα, ανομολόγητα, κρυμμένα στη ντουλάπα κι αυτά όπως άλλα τόσα...

Στην «Μπέττυ» του Δημήτρη Σταύρακα (1979), «τραβεστί» τότε, η Μπέττυ αυθαιρετεί πάνω στο συμβατικό ξαναγράφοντας κανόνες μιας νεοελληνικής γραμματικής που αλλάζει συντακτικό και λεξιλόγιο προκειμένου να συμπεριλάβει έννοιες πρωτόγνωρες για μια ολόκληρη χώρα - κι όμως τόσο απελευθερωτικές. Στη «Στρέλλα» του Πάνου Χ, Κουτρα (2009), μια τρανς ενώνει τις τελείες ανάμεσα στο ανομολόγητο πολιτικό παρελθόν της Ελλάδας και το επιτέλους αναπολογητικό παρόν της, δίνοντας το έναυσμα σε μια ολόκληρη γενιά για να να αναρωτηθεί κανείς για πτυχές της ελληνικής ιστορίας που δεν γράφτηκαν ποτέ. Και τώρα στη «Μάχη» του Ηλία Γιαννακάκη (2026) που έρχεται στις αίθουσες στις αρχές Νοεμβρίου, η Μπέττυ «επιστρέφει» ως η γυναίκα που ήταν πάντα, για να διεκδικήσει το χώρο της ως ενωτικός σύνδεσμος σε μια χώρα που πλέον έχει αναγάγει τους διχασμούς της σε οικογενειακή υπόθεση.

Σαν την Ελλάδα που (δικά της λόγια) «δεν θα πεθάνει ποτέ», πορεύεται και η Μπέττυ που μιλάει στο Flix όπως μιλάει πάντα, ως ένα ανοιχτό βιβλίο, ξεκινώντας από τις μάχες της ζωής της για να φτάσει στις μάχες του σινεμά και αυτές του χρόνου που περνάει, αφού ενδιάμεσα έχει διασχίσει την ιστορία της ξανά και ξανά σε μια συναρπαστική, τραγική και αστεία, διαχρονικά εμπνευστική διαδρομή στρωμένη με παράσημα την αλήθεια (της).

[Η Μπέττυ Βακαλίδου φωτογραφήθηκε από τον Μιχάλη Κωνσταντά στον ιαπωνικό κήπο στο πάρκο Νηρηίδων στο Παγκράτι.]

Είμαι πάρα πολύ ειλικρινής. Δεν μπορώ να πω ψέματα. Ούτε κατά συνθήκη ψέματα δεν μπορώ να πω. Ο,τι έκανα στη ζωή μου - και τα λάθη - μου βγήκαν σε καλό. Εχω διάγει ήδη 76,5 χρόνια, ως ανοιχτό βιβλίο.»

Μπέττυ

Ποια ήταν η μεγαλύτερη μάχη που έχεις δώσει στη ζωή σου;

H μάχη της επιβίωσης. Αυτό ήταν για μένα πρωτεύον. Επιβίωση με αξιοπρέπεια. Μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής μου. Αυτό με απασχολούσε και αυτό με απασχολεί: η αξιοπρεπής επιβίωση. Κάποιοι μπορεί να αναρωτηθούν: τι αξιοπρέπεια μπορεί να έχει μια πουτάνα; Κι όμως μια πουτάνα μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξιοπρέπεια από πολλούς άλλους κοινούς θνητούς, παραδείγματα δεν χρειάζονται, βοά ο τόπος…

Δύο ερωτήσεις.

Επιβίωση τότε είναι αντιληπτό. Επιβίωση τώρα γιατί;

Τώρα η μάχη της επιβίωσης είναι μεγαλύτερη. Βρίσκομαι μπροστά στα γηρατειά, την ανημποριά, τώρα είναι η στιγμή που πρέπει να διατηρήσω την αξιοπρέπεια μου.

Και γιατί αναφέρεσαι στον εαυτό σου ως «πουτάνα» ακόμη και σήμερα;

Η πορνεία είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο επάγγελμα. Εντελώς διαφορετικό από οποιοδήποτε επάγγελμα έχουν κάνει οι άνθρωποι πάνω στη Γη. Οπότε αυτό σε καθορίζει. Σε σημαδεύει. Απλά είναι καλό να προσπαθήσεις να μην σε καθοδηγεί, να μην αποτυπωθεί στο πρόσωπο σου, στη συμπεριφορά σου, στο λεξιλόγιο σου… Δεν είναι καθόλου εύκολο.

Εσύ όμως τα κατάφερες.

Και βέβαια τα κατάφερα. Για πολλά χρόνια γυρίζοντας στο σπίτι μετά από μια έξοδο, ένα σινεμά, ένα θέατρο, έμπαινα στο ασανσέρ το οποίο είχε ένα μεγάλο καθρέφτη και κόκκινη επένδυση. Μέχρι να φτάσει στον έβδομο όροφο κοίταζα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και έλεγα «φτου σου ρε πούστη, τα κατάφερες».

Και ποια είναι η μάχη που δεν κατάφερες να κερδίσεις;

Που δεν επέμεινα όσο έπρεπε, ακόμη και πριν γίνω τρανς, στα δύσκολα χρόνια που ήμουν στο αναμορφωτήριο, να αποκτήσω ακαδημαϊκή μόρφωση. Πάντα αισθάνομαι ελλιπής…

Διάβαζες όμως πάντα πολύ, έγραψες…

Ναι, αλλά η ακαδημαϊκή μόρφωση θα με βοηθούσε να γλιτώσω από πολλά πράγματα από τα οποία ταλαιπωρήθηκα στη ζωή μου. Και κυρίως θα με είχε βοηθήσει να αποφύγω την πορνεία, από την οποία μπορώ να υπερηφανεύομαι ότι βγήκα νικήτρια χωρίς να αλλοτριωθώ. Θα είχα σπουδάσει, θα είχα γίνει δικηγόρος, δικαστικός. Δεν θα είχα γίνει τρανς. Δεν μεγάλωσα με το όνειρο να γίνω τρανς. Εγινα τρανς αναγκαστικά μετά από πολλές δουλειές: στα καράβια, μετανάστης στην Αμερική, στα εστιατόρια… Και όταν βγήκα στην πορνεία, δεν άντεξα, ξαναέφυγα στα καράβια μπας και… Και μετά ξαναγύρισα.

Υπήρχαν στιγμές για κάποια χρόνια που έπιανα τον εαυτό μου να ανεβαίνω τις σκάλες του μετρό για να φτάσω στο σπίτι μου και ένιωθα ότι ήθελα να λιποθυμήσω από την κούραση. Ενιωθα βαθιά κουρασμένη σαν να είχα κουβαλήσει όλον τον κόσμο στην πλάτη μου. Δεν το έκανα… Ποιος θα ασχολιόταν μαζί μου; Το πολύ πολύ να μου έδιναν ένα μπουκαλάκι νερό. Δεν θα ζητούσα ποτέ τον οίκτο κανενός. Δεν το έκανα ποτέ. Οσο κουρασμένη κι αν νιώθεις, το μόνο που έχει νόημα είναι να συνεχίζεις. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια του σταματάω. Αν σταματήσεις εσύ, σταματάνε και όλα γύρω σου.»

Μπέττυ

Μπέτυ

Μπέτυ

«Η πορεία της ζωής σας είναι σοβαρή, ογκώδης και ελαφριά», είχε αναφέρει για σένα ο Ζαν Ζενέ στην επιστολή που σου είχε απευθύνει. Ακαταμάχητος συνδυασμός για να επιβιώσει κανείς. Δεν είναι;

Η αντίφαση κυρίως. Οταν η πορεία είναι ογκώδης, όπως και ήταν, εσύ πρέπει να είσαι ελαφρύς. Οχι όμως επιπόλαιος. Αυτό είναι διαφορετικό και συχνά το μπερδεύουμε. Είναι επίσης σημαντικό και να ξέρεις να ελίσσεσαι μέσα στις καταστάσεις, χωρίς να προδίδεις τη ψυχή σου και το είναι σου. Το σύστημα είναι φτιαγμένο για να σε εξουθενώσει, να σε καταστρέψει, να σε εξοντώσει.

Είχες όμως τελικά πολλά μέτωπα που ήθελαν να εξοντώσουν;

Αυτό που με έσωσε είναι, πως να το πω, μια συγκρότηση. Αυτή είναι μια λέξη που με χαρακτηρίζει. Πώς εμφανίστηκε, πως προέκυψε; Δεν ξέρω. Ισως η ανάγκη για επιβίωση ήταν αυτή που με οδήγησε να γίνω ένα πολύ συγκροτημένο άτομο. Ισως γιατί από 15 ετών περνάνε όλα από μένα: από την πληρωμή ενός λογαριασμού μέχρι το να αλλάξω λάστιχο στο αυτοκίνητο... Υπήρχαν στιγμές για κάποια χρόνια που έπιανα τον εαυτό μου να ανεβαίνω τις σκάλες του μετρό για να φτάσω στο σπίτι μου και ένιωθα ότι ήθελα να λιποθυμήσω από την κούραση. Ενιωθα βαθιά κουρασμένη σαν να είχα κουβαλήσει όλον τον κόσμο στην πλάτη μου. Δεν το έκανα… Ποιος θα ασχολιόταν μαζί μου; Το πολύ πολύ να μου έδιναν ένα μπουκαλάκι νερό. Δεν θα ζητούσα ποτέ τον οίκτο κανενός. Δεν το έκανα ποτέ. Οσο κουρασμένη κι αν νιώθεις, το μόνο που έχει νόημα είναι να συνεχίζεις. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια του σταματάω. Αν σταματήσεις εσύ, σταματάνε και όλα γύρω σου.

Πόσο έπαιξε ρόλο στη συγκρότηση αυτή που αναφέρεις η ανάμειξη σου με το ΑΚΟΕ (Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλοφίλων Ελλάδος) πίσω στα τέλη της δεκαετίας του ’70;

Πολύ, γιατί τότε ήρθα σε επαφή με άτομα της λεγόμενης ιντελιγκένσιας της εποχής. Για πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν άνθρωποι της τέχνης και των γραμμάτων που επιζητούσαν την παρέα μου. Αυτή η επαφή με έκανε να πιστέψω πως έχω κάποια αξία. Και με έκανε να αρχίσω να σκέφτομαι, να νοιάζομαι τον εαυτό μου, να ελέγχω τις πράξεις μου, να διευρύνω το λεξιλόγιο μου. Σταμάτησα να είμαι η τρανς που μιλούσε μόνο για τους πελάτες και τι ακριβώς συνέβη το προηγούμενο βράδυ και «τι κουλό έκανε η μία και η άλλη». Ειδικά τα παιδιά τότε του ΑΚΟΕ ενδιαφέρθηκαν πολύ για μένα, με εξύψωσαν με τον τρόπο τους.

O ακτιβισμός τι ρόλο έπαιξε και παίζει στη ζωή σου;

Ο ακτιβισμός προέκυψε τότε γιατί δεν δεχόταν κανείς άλλος να βγει μπροστά και έτσι βγήκα εγώ για να εκπροσωπήσω τις τρανς και να μιλήσω για τα δικαιώματα τους. Η κατάσταση ήταν τότε τραγική, οι τρανς βρίσκονταν στο όριο της ασιτίας. Η ανάγκη ήταν επιτακτική. Δεν θεωρώ όμως ακτιβισμό σήμερα να φτιάξω ένα μαγαζάκι, να το ονομάσω ΜΚΟ και να πετάω τσιτάτα στο Facebook και στα social media. Δεν είναι αυτό. Για μένα ακτιβισμός είναι να συμπάσχεις για τον άλλον, να πονάς για τον άλλον. Η έννοια αυτή της ενσυναίσθησης που την έμαθα από αυτά που έχω περάσει στη ζωή μου. Να μπορείς να βοηθήσεις τον άλλον, με το υστέρημα σου, με μια συμβουλή, με έναν καλό λόγο. Αυτό είναι ακτιβισμός. Ετσι ξεκινήσαμε, να νοιαζόμαστε η μία και την άλλη.

Η εποχή όμως έχει αλλάξει; Τα πράγματα λέγονται και γίνονται πια αλλιώς. Που σε βρίσκει το νέο λεξιλόγιο της GenZ;

Είναι δείγμα των ημερών όλη αυτή η λεκτική θύελλα με τους ορισμούς, τους διαχωρισμούς, τι και πώς πρέπει να λέγεται το κάθε τι… Μου αρκεί που εξαφανίστηκαν κάποιες φράσεις που ήταν συνυφασμένες με την ύβρι, την προσβολή. Αυτά τα στηρίζω πολύ. Τώρα αν η πουτάνα πρέπει να λέγεται σεξεργάτρια δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Εγώ πουτάνα εξακολουθώ να την λέω και μπουρδέλο εξακολουθώ να το λέω. Υπάρχει μια διάθεση ωραιοποίησης. Για μένα αυτό είναι δήθεν… Τα ονόματα μας πείραξαν, όταν ο φασισμός έχει αρχίσει να μας περικυκλώνει; Εμείς τότε αγωνιστήκαμε για τα δικαιώματα γενικώς, όχι μόνο των τρανς, αλλά και των ομοφυλόφιλων και μαζί μας συστρατευτήκανε και άλλες ομάδες που διεκδικούσαν ορατότητα. Εχουν πετύχει πολλά τα νέα παιδιά. Αλλά τους χαρακτηρίζει και μια αχαριστία. Να ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της εποχής μας. Εγώ δεν έχω ψηφίσει ποτέ Νέα Δημοκρατία, δεν φανατίζομαι ποτέ πολιτικά, αλλά είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση αυτή έκανε πολλά για το γάμο, τη γονεϊκότητα με τη βοήθεια του οικονομικού συμβούλου τότε του Κυριάκου Μητσοτάκη, Αλέξη Πατέλη αλλά και άλλων ένα-δύο υφυπουργών που ενώ βοήθησαν για τα δικαιώματα της κοινότητας δέχτηκαν σωρεία υβριστικών σχολίων. Αυτή η αχαριστία υπάρχει διαχρονικά - το είχα δει και στα πρώτα χρόνια του ΑΚΟΕ. Αυτό ίσως με κράτησε να μην ασχοληθώ δυναμικά με τον ακτιβισμό. Η κοινότητα τότε τα ήθελε όλα τώρα και γρήγορα. Βρέθηκα πολλές φορές κατηγορούμενη για το ένα και το άλλο… Δεν μπορούσαν να καταλάβουν και τότε και τώρα πως τα πράγματα αλλάζουν με συγκεκριμένο τρόπο και ρυθμό. Ζητούν πολλά και άμεσα και καλά κάνουν γιατί από τα πολλά κερδίζεις τα λίγα, αλλά κάπου στη διαδρομή χάνεται η λογική.

Μπέττυ

Ενιωσες ότι υπήρξε ποτέ λόγος να γράψεις τη συνέχεια της αυτοβιογραφίας σου;

Είμαι σίγουρη ότι μέσα στα χρόνια - και σήμερα - θα υπήρχε ενδιαφέρον για μια συνέχεια της ζωής μου. Εχω και ένα ογκώδες οπτικοακουστικό υλικό όπου αφηγούμαι πολλά πράγματα από τη ζωή μου που θα πάρει κάποια στιγμή μια μορφή. Ωστόσο είμαι τεμπέλα… Και επίσης είμαι ολιγαρκής. Δεν έχω φιλοδοξία να γράφω και να βγάζω βιβλία. Ας γράφουν άλλοι για μένα. Εγώ αυτό που θέλω αυτή τη στιγμή είναι να απολαμβάνω τη ζωή. Δεν έχω πια κενά. Δεν επιδιώκω κάτι άλλο. Νιώθω πλήρης. Η κούραση μου και η ταλαιπωρία μου τόσων χρόνων στο πεζοδρόμιο δεν ανταλλάσσεται με τίποτα. Πιστεύω πως ένας τρόπος ίασης είναι ακριβώς αυτό, να μην κάνεις σχεδόν τίποτα ή να κάνεις ό,τι σου έρχεται, ό,τι σου φέρνει η τύχη.

Αν όμως πιάναμε το τέλος του βιβλίου και φτάναμε στο σήμερα, ποιοι θα ήταν οι σταθμοί στη ζωή σου που θα έπρεπε οπωσδήποτε να αναφέρεις;

Σίγουρα την αλλαγή φύλου που έκανα. Γιατί στην αρχή ήμουν παρά πολύ μεγάλη πολέμιος της αλλαγής. Αυτές ήταν τότε οι εμπειρίες μου. Οταν όμως έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο και με πλησίασε μια μικρή ομάδα τρανς γυναικών που δεν είχαν καμία σχέση με τη Συγγρού, με έπεισαν για το θετικό αποτέλεσμα της επέμβασης. Οπότε και το αποφάσισα και το έκανα και δεν το μετάνιωσα ποτέ.

Ενας σταθμός ήταν αυτός.

Ενας άλλος πολύ μεγάλος σταθμός ήταν όταν πήρα δικό μου σπίτι. Για χρόνια αρνιόμουν δεν ήθελα. Ελεγα ένα άτομο είμαι, μπορώ να μείνω όπου θέλω… Είναι όμως διαφορετικά, γιατί τράβηξα πολλά σε τόσα μέρη όπου έζησα, που δεν μου νοίκιαζαν εύκολα σπίτι επειδή ήμουν τρανς. Οταν πήρα το δικό μου σπίτι, το 2001, ήμουν η πρώτη που μπήκε στη νεόκτιστη τότε πολυκατοικία στο Νέο Κόσμο, είχα το διαμέρισμα στον έβδομο όροφο, με μια θέα πανοραμική - Υμηττός, Λυκαβηττός, Ακρόπολη, Φιλοπάππου. Μπήκα μέσα και έκανα δύο εικοσιτετράωρα να βγω από το σπίτι. Ηταν σαν να μπήκα πάλι στην κοιλιά της μάνας μου. Εμεινα εκεί στο σαλόνι να κοιτάζω τη θέα…

Ποτέ δεν σκέφτηκα γιατί παίζω συνέχεια την τρανς. Δεν ήταν κάτι που με απασχόλησε ποτέ. Σε όλους τους ρόλους υφέρπει το παρελθόν μου και τελικά ουδόλως με ενοχλεί. Είναι ακόμη ένα δείγμα του queerness της πορείας μου. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι ότι μέσα από τους ρόλους εκπέμπονται μηνύματα.»

Μπέττυ

Οι ρόλοι σου στο σινεμά - αλλά και στο θέατρο - μοιάζουν να είναι, τυχαία ή συνειδητά, μια συνέχεια της προσωπικότητας σου. Είναι σαν οι ρόλοι σου να συμπληρώνουν τις ιστορίες της ζωής σου. Τόσο η Μαίρη στη «Στρέλλα», όσο και η Μάχη στη «Μάχη» σαν να λένε ιστορίες που συναντάνε τις δικές σου ιστορίες. Το νιώθεις αυτό;

Μου αρέσει πολύ αυτό που λες γιατί συνέβη από την αρχή. Από το πρώτο θεατρικό που ήταν το «Πρόσωπα Φυσικά και Αλλόκοτα» του Τζουζέπε Πατρόνι-Γκρίφι το 1981 σε σκηνοθεσία Γιάννη Διαμαντόπουλου, μαζί με τη Ντίνα Κώνστα. Επαιζα την τρανς. Ποτέ δεν σκέφτηκα γιατί παίζω συνέχεια την τρανς. Δεν ήταν κάτι που με απασχόλησε ποτέ. Σε όλους τους ρόλους υφέρπει το παρελθόν μου και τελικά ουδόλως με ενοχλεί. Είναι ακόμη ένα δείγμα του queerness της πορείας μου. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι ότι μέσα από τους ρόλους εκπέμπονται μηνύματα.

Και επίσης μέσα από τους ρόλους σου - στη «Στρέλλα» αρχικά, στα «Αμάραντα» του 2017 από τους bijouz de cant και τον Γιάννη Σκουρλέτη, στη «Μάχη» τώρα- , είναι σαν να υποδύεσαι την πατρίδα, την Ελλάδα. Κουβαλάς πάνω σου εθνικά σύμβολα υπό αμφισβήτηση και αναθεώρηση. Πως νιώθεις γι’ αυτό;

Υπάρχει μεγαλύτερη τιμή από αυτό; Να σε ταυτίζουν έστω και λίγοι θεατές με τα πάθη μιας Ελλάδας; Και στη «Στρέλλα» η ιστορία της Μαίρης έρχεται να αποκαλύψει μια άλλη Ελλάδα - και έναν κρυφό έρωτα - που δεν θα φανταζόσουν ποτέ ότι θα βρεις μέσα σε μια σύγχρονη ιστορία για μια τρανς. Και τώρα στη «Μάχη», δεν υπάρχουν flashbacks αλλά μαθαίνουμε την ιστορία της Μάχης ήδη από τους τίτλους της αρχής. Ενας λοχαγός παντρεμένος, με δύο παιδιά κατά τη διάρκεια της δικατορίας. Κάποια στιγμή χωρίς να το θέλει, χωρίς να το επιδιώκει θαμπώνεται από την ομορφιά και από τα πάθη ενός φαντάρου. Τον ερωτεύεται. Στην ταινία διεκδικώ - μετά από την τιμωρία, την απόλυση, την αυτοεξορία στο εξωτερικό, τη διόρθωση φύλου, όλα τα χρόνια που είμαι μακριά - αποφασίζω να γυρίσω σαν αυτό που είμαι τώρα. Και είναι υποχρεωμένοι όλοι να με άποδεκτούν. Είναι όπως είχα γράψει στο «Μπέττυ», ότι «Είμαι πόρνη. Είμαι πουτάνα. Είμαι ένας άντρας που ντύνεται γυναίκα. Αμφισβητώ τις αξίες σας και τον κάλπικο πολιτισμό σας. Σας προσφέρω τις υπηρεσίες μου. Είστε υποχρεωμένοι να με δεχτείτε στο δικό σας κοινωνικό χώρο γιατί είμαι ο άλλος εαυτός σας…». Είναι η διαδρομή ενός ανθρώπου που ξεκινάει σε άλλες εποχές, δύσκολες, να διεκδικήσει την ύπαρξη του.

Η υποκριτική πώς προέκυψε; Ηταν κάτι που ήθελες από πάντα;

Εβλεπα πολύ θέατρο όταν ήρθα στην Αθήνα. Με γοήτευε ο κόσμος αυτός αλλά δεν είχα ποτέ όνειρο να γίνω ηθοποιός. Το ένα έφερε το άλλο. Οταν παίζω νιώθω μια ψυχική ανάταση - όχι το χειροκρότημα, όχι οι κριτικές. Απολαμβάνεις μια αποδοχή. Και παντού βρίσκω δικά μου πράγματα, από τον χαρακτήρα μου, τη ψυχοσύνθεση μου, τη ζωή μου. Τα οποία με κάνουν να νιώθω μια μεγάλη ευφορία. Με απογειώνουν.

Τι παίρνεις από τους σκηνοθέτες σου, τον Δημήτρη Σταύρακα, τον Πανό Χ. Κούτρα, τον Ηλία Γιαννακάκη, τους θεατρικούς, τον Γιάννη Σκουρλέτη, τον Βασίλη Μπισμπίκη;

Εισπράττω πάντα το ενδιαφέρον τους, την αγάπη τους και κλέβω από την αύρα τους, τον κόσμο τους, τις γνώσεις τους. Είναι μια δημιουργική σχέση.

Είμαι αρκετά πολιτικοποιημένη, ποτέ φανατισμένη. Μπορώ να αποδεχτώ τα πάντα, εκτός από φράσεις και κυρίως πράξεις της Ακροδεξιάς, του φασισμού. Τα διαβάσματά μου, οι εμπειρίες μου, όσα ζήσαμε στην πιο άγρια εποχή με την Αστυνομία να μας κυνηγάει και να μας κακοποιεί, είναι πράγματα που δεν μπορούν να ξεγραφτούν εύκολα. Αποστρέφομαι οτιδήποτε φασιστικό.»

Μπέτυ

Μπέτυ

Μπέτυ

Τρεις ταινίες: «Μπέττυ», «Στρελλα», «Μάχη». Πιστεύεις ότι «μετακινήσαν» λίγο την ελληνική κοινωνία;

Και η «Μπέττυ» και η «Στρέλλα», την μετακίνησαν και όχι μόνο κοινωνικά ή πολιτικά, αλλά και ως έργα τέχνης. Η διάρκεια τους αποδεικνύει πως στέκονται πάνω από εφήμερες διαπιστώσεις. Εχουν συμβάλλει σημαντικά στην εξοικείωση μεγάλου μέρους του κοινού και στην αποδοχή της διαφορετικότητας. Δεν υπάρχει αντίλογος σε αυτό. Υπήρξαν βέβαια και αντιδράσεις. Και στην «Μπέττυ» τότε, αλλά και στη «Στρέλλα» χρόνια μετά, αν και τώρα αποδεικνύεται προφητικός ο Κούτρας με την τελευταία επίμαχη σκηνή της «Στρέλλας», όταν σήμερα μιλάμε πλέον τόσο μαζικά για την συμπερίληψη. Εύχομαι και νιώθω σίγουρη πως το ίδιο θα συμβεί και με τη «Μάχη».

Τι λέει η «Μάχη» σήμερα για όποιον τη δει;

Δεν ξέρω αν είναι μια ταινία ακτιβιστική, δεν την λέω ακτιβιστική, ούτε queer. Αλλά είναι σίγουρα μια ταινία για την οικογένεια. Νομίζω πως πολλοί άντρες και πολλές γυναίκες θα δουν μέσα στην ταινία πράγματα που θα δώσουν απαντήσεις σε πολλά αναπάντητα ερωτήματα που μπορεί να έχουν μέσα στα χρόνια, αλλά που ποτέ δεν θέλησαν να ομολογήσουν ούτε στον εαυτό τους.

Στη «Μάχη» τι σε δυσκόλεψε πιο πολύ και τι ήταν το πιο συναρπαστικό στη δημιουργία της ταινίας;

Το πιο συναρπαστικό ήταν η φυσική ευγένεια και η καλοσύνη του Ηλία Γιαννακάκη. Ο χρόνος που διέθεσε, να κάνουμε πρόβες για δύο ολόκληρα χρόνια, τον πρώτο χρόνο μια φορά την εβδομάδα, τον δεύτερο χρόνο δύο φορές την εβδομάδα και προς το τέλος κάθε μέρα. Ενας άνθρωπος ο οποίος δεν εκρήγνυται ποτέ, πολύ ήρεμος, με απίστευτες γνώσεις και σε κάποια σημεία που δυσκολεύτηκα για διάφορους λόγους με μεγάλη ηρεμία, πάντα ήταν εκεί για να με καθησυχάσει. Δυσκολία ήταν τα γρήγορα γυρίσματα, δουλεύαμε πολλές ώρες, οργανωμένα, με διαλείμματα και ρεπό, αλλά κάποια στιγμή εμένα με κατέβαλαν σωματικά. Το ανέφερα στον Ηλία Γιαννακάκη όταν είχαμε τελειώσει τα γυρίσματα και ήταν τόσο ευγενικός ώστε να μου πει ότι έπρεπε να του το είχα πει και θα βρίσκαμε τρόπο να σταματήσουμε για μια δυο μέρες. Δεν θα σταματούσα ποτέ ένα ολόκληρο συνεργείο, δεν θα το έκανα ποτέ αυτό.

Το ότι η ταινία σατιρίζει με κάποιον τρόπο τα εθνικά σύμβολα, καταδεικνύει ωστόσο το πόσο μπερδεμένοι είμαστε ανάμεσα στο τι θεωρούμε εθνικισμό ή και φασισμό, πόσο είναι θέματα που σε προβληματίζουν;

Δεν είμαι καθόλου μπερδεμένη. Είμαι πολύ ξεκάθαρη σε σχέση με αυτό. Είμαι αρκετά πολιτικοποιημένη, ποτέ φανατισμένη. Μπορώ να αποδεχτώ τα πάντα, εκτός από φράσεις και κυρίως πράξεις της Ακροδεξιάς, του φασισμού. Τα διαβάσματά μου, οι εμπειρίες μου, όσα ζήσαμε στην πιο άγρια εποχή με την αστυνομία να μας κυνηγάει και να μας κακοποιεί, είναι πράγματα που δεν μπορούν να ξεγραφτούν εύκολα. Αποστρέφομαι οτιδήποτε φασιστικό.

Μπέτυ

Η Ελλάδα πόσο σε πληγώνει;

Πολλές φορές στο παρελθόν σκέφτηκα να ζήσω στο εξωτερικό. Εκανα και μια προσπάθεια να ζήσω στη Γαλλία. Oπου όμως κι αν βρέθηκα, και στην Αμερική που πήγα και στα ταξίδια με το καράβι, πολύ σύντομα ένιωθα αυτό που λέμε το νόστο για την πατρίδα. Δεν μπορώ να πω ότι δεν αγαπάω την Ελλάδα, γιατί αν τη μισούσα και τη σιχαινόμουν σίγουρα θα είχα βρει έναν τρόπο διαφυγής. Αυτή όμως είναι η πατρίδα μου, εδώ θα ζήσω. Εχω πειστεί ότι είναι η χώρα που δεν πεθαίνει ποτέ, με τα καλά της και με τα κακά της. Πιο πολύ με ενοχλούν οι άνθρωποι αυτής της χώρας. Γι’ αυτό και επιστρέφω συχνά στα δύο εμβληματικά κείμενα του Δημήτρη Δημητριάδη, στο «Πεθαίνω σαν Χώρα», αλλά και στο «Βδέλυγμα» που αναφέρεται στους ανθρώπους αυτής της χώρας. Η έλλειψη πολιτισμού που τους χαρακτηρίζει μερικές φορές με κάνει να τους απεχθάνομαι βαθιά.

Εχεις σαν την Μάχη στην ταινία - που θέλει να σταθεί ντυμένη με τα στρατιωτικά στη μέση της Πλατείας Συντάγματος κοιτώντας τον Αγνωστο Στρατιώτη και τη Βουλή - ένα απωθημένο;

Είχα παλιότερα, αλλά είναι κάπως εγκληματικό. Θα το πω όμως. Επειδή δεινοπάθησα και όλες μας από την Αστυνομία, με απαράδεκτες συμπεριφορές, βίαιες και απαξιωτικές, βαθιά συμπλεγματικές, κακοποιητικές και φασιστικές, ήθελα για χρόνια να πάω σε μια διαδήλωση που θα είναι όλοι συγκεντρωμένοι οι αστυνομικοί και να πέσω πάνω τους με το αυτοκίνητο μου. Αλλά συγκρατήθηκα δεν το έκανα. Και ευτυχώς…

Η δικιά σου πατρίδα ποια είναι;

Σίγουρα δεν είναι ο τόπος που γεννήθηκα. Εφυγα από εκεί στα 15 και δεν ξαναγύρισα ποτέ. Δεν ξαναμίλησα ούτε είδα ποτέ κανέναν από την οικογένεια μου. Εχουν πεθάνει όλοι, εκτός από έναν αδερφό, τον τέταρτο στη σειρά - εγώ ήμουν ο πέμπτος - που ζει και με τον οποίο δεν έχω βέβαια επαφές. Το περιστατικό που έχω αφηγηθεί πολλές φορές στο παρελθόν είναι ότι κάποια στιγμή ξέχασα πως μοιάζει η μάνα μου. Δεν μπορούσα να φέρω στη μνήμη μου την εικόνα της. Και δεν είχα καμία φωτογραφία της. Εξαιτίας ενός περιστατικού που προέκυψε το 1998, επικοινώνησα μαζί της, ζούσε τότε στη Λάρισα. Μου επιβεβαίωσε ότι ο πατέρας μου είχε πεθάνει και της ζήτησα να πάω να τη βρω και να τη δω. Αρνήθηκε επίμονα. Κράτησα το τηλέφωνο, λέγοντας ούτε θυμάμαι τι, προκειμένου να της αφήσω χρόνο μήπως μετανιώσει, μήπως αλλάξει γνώμη, μήπως μου ζητήσει το τηλέφωνο μου. Δεν συνέβη τίποτα από όλα αυτά. Αυτό με κινητοποίησε και με έκανε να σκεφτώ ότι θα δω το πρόσωπο της μητέρας μου μόνο όταν αυτή πέθαινε, στη φωτογραφία που θα είχε στον τάφο της. Και αυτό έκανα. Είναι εντελώς βιωματικό, αλλά έχω την εντύπωση πολλές φορές πως έζησα κάτι που δεν είχε σχέση με την πραγματικότητα. Αλλά εγώ το έχω βιώσει. Και σε κάθε αφήγηση περιγράφω το περιστατικό σαν να ήταν πραγματικό. Βγαίνοντας από το νεκροταφείο που είναι στην άκρη του χωριού, κοίταξα κάτω στην πεδιάδα και είδα να χάνεται από το χάρτη και το χωριό στο οποίο γεννήθηκα και η Τουρκία απέναντι. Ισως ήταν ο καιρός που ήταν λίγο πριν μια καταιγίδα, αλλά κυρίως δείχνει μια βαθιά μου επιθυμία για μια πλήρη απόρριψη, να σβήσει αυτό το χωριό, να εξαφανιστούν όλα, ό,τι είχε να κάνει με την παιδική μου ηλικία.

Η «Μάχη» του Ηλία Γιαννακάκη θα προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου σε διανομή της Tanweer.

Μπέτυ