Εχει μια γοητεία να βλέπει κανείς πώς οι Γάλλοι - και συγκεκριμένα ο Αντονέν Μποντρί που συνηθίζει να εστιάζει σε ιστορικά πρόσωπα και τους μηχανισμούς της εξουσίας, μεταφέροντάς τα σε μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές - αποδίδουν την ιστορία ενός ήρωά τους στο σινεμά, με σεβασμό, σοβαρότητα και μια θαρραλέα απομυθοποίηση σημαντικών προσώπων, έστω κι αν η ταινία ξεφεύγει σε μια σεναριακη φλυαρία και μια υπερβολική δραματοποίηση.

Το φιλμ καταπιάνεται με τον Στρατηγό Σαρλ Ντε Γκολ, από τη στιγμή που η Γαλλία παραδίδεται στους Γερμανούς με την κυβέρνηση του Βισύ και του Φιλίπ Πετέν. Οργισμένος κι αποκαρδιωμένος, ο Ντε Γκολ αποδρά στην Αγγλία κι από εκεί αγωνίζεται να σχηματίσει μια αντιναζιστική ηγεσία και, ταυτόχρονα, να εμπνεύσει στους συμπατριώτες του την αντίσταση, τόσο στη γερμανική κατοχή, όσο και στη φιλοναζιστική γαλλική κυβέρνηση.

Πρώτο μέρος μιας συνολικά πεντάωρης διλογίας είναι η ταινία (το δεύτερο μέρος έρχεται στην Ελλάδα στα τέλη Οκτωβρίου), καταπιάνεται με τα γεγονότα από το 1940 ως, μόλις, το 1942, με τη σύσταση και την τραγικότητα της γαλλικής αντίστασης, ενώ το επόμενο κομμάτι εκτυλίσσεται από το '42 ως την απελευθέρωση το 1944. Και, ναι, πέντε ώρες για μια ιστορική τετραετία είναι πολλές και στη ροή της ταινίας γίνεται αισθητό.

Φιλότιμες οι προθέσεις της ταινίας, όμως κι ένα σενάριο που, παρότι απέχει από την αγιογραφία, ξετυλίγεται σε μια αφήγηση μάλλον μονοδιάστατη και πραγματικά φλύαρη.»

Ο ίδιος ο ήρωας, της ταινίας και της Ιστορίας, ο Ντε Γκολ, παρουσιάζεται μ' ένα φίλτρο μελαγχολικό και μοναχικό. Ενας πατριώτης, μόνος εναντίον όλων, θύμα των συμφερόντων του κάθε υποψήφιου συμμάχου του, χωρίς, πια, τη γαλλική υπηκοότητα και με τη στάμπα του προδότη. Ενας στρατιώτης που, αντλώντας από τα ιδανικά της γαλλικής επανάστασης και την ιδέα της δημοκρατίας, υπερβαίνει και τον εαυτό του για να μεταμορφώσει ξανά τη Γαλλία σ' αυτό που θεωρεί πως πρέπει να είναι.

Ταυτόχρονα, η δράση του Ντε Γκολ εναλλάσσεται με μια άλλη ιστορία, αρκετά ισχνή, τη συνειδητοποίηση και ένταξη στην αντίσταση ενός νεαρού, του Φερνάν, παραλληλίζοντας την πορεία μιας ξεχωριστής προσωπικότητας μ' εκείνη ενός απλού άσημου αγωνιστή, συνδέοντάς τες ακόμα πιο άμεσα στο φινάλε. Οσο ο Ντε Γκολ ζει σε υπαρξιακά, θρησκευτικά, οικογενειακά, ακόμα, όρια, βρίσκοντας στο πρόσωπο του Γουίνστον Τσόρτσιλ έναν απρόσμενο συνοδοιπόρο, ο νεαρός διασχίζει το μονοπάτι της ενηλικίωσης, της ωριμότητας, της αυτοθυσίας.

Φιλότιμες οι προθέσεις της ταινίας, όμως κι ένα σενάριο που, παρότι απέχει από την αγιογραφία, ξετυλίγεται σε μια αφήγηση μάλλον μονοδιάστατη και πραγματικά φλύαρη. Ως Ντε Γκολ ο Σιμόν Αμπκαριάν, άλλοτε θαυμάσιος ηθοποιός του Εγκογιάν και του Γκεντιγκιάν, έχει λίγες στιγμές πολυπλοκότητας και πολλές επιτήδευσης, που αγγίζουν την κωμικότητα ή και την καρικατούρα, ομοίως ο Σάιμον Ράσελ Μπιλ που, δίγλωσσα, υποδύεται τον Τσόρτσιλ. Η απόδοση της εποχής είναι ακριβής, η φωτογραφία σκοτεινή αλλά ατμοσφαιρική, όμως το σύνολο δεν αγγίζει τη φιλοδοξία της πρόθεσής του, παραμένοντας πολύ λιγότερο συναρπαστικό από τα γεγονότα.