Γουατεμάλα, 1976. Η αντιστασιακή Μαρία κρατά το νεογέννητο αγοράκι της αγκαλιά, όταν βλέπει από το παράθυρο τη δολοφονία του άντρα της από τους ασφαλίτες. Οι σύντροφοι της το ξεκαθαρίζουν: πρέπει τώρα να φυγαδευτεί στο Μεξικό, αφήνοντας πίσω το μωρό της. Είναι πολύ επικίνδυνο -για όλους- να πιαστεί με τον μικρό Μάρκο: οι βασανιστές της Χούντας έτσι αποσπούν πληροφορίες. Οι μητέρες λυγίζουν μπροστά στην απειλή ότι κάποιος θα βλάψει τα παιδιά τους.
Μεξικό 1986. Η Μαρία -πλέον «Χούλια»- φορώντας διαφορετικές περούκες εργάζεται ως διορθώτρια σε εφημερίδα, όπου προσπαθεί να περνάει άρθρα που ρίχνουν φως στη δικτατορία της χώρας της. Συνεχίζει τον μυστικό της αγώνα από μακριά, κι είναι ακόμα επικίνδυνος: μπροστά στα μάτια της, -στο δρόμο και μέρα μεσημέρι- εκτελούν τον σύντροφο που της προσκόμισε ένα φάκελο με πληροφορίες για τις δολοφονίες και τους βασανισμούς των ακτιβιστών στη Γουατεμάλα τα τελευταία χρόνια.
Η Μαρία έχει ξαναφτιάξει τη ζωή της στο πλευρό του Μιγκέλ, ενός ακόμη αντιστασιακού αγωνιστή, ενώ η μητέρα της της φέρνει να βλέπει τον Μάρκο σε μυστικές επισκέψεις μέσα στα χρόνια. Το παιδί όμως δεν γνωρίζει την μητέρα του ως μητέρα - η γιαγιά του το μεγάλωσε. Για αυτό σοκάρεται όταν οι δυο γυναίκες του ανακοινώνουν ότι θα μείνει στο Μεξικό πια. Η γιαγιά είναι άρρωστη και δεν μπορεί να τον φροντίζει. Η αντίδραση του στην νέα κατάσταση είναι παρόμοια με του Αρχηγού: και πάλι η Μαρία επιλέγει να ζωγραφίσει έναν στόχο στην πλάτη της. Μητρότητα κι αντίσταση δεν συνδυάζονται. Μπορεί να μην αμφισβητούμε τον ρόλο ενός επαναστάτη πατέρα, αλλά τι γίνεται με μια επαναστάτρια μητέρα;
Η Μπερενίς Μπεζό, έχοντας και η ίδια το τραύμα της εξορίας (οι γονείς φυγαδεύτηκαν από την Αργεντινή και κατέφυγαν στη Γαλλία για να ξεφύγουν από τη δικτατορία) αποτυπώνει με ευαισθησία το συνεχές δίλημμα της Μαρίας ανάμεσα στην οικογένεια και την πολιτική στράτευση. Παρ’ όλα αυτά, η πορεία της ηρωίδας μοιάζει προβλέψιμη.»
Αυτό το ερώτημα θέτει ο Σέζαρ Ντίαζ, γράφοντας και σκηνοθετώντας τη δεύτερη ταινία μυθοπλασίας του. Οπως και στην πρώτη του («Οι Μητέρες Μας», Χρυσή Κάμερα στις Κάννες το 2019), αλλά και στα ντοκιμαντέρ του, στο επίκεντρο βρίσκεται η 36χρονη δικτατορία της Γουατεμάλας (1960-1996) και οι βαθιές πληγές που άφησε στον λαό της χώρας.
Το «Μεξικό 1986» (ο ειρωνικός τίτλος που θέλει όλο τον πλανήτη να ζει το πανηγύρι του Μουντιάλ, αγνοώντας ότι λίγο πιο δίπλα άνθρωποι βασανίζονταν κι εκτελούνταν από μία ανελέητη Χούντα στρατιωτικών) είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό: η αντιστασιακή μητέρα του το είχε σκάσει για το Μεξικό, αφήνοντας τον -3 ετών- στα χέρια της γιαγιάς του. Κι ένα μικρό παιδί δεν καταλαβαίνει από επαναστάσεις. Μόνο ότι η μητέρα του τον εγκατέλειψε.
Η Μπερενίς Μπεζό, έχοντας και η ίδια το τραύμα της εξορίας (οι γονείς φυγαδεύτηκαν από την Αργεντινή και κατέφυγαν στη Γαλλία για να ξεφύγουν από τη δικτατορία) αποτυπώνει με ευαισθησία το συνεχές δίλημμα της Μαρίας ανάμεσα στην οικογένεια και την πολιτική στράτευση. Παρ’ όλα αυτά, η πορεία της ηρωίδας μοιάζει προβλέψιμη, ενώ το σενάριο του Ντίαζ δεν καταφέρνει να δώσει το απαιτούμενο βάθος στην ιστορία, ακόμη κι αν αυτή είναι ριζωμένη σε πραγματικά γεγονότα.
Το σασπένς του πολιτικού θρίλερ εξαντλείται σε 1-2 σκηνές δράσης γυρισμένες αριστοτεχνικά, κι όχι στην εγκεφαλική και συναισθηματική μας σύνδεση με την Μαρία - τον αγώνα και τις αγωνίες της.
Ακολουθήστε το Flix.gr και στο Letterboxd.

