Ο Ερικ Ρομέρ έλεγε πάντοτε πως η «Χρυσή Αμαξα» είναι το «σουσάμι άνοιξε» του Ζαν Ρενουάρ. Με την έννοια πως η ταινία που έμεινε περισσότερο στην ιστορία ως μια μεγάλη αποτυχία (που εμέλλε ωστόσο να επανεκτιμηθεί μέσα στα χρόνια) κρύβει στον πυρήνα της το μεγάλο θέμα στην καλλιτεχνική κοσμοθεωρία του σκηνοθέτη που δεν ήταν άλλο από την αλήθεια και τη φαντασία, την τέχνη και την ίδια την ζωή σε ένα αδιαίρετο σύνολο όπου τα όρια είναι πλέον δυσδιάκριτα και η «αναπαράσταση» καταλήγει να είναι η ίδια η «πραγματικότητα».
Δεν θα μπορούσε να ειπωθεί πιο εύστοχα, καθώς ήδη λίγα λεπτά μέσα στη «Χρυσή Αμαξα» και ο Ρενουάρ έχει ήδη κλείσει το κάδρο τόσο ώστε να μην φαίνονται οι κουρτίνες της αυλαίας δεξιά κι αριστερά, σε ένα «δρώμενο» που παίζει διαρκώς με το τι διαδραματίζεται πάνω στη σκηνή ενός θεάτρου και τι στην πραγματικότητα. Αλλωστε η «Χρυσή Άμαξα» δεν είναι παρά μια ωδή στον κόσμο του θεάματος και στον τρόπο που αυτό εισβάλλει στην καθημερινή ζωή προσφέροντας κάτι πολύ σημαντικότερο από το γέλιο, το τραγούδι ή την τραγικωμωδία - καθώς μιλάμε εδώ για την Commedia dell'arte - που είναι το ίδιο το χρώμα και η ομορφιά της ζωής.
Ισως γι’ αυτό το ένα πράγμα που δεν ξεχνάς ποτέ βλέποντας τη «Χρυσή Αμαξα» είναι η ομορφιά της, μια αδιανόητη σύνθεση σκηνικών, κοστουμιών και χρωμάτων που αποθεώνει το εκτυφλωτικό technicolor της διεύθυνσης φωτογραφίας του αδερφού του Ζαν, Κλοντ Ρενουάρ. Δεν υπάρχει στιγμή στην ταινία που να μην νιώθεις την οθόνη να πάλλεται από μία έκρηξη αυτού που θα μπορούσε να είναι ένα φρέσκο μιας ολόκληρης εποχής, καθώς οι ηθοποιοί του δρόμου και οι κάτοικοι του παλατιού ενώνονται πάνω ακριβώς στη γέννηση του Νέου Κόσμου.
Σε μια χορογραφία που ξεκινά ήδη από τους τίτλους και δεν σταματά μέχρι το φινάλε, ο Ζαν Ρενουάρ σκηνοθετεί τη «Χρυσή Αμαξα» σαν να ήταν όλη μια παράσταση πάνω στη σκηνή ενός θεάτρου. Με χιούμορ, ελαφρότητα, λεπτή ειρωνία και απαράμιλλη χάρη, αφηγείται μια ιστορία που μοιάζει με έναν απλό μύθο (αυτόν άλλωστε έχουν σαν βάση τα μεγαλύτερα έργα τέχνης) που μέσα του όμως κρύβει μερικές από τις μεγαλύτερες αλήθειες αυτού του κόσμου.»
Πρώτη ταινία που ο Ζαν Ρενουάρ γύρισε στην Ευρώπη, μετά από τα προπολεμικά του αριστουργήματα («Ο Κανόνας του Παιχνιδιού», «Η Μεγάλη Χίμαιρα»), την αμερικάνικη περίοδο και το «Ποτάμι» που γύρισε στην Ινδία, η «Χρυσή Αμαξα» ήταν η πρώτη ταινία μιας άτυπης τριλογίας με θέμα τον κόσμο του θεάτρου - οι άλλες δύο ήταν το «French Cancan» του 1955 και το «Η Ελενα και οι Αντρες της» του 1956.
Η «Χρυσή Άμαξα» είναι βασισμένη στο μονόπρακτο του Προσπέρ Μεριμέ «La Carosse de Saint-Sacrament», πάνω στο οποίο βασίστηκε και η όπερα του Οφενμπαχ «La Perichole» το 1868. Με τις ελευθερίες που πήρε ο Ρενουάρ, η ταινία τοποθετείται στο αποικιοκρατούμενο από τους Ισπανούς Περού του 18ου αιώνα, ακριβώς τη στιγμή που ο τοπικός αντιβασιλέας υποδέχεται στο παλάτι μια χρυσή άμαξα από την Ευρώπη που έχει κάνει δώρο στον εαυτό του. Μαζί με την άμαξα καταφτάνει στην πόλη και ένας περιοδεύων ιταλικός θίασος της Commedia dell'arte, με επικεφαλής την Καμίλα, μια σπουδαία, πληθωρική θεατρίνα που ζει κάθε βράδυ της ζωής της με την αγωνία να δώσει μια καλή παράσταση και να αρέσει στους «άλλους» - το κοινό δηλαδή που είναι οι μόνοι «άλλοι» που έχουν σημασία.
Ο αντιβασιλιάς θα ζητήσει να δώσουν μια παράσταση στο παλάτι και θα θαμπωθεί από την ενέργεια της Καμίλα, θα προσπαθήσει να κερδίσει την καρδιά της, φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να της χαρίσει την χρυσή άμαξα που όλοι περίμεναν πως θα χαρίσει στην επίσημη ερωμένη του
Σε μια χορογραφία που ξεκινά ήδη από τους τίτλους και δεν σταματά μέχρι το φινάλε, ο Ζαν Ρενουάρ σκηνοθετεί τη «Χρυσή Αμαξα» σαν να ήταν όλη μια παράσταση πάνω στη σκηνή ενός θεάτρου. Με χιούμορ, ελαφρότητα, λεπτή ειρωνία και απαράμιλλη χάρη, αφηγείται μια ιστορία που μοιάζει με έναν απλό μύθο (αυτόν άλλωστε έχουν σαν βάση τα μεγαλύτερα έργα τέχνης) που μέσα του όμως κρύβει μερικές από τις μεγαλύτερες αλήθειες αυτού του κόσμου.
Δεν είναι μόνο το πικρό του σχόλιο για τον «Νέο Κόσμο» που «όταν φτιαχτεί θα είναι ωραίος», αλλά για την ώρα μοιάζει με κοτέτσι. Ούτε ο παιγνιώδης αλλά αποτελεσματικός τρόπος με τον οποίο ξεσκεπάζει την υποκρισία της εξουσίας σαν η «Χρυσή Αμαξα» να ήταν μια παραβολή γραμμένη από έναν από τους κλασικούς. Ούτε οι στιγμές που το θέαμα (και στη σκηνή και στη ζωή) σταματά, για να αφήσει χρόνο στους ήρωες να αναρωτηθούν πάνω στο νόημα της ίδιας της Τέχνης. Ούτε καν οι θεσπέσια σκηνοθετημένες σκηνές των παραστάσεων ή εκείνη η σκηνή ανθολογίας στην πρώτη συνάντηση του Βασιλιά με την Καμίλα που όλο το σκηνικό μοιάζει να διασπάται σε μικρότερες και μεγαλύτερες «σκηνές», μισάνοιχτες πόρτες και παράθυρα που ενισχύουν το παιχνίδισμα πάνω στο βλέμμα του θεατή όταν απέναντι του διαδραματίζεται μια παράσταση.
Είναι περισσότερο η συγκινητική του ματιά πάνω στους θεατρίνους και ειδικά στην Ανά Μανιάνι, που ακόμη και αν ο ίδιος ο Ρενουάρ δεν την αποκαλούσε την σπουδαιότερη όλων, είναι πραγματικά αδύνατον να μην παρασυρθείς (σχεδόν σωματικά) από την ενέργεια της. Η μεγαλύτερη των μεγάλων δίνει εδώ αυτό που πολλοί θεωρούν ως την καλύτερη της ερμηνεία και θα μπορούσε να είναι αλήθεια καθώς είναι η ίδια που οδηγεί με ένα μοναδικό tour de force τους «καθρέφτες» του Ρενουάρ στα όρια τους: από τη μία η θριαμβευτική ζωή της πάνω στη σκηνή και από την άλλη η ταπεινή καθημερινότητα της. Ο τρόπος που η Μανιάνι εναλλάσσει διαθέσεις - τη μία στιγμή ένα αστείο κορίτσι, την άλλη μια γυναίκα που κουβαλάει τη σοφία όλου του κόσμου - είναι ο ρυθμός πάνω στον οποίο κινείται η «Χρυσή Αμαξα». Και η bigger than life υπαρξή της ένα ακόμη σχόλιο πάνω στη γενναιοδωρία των καλλιτεχνών που τόσο ήθελε να υμνήσει ο Ρενουάρ.
Η ταινία θα γυριζόταν στα αγγλικά, θα γινόταν μια προσπάθεια να γυριστεί και στα γαλλικά αλλά τελικά ντουμπλαρίστηκε και στα γαλλικά και στα ιταλικά, με τις τρεις αυτές εκδοχές να αποτυχαίνουν στις διαδοχικές εξόδους τους στην Ευρώπη και εμπορικά αλλά και κριτικά, καθώς το θέαμα φάνηκε στους κριτικούς της εποχής ελαφρύ και τα αγγλικά της Ανά Μανιάνι αρκούντως μπερδεμένα.
Χρόνια μετά, ο Φρανουά Τριφό θα αναλάμβανε δράση για να «σώσει» την ταινία από τη λήθη, όχι μόνο αποθεώνοντας την ταινία αλλά ονομάζοντας «Carosse D’ Or» και την εταιρία παραγωγής του: «Ηταν άδικος ο τρόπος με τον οποίο οι κριτικοί και το κοινό υποδέχθηκαν τη “Χρυσή Άμαξα”, η οποία μπορεί να είναι και το αριστούργημα του Ρενουάρ. Σε κάθε περίπτωση, είναι η πιο “ευγενής” και πιο εκλεπτυσμένη ταινία που γυρίστηκε ποτέ. Συνδυάζει όλον τον αυθορμητισμό και την εφευρετικότητα του προπολεμικού Ρενουάρ με την αυστηρότητα της αμερικανικής περιόδου. Είναι μια ταινία γεμάτη καλλιέργεια και ευγένεια, χάρη και φρεσκάδα. Είναι μια ταινία των χειρονομιών και των συμπεριφορών … Η ΅Χρυσή Άμαξα΅ είναι από μόνη της απόλυτα όμορφη, όπως ακριβώς η ίδια η ομορφιά είναι το θέμα της.»

