Ο Ανταμ Γουίνγκαρντ επιστρέφει στις ρίζες του με μια ταινία που μοιάζει να ξέφυγε από κάποιο ξεχασμένο βίντεο κλαμπ των ’80s και προσγειώθηκε, κάπως παραμορφωμένη, στο σήμερα. Η «Επέλαση» δεν κρύβει ούτε για μια στιγμή την αγάπη του σκηνοθέτη για το παλιό αμερικανικό genre σινεμά, ούτε την πρόθεσή του να φτιάξει ένα αιματοβαμμένο υβρίδιο δράσης, τρόμου και επιστημονικής φαντασίας. Από την αισθητική και τη μουσική μέχρι τους χαρακτήρες και τους αδίστακτους υπερστρατιώτες, ο Τζον Κάρπεντερ βρίσκεται διαρκώς στο δωμάτιο, ακόμη κι όταν δεν αναφέρεται ποτέ ονομαστικά.
Και είναι ακριβώς αυτή η νοσταλγική διάθεση που αποτελεί ταυτόχρονα τη μεγαλύτερη αρετή και την αδυναμία της ταινίας. Ο Γουίνγκαρντ έχει πλέον την εμπειρία των μεγάλων blockbusters πίσω του, όμως εδώ φαίνεται να απολαμβάνει περισσότερο την ελευθερία ενός μικρότερου, βρόμικου και ακραίου φιλμ. Το «Assault on Precinct 13» αποτελεί εμφανή συγγενή, ενώ οι φιγούρες των γενετικά τροποποιημένων στρατιωτών παραπέμπουν ευθέως στον Μάικλ Μάιερς και στο «Halloween», με την απειλή να αποκτά κάτι σχεδόν μυθολογικό. Ακόμη και η χαρακτηριστική γραμματοσειρά των τίτλων και η ηλεκτρονική μουσική ενισχύουν αυτή την αίσθηση ενός χαμένου Κάρπεντερ που ξαναγυρίστηκε σήμερα.
Oταν μια αδίστακτη ομάδα γενετικά τροποποιημένων υπερστρατιωτών ξεφεύγει στην έρημο, μια στρατιωτικός και ελεύθερη σκοπευτής πρέπει να εξαπολύσει την κόλαση για να προστατεύσει τη μικρή κόρη της.
Η Αντρια Αρχόνα δίνει στην ηρωίδα την απαραίτητη σκληράδα χωρίς να την κάνει μονοδιάστατη, ενώ η παρουσία της θυμίζει συνειδητά τις δυναμικές γυναικείες φιγούρες του ’80. Η εικόνα της με το όπλο, το αυτοσχέδιο κάλυμμα στο μάτι και την αλυσίδα στο χέρι θα μπορούσε σχεδόν να αποτελεί αφίσα μιας ταινίας του Κάρπεντερ. Δίπλα της, ο Νταν Στίβενς απολαμβάνει έναν απολαυστικά παρανοϊκό ρόλο, η Ρεμπέκα Χολ προσθέτει μια διεστραμμένη ενέργεια, ενώ ο Ρέτζιναλντ ΒέλΤζόνσον κουβαλά μαζί του μια ευχάριστη δόση νοσταλγίας από το «Die Hard».
Εκεί που η ταινία δυσκολεύεται είναι στο σενάριο. Η ιστορία στήνει έναν κόσμο γεμάτο υποσχέσεις γύρω από στρατιωτικά πειράματα, μετατραυματικό στρες, κυβερνητικές επιχειρήσεις και ανθρώπους που μετατρέπονται κυριολεκτικά σε όπλα, όμως δεν αξιοποιεί πραγματικά τις δυνατότητές του. Ο σεναριογράφος Σάιμον Μπάρετ και ο Γουίνγκαρντ ενδιαφέρονται περισσότερο για την ατμόσφαιρα και την αναφορά στο παρελθόν παρά για τη δραματουργική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα αρκετές ιδέες να μένουν μετέωρες.
Ο Γουίνγκαρντ ξέρει πολύ καλά τι αγαπά και ξέρει να το κινηματογραφεί, αλλά αυτή τη φορά η αγάπη του για το παλιό σινεμά αποδεικνύεται ισχυρότερη από την ίδια την ιστορία. Το αποτέλεσμα είναι ένα συμπαθητικό, αιματηρό και καλοσκηνοθετημένο throwback, το οποίο διασκεδάζει περισσότερο όταν σταματά να προσπαθεί να αποδείξει πόσο πολύ αγαπά τον Κάρπεντερ και απλώς αφήνει τα τέρατά του να κάνουν τη δουλειά τους.»
Η δράση, πάντως, έχει στιγμές δεν θα απογοητεύσει τους φανς του είδους. Το gore είναι ωμό, τα σώματα διαλύονται χωρίς ιδιαίτερη διακριτικότητα και οι επιθέσεις των υπερστρατιωτών έχουν μια ευχάριστα παλιομοδίτικη αγριότητα. Ιδιαίτερα η αιματοβαμμένη επίθεση σε πρατήριο καυσίμων ξεχωρίζει, καθώς ο Γουίνγκαρντ αφήνει για λίγο τη μουσική στην άκρη και μετατρέπει τον ψυχρό φωτισμό του χώρου σε μέρος του τρόμου. Είναι από τις σκηνές όπου η σκηνοθεσία του βρίσκει πραγματικά ρυθμό και η Κάρπεντερ επιρροή λειτουργεί οργανικά αντί να μοιάζει με απλή αναφορά.
Το παράδοξο είναι πως μια ταινία με τόσο ξεκάθαρη διάθεση για χάος δεν αφήνεται ποτέ ολοκληρωτικά σε αυτό. Η «Επέλαση» έχει στυλ, αίμα, εξαιρετική πρωταγωνίστρια και μια σειρά από απολαυστικές genre αναφορές, όμως μοιάζει διαρκώς να προετοιμάζει την έκρηξη που τελικά δεν έρχεται ποτέ με την ένταση που περιμένεις. Ο Γουίνγκαρντ ξέρει πολύ καλά τι αγαπά και ξέρει να το κινηματογραφεί, αλλά αυτή τη φορά η αγάπη του για το παλιό σινεμά αποδεικνύεται ισχυρότερη από την ίδια την ιστορία. Το αποτέλεσμα είναι ένα συμπαθητικό, αιματηρό και καλοσκηνοθετημένο throwback, το οποίο διασκεδάζει περισσότερο όταν σταματά να προσπαθεί να αποδείξει πόσο πολύ αγαπά τον Κάρπεντερ και απλώς αφήνει τα τέρατά του να κάνουν τη δουλειά τους.

