H αναμέτρηση Αργεντινής - Αγγλίας στο Μουντιάλ του 1986 στο Μεξικό θα γραφόταν στο μεγάλο βιβλίο του ποδοσφαίρου ως ένα ιστορικό παιχνίδι. Δύο εμβληματικά γκολ που έκριναν και την έκβαση του αγώνα ήταν δυο φάσεις αρκετές για να συζητηθούν σχεδόν όσο καμία ανάμεσα σε αναλυτές και φανατικούς μέχρι και σήμερα.
Ηταν το παιχνίδι όπου ο Ντιέγκο Μαραντόνα έβαλε το πρώτο γκολ κατά της Αγγλίας με τη γροθιά του, κάτι που όχι μόνο δεν τον στιγμάτισε στη θριαμβευτική καριέρα του, αλλά υπήρξε και ο κύριος λόγος που η έκφραση «το χέρι του Θεού» πέρασε στην ποπ κουλτούρα μεγαλώνοντας ακόμη περισσότερο τη δημοτικότητα του.
Και ήταν και το παιχνίδι στο οποίο πάλι ο Ντιέγκο Μαραντόνα - λίγη ώρα μετά το πρώτο - έβαλε το δεύτερο γκολ κατά της Αγγλίας σε αυτό που κατά γενική ομολογία θεωρείται το πιο ιδιοφυές γκολ που μπήκε ποτέ σε αντίπαλα δίχτυα, με τον ίδιο να διασχίζει μόνος του 60 μέτρα αγωνιστικού χώρου πριν ξεγλιστρήσει από όλους όσους προσπάθησαν να τον εμποδίσουν και τελικά σκοράρει.
Κανείς δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτό το παιχνίδι. Ακόμη κι αν ο Μαραντόνα δεν είχε σκοράρει αυτά τα δύο γκολ και δεν είχε αναδειχθεί ο σταρ του μουντιάλ, εθνικό είδωλο για την Αργεντινή και - εξαιτίας αυτού του αγώνα - ένας, αν όχι ο μεγαλύτερος, από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών.
Το παιχνίδι όμως που έλαβε χώρα στις 22 Ιουνίου του 1986 στο γήπεδο Azteca στην πόλη του Μεξικού ήταν κάτι περισσότερο και από τον θρύλο του Αργεντίνου επιθετικού.
Υπήρξε το μεγάλο φινάλε της μεγάλης ιστορίας των δύο χωρών που κρατούσε από τις αρχές του 19ου αιώνα με αφορμή τα νησιά Φόκλαντς. Υπό επίσημη βρετανική κυριαρχία από το 1833, τα νησιά (γνωστά και ως Μαλβίνες) στην ακτή της Παταγονίας δεν σταμάτησαν ποτέ να διεκδικούνται από την Αργεντινή σε μια αντιπαλότητα που οδήγησε το 1982 στον Πόλεμο των Φόκλαντς, όταν ο στρατός της Αργεντινής εισέβαλε στα νησιά και τα κατέλαβε με την Αγγλία να κηρύσσει πόλεμο για την επανάκτηση τους.
Παρακολουθώντας με κομμένη την ανάσα μια ιστορία που μοιάζει τελικά με έναν αγώνα - περισσότερο επικράτησης του ιστορικού βάρους πάνω στο εφήμερο μιας νίκης ή μιας ήττας, το «The Match» αρχίζει να διογκώνεται σε συναισθηματικό εκτόπισμα όσο διαρκεί.»
Το συναρπαστικό, διαφωτιστικό, δομημένο σχεδόν σαν θρίλερ, αλλά και τελικά βαθιά συγκινητικό ντοκιμαντέρ των Χουάν Καμπράλ και Σαντιάγο Φράνκο που βασίζεται πάνω στην ομότιτλη έρευνα του Αντρές Μπούργκο μπαίνει μέσα στον «αγωνιστικό χώρο» της τεκμηρίωσης με δύο μεγάλους άσους κάτω από το μανίκι του.
Πρώτος άσος: Οι αφηγητές της ιστορίες είναι οι πρωταγωνιστές του.
Γκάρι Λίνικερ, Τζον Μπαρνς, Χόρχε Μπουρουτσάγκα, Χόρχε Βαλντάνο, Όσκαρ Ρουτζέρι, Πίτερ Σίλτον, Ρικάρντο Τσιούστι, Χούλιο Ολαρτικοετσέα. Τα ονόματα είναι θρυλικά για όσους παρακολουθούν ποδόσφαιρο, αλλά αποκτούν ο καθένας και τη δική του συγκινητική ιστορία όταν το ντοκιμαντέρ έχει τελειώσει. Μπροστά σε μια μεγάλη οθόνη, βλέπουν σήμερα στιγμές από τον αγώνα, το πριν και το μετά, τις μικρές και μεγάλες φάσεις, όλα όσα έζησαν τότε και συνέχισαν να ζουν μέχρι και σήμερα που μένουν οι μόνοι που μπορούν να αφηγηθούν τα γεγονότα.
Δεύτερος άσος: Η επιλογή των δύο σκηνοθετών να ενδώσουν στις πολλαπλές αφετηρίες της ιστορίας που οδηγεί στον θρυλικό αγώνα.
Ετσι θα ξεκινήσουν από την κατάκτηση των Φόκλαντς, θα αφηγηθούν ξεχωριστά τις ιστορίες των βασικών πρωταγωνιστών του παιχνιδιού, θα εστιάσουν σε περιστατικά και ανέκδοτα που όσο και να τα γνωρίζεις δίνουν στην ιστορία τον «βιωματικό» της χαρακτήρα, θα σταθούν ισόποσα στο πολιτικό και αθλητικό κομμάτι, θα φωτίσουν πτυχές που διδάσκουν ιστορία και ποδόσφαιρο, ακόμη και σε όσους (λίγους) δεν γνώριζαν πως αυτά διανύουν αχώριστα εδώ και αιώνες τη μεγάλη ανθρώπινη περιπέτεια.
Παρακολουθώντας με κομμένη την ανάσα μια ιστορία που μοιάζει τελικά με έναν αγώνα - περισσότερο επικράτησης του ιστορικού βάρους πάνω στο εφήμερο μιας νίκης ή μιας ήττας, το «The Match» αρχίζει να διογκώνεται σε συναισθηματικό εκτόπισμα όσο διαρκεί, άλλοτε σαν μια διακήρυξη ειρήνης για έναν ανώφελο πόλεμο που στοίχισε και στις δύο χώρες, άλλοτε σαν ένα άλλοθι μιας απάτης που όμως διέθετε μια απείρως πιο σημαντική αποστολή για το τραυματισμένο (κυριολεκτικά και μεταφορικά) γόητρο μιας ολόκληρης χώρας, άλλοτε σαν μια μελαγχολική ματιά σε μια εποχή (το αναφέρουν όλοι οι πρωταγωνιστές του) που τα πράγματα μέσα και έξω από το γήπεδο αποκτούσαν πολλαπλές σημασίες για τον τρόπο με τον οποίο κατάφερναν να επουλώσουν τραύματα του παρελθόντος και να αφήσουν ένα ελπιδοφόρο αποτύπωμα για το μέλλον.

