Τι συμβαίνει όταν η αναγνώριση έρχεται αρκετές δεκαετίες αργότερα από την εποχή που θα μπορούσε πραγματικά να αλλάξει τη ζωή κάποιου; Και πόσο αυθεντική μπορεί να είναι μια καλλιτεχνική ταυτότητα όταν έχει αρχίσει να διαμορφώνεται περισσότερο από την εικόνα που προβάλλει παρά από το ίδιο το έργο;

Η «Φήμη» του Κεντ Τζόουνς, βασισμένη στη μεταθανάτια νουβέλα του Αρτουρ Σνίτσλερ, κινείται γύρω από αυτά τα ερωτήματα, στήνοντας μια ήσυχη, ειρωνική και μελαγχολική ιστορία για την τέχνη, τη ματαιοδοξία και την ανάγκη του ανθρώπου να αισθανθεί ότι κάποτε υπήρξε σημαντικός.

Ο Εντ Σάξμπεργκερ είναι ένας ξεχασμένος ποιητής. Το 1979 εξέδωσε μια μικρή ποιητική συλλογή, η οποία πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, και έκτοτε εγκατέλειψε τη γραφή. Για 37 χρόνια εργάζεται στο ταχυδρομείο, ζει μόνος και περνά τον χρόνο του με μια μικρή παρέα παλιών φίλων σε μια συνοικιακή παμπ. Η ζωή του έχει αποκτήσει μια σχεδόν αόρατη κανονικότητα, μέχρι τη στιγμή που ο νεαρός Γουίλσον Μάιερς ανακαλύπτει πως ο συγγραφέας του παραγνωρισμένου βιβλίου ζει στη γειτονιά του.

Ο Μάιερς αντιμετωπίζει την ποιητική συλλογή του Εντ ως ένα χαμένο αριστούργημα και τον καλεί να γνωρίσει τον κύκλο των νεαρών συγγραφέων και καλλιτεχνών στον οποίο ανήκει. Πρόκειται για μια παρέα αυτοαποκαλούμενων διανοουμένων που συναντιούνται και συζητούν για την τέχνη και την πολιτιστική παρακμή, απορρίπτουν την εποχή της τεχνολογίας, τα social media και τους influencers και αναζητούν τρόπους αντίστασης στην ολοένα μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση της κουλτούρας.

Για τον Εντ, η γνωριμία αυτή λειτουργεί σαν μια απρόσμενη αναζωογόνηση, μια υπενθύμιση ότι το έργο του δεν έχει χαθεί οριστικά στη λήθη. Σύντομα, ωστόσο, ο ενθουσιασμός των νέων γνωριμιών του αρχίζει να γεννά αμφιβολίες για το κατά πόσο ενδιαφέρονται πραγματικά για τον ποιητή ή για την εικόνα που έχουν πλάσει γύρω από αυτόν.

Ο Κεντ Τζόουνς αποφεύγει να μετατρέψει τη «Φήμη» σε μια συμβατική ιστορία δεύτερης ευκαιρίας και, κυρίως, αρνείται τη γνώριμη αφήγηση του ξεχασμένου καλλιτέχνη που επιστρέφει θριαμβευτικά στο προσκήνιο. Η σκηνοθεσία του παραμένει χαμηλότονη και παρατηρητική, αφήνοντας τη Νέα Υόρκη να λειτουργήσει περισσότερο ως φορέας μνήμης παρά ως εντυπωσιακό σκηνικό. Τα μπαρ, τα εστιατόρια, τα διαμερίσματα και οι δρόμοι της πόλης γίνονται χώροι όπου συναντιούνται δύο διαφορετικές εποχές, δύο αντιλήψεις για την τέχνη και, τελικά, δύο διαφορετικοί τρόποι ζωής.

Από τη μία βρίσκεται η Νέα Υόρκη του Εντ, ένας παλιότερος καλλιτεχνικός κόσμος όπου η ποίηση και η λογοτεχνία υπήρχαν περισσότερο ως κομμάτι της καθημερινότητας παρά ως επαγγελματική ταυτότητα. Από την άλλη, η νέα καλλιτεχνική σκηνή, όπου η δημιουργία συνοδεύεται από συγκεκριμένο λεξιλόγιο, αισθητική και κοινωνικό κεφάλαιο. Η σύγκρουση των δύο εποχών αποτελεί τον πραγματικό πυρήνα της ταινίας.

Η λεγόμενη «Λέσχη Ενθουσιασμού» διακηρύσσει την αντίθεσή της στην τεχνολογία, την εμπορευματοποίηση της τέχνης και τον εκχυδαϊσμό της σύγχρονης κουλτούρας. Το παράδοξο είναι πως τα περισσότερα μέλη της προέρχονται από εύπορες οικογένειες και έχουν φοιτήσει σε κορυφαία πανεπιστήμια. Η επανάσταση, επομένως, αποτελεί γι’ αυτούς περισσότερο επιλογή παρά ανάγκη: διαθέτουν την οικονομική και κοινωνική ασφάλεια ώστε να απορρίπτουν έναν κόσμο που τους εξασφάλισε ακριβώς τη δυνατότητα να τον απορρίψουν.

Ο Μάιερς είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της αντίφασης. Μιλά διαρκώς για την αυθεντικότητα και την ανάγκη αντίστασης στη σύγχρονη κουλτούρα, υιοθετώντας το ύφος ενός νέου διανοούμενου που έχει συνειδητά επιλέξει να βρίσκεται έξω από το κυρίαρχο ρεύμα. Οσο, όμως, ο Εντ τον γνωρίζει καλύτερα, αρχίζει να αντιλαμβάνεται πως πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει περισσότερο μια προσεκτικά κατασκευασμένη ταυτότητα παρά μια ουσιαστική σχέση με όσα υποστηρίζει. Ο Μάιερς δεν είναι απαραίτητα υποκριτής, είναι ένας άνθρωπος που έχει μάθει να αντιλαμβάνεται την πνευματικότητα και την καλλιτεχνική του ταυτότητα ως κομμάτι της προσωπικής του εικόνας.

Η ταινία βέβαια, δεν περιορίζεται σε μια εύκολη καταγγελία της προνομιούχας νεολαίας. Αυτό που την ενδιαφέρει περισσότερο είναι η ανάγκη του ανθρώπου να κατασκευάζει μια ταυτότητα και να πείθει τους άλλους, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό, ότι αυτή είναι αυθεντική. Και ο Εντ δεν μένει έξω από αυτή τη διαδικασία. Η ξαφνική προσοχή που λαμβάνει τον επαναφέρει στη δημιουργία και τον κάνει να κοιτάξει ξανά το παρελθόν του, αλλά ταυτόχρονα τον απομακρύνει από τους ανθρώπους που βρίσκονταν δίπλα του όλα αυτά τα χρόνια.

Εδώ η ταινία βρίσκει μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιθέσεις της. Οι παλιοί φίλοι του Εντ δεν μπορούν να κατανοήσουν απαραίτητα την ποίησή του ούτε διαθέτουν το μορφωτικό υπόβαθρο της νέας παρέας. Είναι, όμως, άνθρωποι που τον γνωρίζουν χωρίς να χρειάζονται καμία εξήγηση. Οι νεότεροι θαυμαστές του γνωρίζουν το έργο του, οι παλιοί φίλοι γνωρίζουν τον ίδιο.

Η Γκλόρια, η μεγαλύτερη σε ηλικία ηθοποιός της παρέας, αποτελεί μια ακόμη εκδοχή της κατασκευασμένης καλλιτεχνικής περσόνας που σχολιάζει η ταινία. Η εκκεντρικότητα και η μυστηριώδης συμπεριφορά που υιοθετεί μοιάζουν περισσότερο με επινοημένη εικόνα για το πώς «οφείλει» να είναι ένας ιδιαίτερος καλλιτέχνης, αγγίζοντας ενίοτε τα όρια της καρικατούρας, παρά με αυθόρμητα στοιχεία του χαρακτήρα της. Οταν ο Εντ τη συναντά μακριά από το βλέμμα των άλλων, η απόσταση ανάμεσα στην περσόνα και τον πραγματικό άνθρωπο γίνεται εμφανής. Ο Τζόουνς αξιοποιεί την αντίθεση με ειρωνική διάθεση, σχολιάζοντας την ανάγκη των ηρώων του να κατασκευάζουν μια εικόνα που θα επιβεβαιώνει τη θέση τους στον καλλιτεχνικό κόσμο.

Ο Γουίλεμ Νταφόε είναι το σταθερό σημείο μιας ταινίας που συχνά κινείται πιο αργά και πιο υπαινικτικά απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Με μια συγκρατημένη, πολυεπίπεδη ερμηνεία, αποδίδει έναν άνθρωπο ταυτόχρονα αξιοπρεπή, ματαιόδοξο και ευάλωτο, που ανακαλύπτει πόσο βαθιά είχε παραμείνει μέσα του η ανάγκη για αναγνώριση.»

Αναζητήστε εδώ όλες τις νέες ταινίες που βγαίνουν στις αίθουσες αυτήν την εβδομάδα.

Εκεί βρίσκεται και μία από τις βασικές αδυναμίες της «Φήμης». Οι ιδέες της είναι συχνά πιο ενδιαφέρουσες από την πλοκή που τις μεταφέρει. Η ταινία έχει ουσιαστικά πράγματα να πει για την αυθεντικότητα στην τέχνη, την ταξική προέλευση της πολιτιστικής ελίτ, την εμπορευματοποίηση της δημιουργίας και τη διαφορά ανάμεσα στο να είσαι καλλιτέχνης και στο να κατασκευάζεις την εικόνα ενός καλλιτέχνη. Ωστόσο, οι νεαροί διανοούμενοι συχνά μοιάζουν περισσότερο με φορείς αυτών των ιδεών παρά με ολοκληρωμένους χαρακτήρες, με αποτέλεσμα η σάτιρα να γίνεται κάποιες φορές υπερβολικά προφανής.

Η σκηνοθεσία αποφεύγει συνειδητά τη μεγάλη δραματική κορύφωση και, αντί να οδηγήσει την ιστορία σε μια συμβατική λύτρωση, επιλέγει να αφήσει την αναγνώριση του Εντ μετέωρη και αμφίσημη. Η «όψιμη φήμη» δεν έρχεται ως ο πολυπόθητος θρίαμβος, αλλά περισσότερο ως μια πρόσκαιρη επιβεβαίωση της ανάγκης του να αισθανθεί ξανά σημαντικός. Με αυτόν τον τρόπο, ο σκηνοθέτης υπονομεύει διακριτικά την ιδέα της καλλιτεχνικής επιστροφής και αποφεύγει να παρουσιάσει την αναγνώριση ως λύση σε μια ζωή που έχει ήδη προχωρήσει.

Η αναζήτηση αυτής της νέας ταυτότητας έχει, άλλωστε, κόστος. Η ταινία δεν το μετατρέπει σε εύκολο ηθικό δίδαγμα, αλλά σε μια υπενθύμιση πως η τέχνη και η φήμη μπορούν να επιστρέψουν, ο χρόνος όμως όχι. Ετσι, η τελική της θέση απέναντι στην αυθεντικότητα αποκτά μεγαλύτερο βάρος: ανάμεσα σε έναν κόσμο που βλέπει τον Εντ ως καλλιτεχνικό σύμβολο και σε έναν άλλο που τον γνωρίζει χωρίς να τον εξιδανικεύει, η ταινία φαίνεται να προτιμά τον δεύτερο.

Ο Γουίλεμ Νταφόε είναι το σταθερό σημείο μιας ταινίας που συχνά κινείται πιο αργά και πιο υπαινικτικά απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Με μια συγκρατημένη, πολυεπίπεδη ερμηνεία, αποδίδει έναν άνθρωπο ταυτόχρονα αξιοπρεπή, ματαιόδοξο και ευάλωτο, που ανακαλύπτει πόσο βαθιά είχε παραμείνει μέσα του η ανάγκη για αναγνώριση.

Η «Φήμη» δεν ενδιαφέρεται για τον εύκολο θρίαμβο ούτε προσφέρει μια ξεκάθαρη λύση. Είναι μια χαμηλότονη, διακριτικά σατιρική ταινία για την τέχνη, την καλλιτεχνική ταυτότητα και την ανάγκη του ανήκειν. Δεν αξιοποιεί μέχρι τέλους όλες τις ιδέες που καταθέτει και η αμφισημία της μπορεί να δοκιμάσει την υπομονή του θεατή, διαθέτει όμως αρκετή θεματική πυκνότητα και μια εξαιρετική κεντρική ερμηνεία ώστε να παραμένει ενδιαφέρουσα και μετά το τέλος της.

Ακολουθήστε το Flix.gr και στο Letterboxd.