«Πρέπει να αποσαφηνίσω ότι ούτε για μια στιγμή δεν υπήρξε καμία αμφιβολία ότι δεν πρόκειται περί ενός τεχνικού αλλά περί ενός φιλοσοφικού ζητήματος.»

Ο κύριος Εστέρ, επιφανής κάτοικος ενός χωριού κάπου στα Καρπάθια, απομονωμένος μέσα στο σπίτι του ζει μόνο με το πιάνο του. Μοναδική του επαφή με τον έξω κόσμο ο Βάλουσκα, ο αλαφροϊσκιωτος ταχυδρόμος του χωριού που τον περιποιείται και μια γυναίκα που έρχεται και καθαρίζει μερικές φορές την εβδομάδα. Οι μέρες περνούν καθώς προσπαθεί να αποδείξει πως ο κανόνας πάνω στον οποίο στηρίχθηκε εδώ και χρόνια η αρμονία της μουσικής προέκυψε από την αλαζονία των ανθρώπων να πετύχουν τις ουράνιες αρμονίες που ανήκουν μόνο στους Θεούς. Το μανιφέστο του είναι απλό, αλλά και τεκτονικά ρηξικέλευθο: να στρέψουμε στα νώτα στο σύστημα χορδίσματος που τελειοποίησε ο θεωρητικός και μουσικός Αντρέα Βερκμάιστερ και να ανακαλύψουμε την αληθινή, καθαρή τονικότητα της μουσικής (ή και της μη μουσικής, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά) από την αρχή.

Εξω από το σπίτι του επικρατεί το χάος. Η θερμοκρασία προβλέπεται να πέσει κάτω από τους μείον 17 βαθμούς Κελσίου, η τιμή του κάρβουνου ανεβαίνει διαρκώς, τα καφενεία μυρίζουν αλκοόλ, τα σπίτια παρακμή και η πόλη λυμαίνεται από λεηλασίες καταστημάτων, βίαιες επιθέσεις, εκτελέσεις εν ψυχρώ και μια ατμόσφαιρα χάους που επιτείνεται από την επίσκεψη ενός τσίρκου με εξέχον θέαμα το κουφάρι μιας φάλαινας «και άλλα θαύματα της φύσεως», συν την έκτακτη συμμετοχή του «Πρίγκιπα», ενός αυτοαποκαλούμενου ηγέτη που κανείς δεν έχει αντικρίσει ακόμη από κοντά. Ευκαιρία για τη σύζυγο του κου Εστέρ και του εραστή της, αρχηγού της αστυνομίας, να οργανώσουν μια αυτόκλητη ομάδα «κάθαρσης» και «επαναφοράς στη τάξη», εκμεταλλευόμενοι τον τρόμο των πολιτών απέναντι στην αναρχία.

Βασισμένο σε μέρος της «Μελαγχολίας της Αντίστασης» του Λάζλο Κρασναχορκάι που εκδόθηκε το 1989 και σε σενάριο του ίδιου του (νομπελίστα πλέον) συγγραφέα, οι «Αρμονίες Βερκμάιστερ» συνοψίζονται θεματικά και κινηματογραφικά στην παραπάνω ρήση του κου Εστερ.

Στο κέντρο τους βρίσκεται το «λάθος» που νομοτελειακά αποκαλύπτεται μετά από χρόνια «παραφωνίας» μιας αλαζονικής κοινωνίας και η ανάγκη για μια αλλαγή, που δεν μπορεί να είναι μόνο τεχνική, αλλά πρωτίστως μια αλλαγή φιλοσοφίας. Μόνο που ο χρόνος μετράει αντίστροφα, η συνήθεια είναι πιο δυνατή από την αλλαγή και όταν ο κος Εστέρ εκβιαστεί να βοηθήσει στην επιχείρηση «κάθαρσης» - το λέει καθαρά σε μια από τις πιο σπαρακτικές στιγμές ολόκληρης της ταινίας - «Δεν θα κάνουμε ξανά το ίδιο λάθος».

Σε ένα άχρονο σύμπαν, έναν τόπο Αποκάλυψης (αμέσως μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου;) και σε μια Ευρώπη τραυματισμένη βαθιά από τους φασισμούς του πρόσφατου και απώτερου παρελθόντος - και σε ένα προφητικό τόξο και... του μέλλοντος -, ο Μπέλα Ταρ υποδέχεται το millenium με την ταινία που μετατόπισε ελαφρά το έργο του στη σφαίρα της υπαρξιακής αναζήτησης (με άμεση συνέχεια το «Αλογο του Τορίνο» του 2011 και όχι τον λιγότερο ζωτικό «Ανθρωπο από το Λονδίνο» που παρεμβλήθηκε), τελειοποιώντας ταυτόχρονα και την τεχνοτροπία που θα γινόταν το σήμα κατατεθέν του.

Σε αυστηρό ασπρόμαυρο (φωτογραφημένο από επτά διαφορετικούς διευθυντές φωτογραφίες) και χωρισμένο σε 39 μονοπλάνα μεγάλης διάρκειας ώστε να καλύψουν το συνολικό χρόνο των υπνωτιστικών 145 λεπτών, ο Ούγγρος σκηνοθέτης διασχίζει το τέλος του κόσμου προσπαθώντας να βρει μια έξοδο κινδύνου.

Οδηγός του το διαπεραστικό, παιδικό (σχεδόν σαν του Χριστού) βλέμμα του Βάλουσκα που διασχίζει το χωριό που γνωρίζει καλύτερα από τον οποιονδήποτε για να βρεθεί ενώπιον μιας κοσμικής προειδοποίησης για αυτό που θα επίκειται. Σαν αγγελιοφόρος όλων όσων συμβαίνουν… εκεί έξω, ο Βάλουσκα μεταφέρει το νέο μιας «έκλειψης» που έχει σκοτεινιάσει τα πάντα, αλλά είναι και ο μόνος που γνωρίζει ότι αργά ή γρήγορα ο ήλιος θα λάμψει ξανά και μέχρι τα μάτια να συνηθίσουν στο φως, ο κόσμος μπορεί και να προλάβει να σωθεί. Δορυφόρος μιας παράνοιας που απλώνεται ερήμην του (και όλων των αθώων αυτού του κόσμου), θα προσπαθήσει να μετριάσει το φόβο της κυρίας Χάρερ, να πείσει τον κο Εστερ να μην αντισταθεί στον εκβιασμό που θα μπορέσει να του εξασφαλίσει την ηρεμία του, να υπακούσει στα θελήματα ακόμη και των νεοφασίστων που πιστεύουν (φεύ) πως γνωρίζουν το δρόμο προς την ευημερία.

Η δική τους (και του Βάλουσκα και του Ταρ και του Κρασναχορκάι) «αρμονία» βρίσκεται στο κουφάρι της φάλαινας που βρίσκεται στο κέντρο της πλατείας, έκθεμα (αληθοφανές κι όμως ολότελα ψεύτικο) που συμβολίζει λιγότερο τη βιβλική καταστροφή ενός «Λεβιάθαν» ή το «δισκοπότηρο» ενός Μόμπι Ντικ και αντηχεί περισσότερο την μάλλον ανακουφιστική επιβεβαίωση της ασημαντότητας του ανθρώπου - εδώ και οι αναλογίες με τη «Ζώνη» του «Στάλκερ» στο αριστούργημα του Αντρέι Ταρκόφσκι. Ο Βάλουσκα θα αναρωτηθεί πολλές φορές για τα παράξενα πλάσματα που φτιάχνει ο Θεός κοιτώντας μέσα στο βλέμμα του κήτους, μιλώντας ουσιαστικά για τους ανθρώπους που γύρω από ένα νεκρό «έκθεμα» εκθέτουν τα πιο ταπεινά τους ένστικτα ως όπλα μιας επανάστασης φτιαγμένης από τα ίδια της τα υλικά για να αποτύχει. Επαναλαμβάνοντας μαθηματικά τα λάθη του παρελθόντος σε έναν κύκλο ιστορίας και πτώσης που δεν θα τελειώσει ποτέ.

Η βιβλική αναγωγή που αναπόφευκτα κυριαρχεί σε όλο το ασπρόμαυρο σώμα μιας ταινίας που ολοκληρώνεται σαν μια έκκληση αναμέτρησης ανάμεσα σε διαστάσεις, δίνει το στίγμα των αντιθέσεων που ολοκληρώνουν την Αποκάλυψη. Το μέγεθος της ανθρώπινης αντίστασης απέναντι στη μικρότητα που ακυρώνει την κατανόηση και την αλληλεγγύη. Την μεγάλη απόγνωση απέναντι στη ασήμαντη νομοτέλεια της καταστροφής ενός κόσμου που δεν μπόρεσε ποτέ να πιστέψει στον καλό του εαυτό. Την απέραντη μελαγχολία για έναν κύκλο ζωής που δεν μαθαίνει τίποτα από το παρελθόν του, έχοντας παραδώσει από καιρό τη σωτηρία του στη μικρή, μα εξίσου απέραντη δύναμη της αθωότητας - όσο αυτή μπορεί να αντέξει.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπελά Ταρ κρατάει τις σκηνές του σαν να θέλει να μην χάσει τη «διάρκειά» τους μέσα στο αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Οι πορείες των ηρώων του είναι πιο σημαντικές από τις στάσεις τους και οι σιωπές τους (εδώ και η αναζήτηση της νέας τονικότητας) πιο σημαντικές από τις κραυγές τους. Ειδικά στις «Αρμονίες Βερκμάιστερ» ο Μπέλα Ταρ σκηνοθετεί σαν να διαβάζει τις φράσεις του Λάζλο Κρασναχορκάι - συχνά και χωρίς τελεία αυτές απλώνονται μέχρι και σε δύο ή και παραπάνω σελίδες - σαν μια αναπαράσταση της ίδιας της (αέναης) δημιουργίας - και καταστροφής του κόσμου. Το σινεμά του έρχεται ως μια βαθιά ανάσα ανθρωπισμού με σκοπό να ξανακουρδίσουμε τα πάντα από την αρχή: ένα μήνυμα για που νικάει κατά κράτος το χρόνο όπως τον γνωρίζαμε, την αφήγηση όπως συμβατικά τη μάθαμε, ακόμη και την ίδια την έννοια της Αποκάλυψης σε μια ανατριχιαστική εκδοχή μακριά από αυτή που το σινεμά προσπάθησε χρόνια να εγκλωβίσει μέσα σε ένα μαζικό genre.

Ακριβώς στο σημείο όπου η τεχνική γίνεται φιλοσοφία. Και το σινεμά μια πράξη αντίστασης και μοναδική έξοδος κινδύνου από το τέλος του κόσμου.