Μπατόν Ρουζ, Λουιζιάνα. Η Αν είναι μία μετρημένη, εσωστρεφής Southern Belle - ένα καθωσπρέπει κορίτσι που ζει ήσυχα-ήσυχα δίπλα στον επιτυχημένο δικηγόρο Τζον, τον φιλόδοξο, νάρκισσο σύζυγό της, κι έχει μάθει να απαντά σε οτιδήποτε απειλεί την αυτοκυριαρχία της με ένα αμήχανο, γάργαρο γέλιο. Το ζευγάρι δεν κάνει πια σεξ, αλλά η Αν ισχυρίζεται στον ψυχαναλυτή της ότι δεν την απασχολεί - το σεξ είναι υπερτιμημένο. Είναι ένα από τα ψέματα που λέει στον εαυτό της. Η Σίνθια είναι η ζωγράφος, μπαργούμαν, μικρή της αδελφή - το free spirit, μαύρο πρόβατο της οικογένειας, που ο ανταγωνισμός με την «τέλεια Αν» -κάπου, κάποτε- την οδήγησε σε ακραία αντίθετη, απροκάλυπτα υπερσεξουαλική συμπεριφορά. Εκείνη πιστεύει ότι είναι μία ανεξάρτητη, μοιραία, απελευθερωμένη γυναίκα. Είναι ένα από τα ψέματα που λέει στον εαυτό της. Η Σίνθια τα έχει κρυφά με τον Τζον - πηδάει την αδελφή της, πηδώντας τον άντρα της.
Και κάπου εκεί, μέσα σ’ αυτή την εύθραυστη (αν)ισορροπία, εμφανίζεται ο Γκρέιχαμ - ένας παλιός συμφοιτητής του Τζον. Μετά από έναν χωρισμό που τον διέλυσε πριν 9 χρόνια, έφυγε από την πόλη σε μια προσπάθεια να αλλάξει τον εαυτό του. Οι απιστίες και τα ψέματα κατέστρεψαν τη σχέση του, οπότε εκείνος έκοψε μαχαίρι και τα δύο. Πέταξε από πάνω του τα περιττά, ζει μποέμικα με ελάχιστα πράγματα που χωρούν στο αμάξι του αν χρειαστεί να ξαναμετακομίσει. Λέει μόνο αλήθειες, όσο άβολες κι αν είναι. Και δεν κάνει σεξ, είναι ανίκανος. Ή αυτά είναι μερικά από τα ψέματα που λέει στον εαυτό του. Στην ουσία αυτοτιμωρείται. Πλησιάζει γυναίκες μόνο ως καλλιτέχνης που κάνει ένα μυστήριο πρότζεκτ: τις μαγνητοσκοπεί να του αφηγούνται τις ερωτικές τους εμπειρίες, τις φαντασιώσεις τους, τις κρυφές τους ονειρώξεις. Μετά, μόνος του, βλέποντας τις βιντεοταινίες, με την ασφαλή απόσταση μιας οθόνης, αυτοϊκανοποιείται.
Μπροστά στον εξυπνάκια, αυτάρεσκο γιάπι Τζον, ο χαμηλόφωνος, μελαγχολικός, broken Γκρέιχαμ αγγίζει κάτι βαθιά στην Αν. Οι αφιλτράριστες ερωτήσεις του, ο τρόπος που την κοιτά πραγματικά, διαπεραστικά, με ενδιαφέρον. Ο ερχομός του θα πυροδοτήσει μία αλυσιδωτή αντίδραση στις ζωές όλων. Μία τελευταία ευκαιρία να ξεσκεπάσουν τα ψέματα και να υπάρξουν αληθινά.
Το 1989, ο 28χρονος τότε Στίβεν Σόντερμπεργκ επίσης άγγιζε κάτι βαθιά σε έναν κόσμο που άλλαζε. Η επέλαση της high tech ανάπτυξης, ο γιάπικος νεοπλουτισμός, ένας απότομος, νέος ατομισμός άρχισε να αφήνει τα ίχνη του στις ανθρώπινες σχέσεις. Μοναξιά, απομόνωση, ανηδονία. Όπως κι ο Γκρέιχαμ, έτσι κι αυτός επέστρεψε στη γενέτειρα του Λουιζιάνα, κρατώντας μια κάμερα για να κάνει με το σκηνοθετικό του ντεμπούτο όλες τις άβολες, ειλικρινείς ερωτήσεις. Οπως κι ο Γκρέιχαμ, πέταξε τα περιττά, έγραψε ένα σενάριο (διαβόητα σε 8 μέρες), και γύρισε ένα αλλόκοτο για την εποχή δράμα δωματίου με μίνιμουμ προϋπολογισμό και χωρίς πραγματικούς σταρ. Ομως η δύναμη του καλογραμμένου στη λεπτομέρεια κειμένου, η θεματική τόλμη, η αλήθεια του πυροδότησαν μία αλυσιδωτή αντίδραση στο σινεμά: Βραβείο Κοινού στο Sundance, Χρυσός Φοίνικας στις Κάννες (και βραβείο ερμηνείας στον Τζέιμς Σπέιντερ), 100 εκ. δολάρια στο παγκόσμιο box office. Η 90ς επανάσταση του indie αμερικανικού κινηματογράφου, η κυριαρχία της Miramax και του Χάρβεϊ Γουάνστιν, όλα ξεκίνησαν εδώ.
Oπως και η καριέρα του Σόντερμπεργκ που εκτοξεύτηκε - «Ocean’s 11», «Traffic», «Εριν Μπρόκοβιτς», «Che». Δεν θα έκανε όμως ποτέ ξανά κάτι τόσο αυθεντικά ειλικρινές όσο με αυτή την ταινία (ίσως να πλησίασε κάπως με τα «Out of Sight» και «The Limey»)
Γυρισμένο σε 35άρι φιλμ, αξιοποιώντας το φυσικό φως που λούζει τα ψηλοτάβανα δωμάτια των σπιτιών του Νότου, μοντάροντας υγρά τους διαλόγους της προηγούμενης σκηνής, μέσα στην αρχή της επόμενης (ένα από τα στοιχεία που μετέπειτα θα γίνει σήμα-κατατεθέν του), ο Σόντερμπεργκ γύρισε μία σέξι ταινία, όπου το σεξ είναι κυρίως εγκεφαλικό. Ναι, υπάρχουν ψήγματα των παράνομων, ιδρωμένων συναντήσεων της Σίνθιας και του Τζον. Ο πραγματικός ερωτισμός όμως κοχλάζει στις συνευρέσεις της Αν και του Γκρέιχαμ. Εκεί ο φακός του Σόντερμπεργκ πλησιάζει αδιάκριτα, με σφιχτά κοντινά, τα πρόσωπα, τα μάτια, τα χείλη, τα διάφανα δέρματα που κοκκινίζουν. Εκεί η κάμερα του παραμένει ακίνητη, παρατηρώντας πώς οι πραγματικοί διάλογοι δημιουργούν πραγματική, αφοπλιστική οικειότητα. Πώς οι άνθρωποι γδύνονται όταν αποκαλύπτουν την ευθραυστότητά τους.
Ο Τζέιμς Σπέιντερ ερμηνεύει τον Γκρέιχαμ ακίνητα - όπως μια γάτα σε υπνωτίζει λίγο πριν επιτεθεί. Ευνουχισμένος από τύψεις κι από θλίψη, αλλά όχι συναισθηματικά νεκρός όπως οι υπόλοιποι. Δεν τον δικαιολογεί, δεν τον κρύβει, δεν τον κρίνει. Ο Σπέιντερ του φορά το μαύρο του πουκάμισο και την όμοιά του διάθεση, αλλά επιτρέπει στο βλέμμα του όταν κοιτά την Αν να ζεστάνουν χρώματα. Κι η Αντι ΜακΝτάουελ ποτέ δεν έχει υπάρξει πιο τολμηρή - έτσι όπως ξεκινά αγκυλωμένη στην ατσαλάκωτη μποτιτσελική ομορφιά της, για να σκοτεινιάσει τόσο που καταλήγει να σου ραγίζει την καρδιά.
Οχι, ο Σόντερμπεργκ δεν έγραψε το σενάριο σε 8 μέρες. Για ένα χρόνο κρατούσε ημερολόγιο, όπου έγραφε σκέψεις, παρατηρήσεις, ιδέες, προσωπικούς προβληματισμούς πάνω στην αλλοτρίωση των σχέσεων. Για αυτό και το τελικό αποτέλεσμα είναι τόσο μελετημένο. Για αυτό και 37 χρόνια μετά, δεν είναι ξεπερασμένο.
Αντιθέτως. Αν αντικαταστήσει κανείς το σύμβολο της βιντεοταινίας με τα σημερινά social media, η ανατριχιαστική αλήθεια παραμένει ατόφια: ανέραστοι άνθρωποι, κρυμμένοι πίσω από την ασφάλεια ενός προφίλ στο tinder, ενός τσατ στο μέσεντζερ, μία ψεύτικης ινσταγκραμικής εικόνας. Αποσπασματικές, κατακερματισμένες σχέσεις, καμία πραγματική σύνδεση. Αλλωστε ποιος έχει χρόνο να ασχοληθεί με συναισθήματα, σε εποχές που μάς μαστιγώνει η κρίση, τρέχουμε για την επιβίωση. Η οικειότητα είναι πολυτέλεια. Ή αυτό είναι ένα από τα ψέματα που λέμε στους εαυτούς μας.

