Βρισκόμαστε σε μια παρουσίαση βιβλίου στo γραφικό Αρέτσο της Τοσκάνης. Ο συγγραφέας είναι o Βρετανός Τζέιμς Μίλερ, διάσημος για τη θεωρία του περί αυθεντικών έργων τέχνης και αντιγράφων, σύμφωνα με την οποία κάθε αντίγραφο αποκτά δική του υπόσταση και καταλήγει να είναι και αυτό ένα αυθεντικό έργο τέχνης. Ο συγγραφέας κάνει αστεία, είναι χαρισματικός, όμορφος, γοητεύει τους παρευρισκόμενους. Ανάμεσά τους βρίσκεται μια γυναίκα που καταφτάνει καθυστερημένη μαζί με τον μικρό γιο της. Είναι ανήσυχη, ο γιος της θέλει να φύγει αλλά η ίδια μοιάζει μαγεμένη από τον συγγραφέα. Αφήνει το τηλέφωνο της στον μεταφραστή του για να μπορέσει να συνεχίσει μαζί του μια συζήτηση πάνω στο θέμα του βιβλίου του και φεύγει.
Η γυναίκα είναι Γαλλίδα και είναι ιδιοκτήτρια μιας αντικερί στο Αρέτσο. Όταν ο Μίλερ θα φτάσει στο σκοτεινό μαγαζί της θα της προτείνει να βγουν έξω και να πάνε μια βόλτα μέχρι την ώρα που θα πρέπει να πάει στο σταθμό για να φύγει. Θα σταματήσουν σε ένα μουσείο, όπου η γυναίκα του δείχνει ένα πίνακα που για πενήντα ολόκληρα χρόνια όλοι πίστευαν πως ήταν ο αυθεντικός. Ο Μίλερ όμως δεν εντυπωσιάζεται, δείχνει να αδιαφορεί. Η γυναίκα αρχίζει να του μιλάει για την αδερφή της, τον μικρό της γιο, συζητούν μαζί για την τέχνη, τα αντίγραφα και τα πρωτότυπα. Δείχνουν να περνάνε καλά μαζί.
Σε ένα καφέ, η ιδιοκτήτρια παρεξηγεί τη σχέση τους και απευθύνεται στη γυναίκα, την ώρα που ο Μίλερ μιλάει στο τηλέφωνο για δουλειά, θεωρώντας πως ο άντρας είναι ο σύζυγος της. Όταν ο Μίλερ θα επιστρέψει, η γυναίκα θα του αποκαλύψει την «παρεξήγηση», αυτός θα χαμογελάσει και από εκείνη τη στιγμή και οι δυο τους θα αρχίσουν να συμπεριφέρονται σαν να είναι όντως παντρεμένοι.
Ο Κιαροστάμι παίζει και ο ίδιος με τις έννοιες του αντιγράφου (αυτού που βλέπουμε) και του γνήσιου (αυτό που υποθέτουμε ότι βλέπουμε) σε μια διαδρομή που αντί να φέρνει την ιστορία πιο κοντά στο θεατή, την απομακρύνει μέσα από μια σειρά επιτηδευμένων, συχνά βαρύγδουπων και σε στιγμές σοβαροφανών συζητήσεων που μοιάζουν περισσότερο με απαγγελία παρά με λόγια που σημαίνουν πραγματικά κάτι.»
Διαβάστε ακόμα: 10 καυτές ταινίες (+ 5 δροσερές επανεκδόσεις) για τον Αύγουστο
Το «Γνήσιο Αντίγραφο» ξεκινάει από εκείνο το σημείο και μέχρι το (μελαγχολικό) φινάλε του να ξεδιπλώνεται ως άλλο κινηματογραφικό δοκίμιο, εξερευνώντας, σαν το βιβλίο του ήρωα του, τις γκρίζες γραμμές ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, ανάμεσα στους ρόλους που μας αναθέτουν και σε αυτούς που υποδυόμαστε, ανάμεσα σε κάτι αυθεντικό και το αντίγραφο του - μια άλλοτε υπαρξιακή και άλλοτε φιλοσοφική αναζήτησή που έρχεται να συμπληρώσει τις θεματικές του Ιρανού δημιουργού γύρω από την ταυτότητα, το πέρασμα του χρόνου, τη φθορά των ανθρώπινων σχέσεων.
Στην πρώτη του δραματική ταινία εκτός Ιράν (η ταινία είναι όλη γυρισμένη στην Τοσκάνη και οι γλώσσες που κυριαρχούν είναι τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα ιταλικά), ο Αμπάς Κιαροστάμι δεν απαρνείται τα σήματα κατατεθέν του σινεμά του (τη διαδρομή με το αυτοκίνητο, τους κλειστούς χώρους που εγκλωβίζουν τους ήρωες, την ακίνητη κάμερα που σε κάθε πλάνο αποπειράται τη δημιουργία ενός ταμπλό βιβάν - εδώ σε ένα επιπλέον παιχνίδι με τα όρια της αυθεντικότητας στην Τέχνη), αλλά και ένα διαρκές παιχνίδι με τον θεατή ο οποίος, όπως συχνά στις ταινίες του, προσπαθεί να ανακαλύψει από τη μία τη λύση του μυστηρίου της πλοκής αλλά και το βαθύτερο νόημα πίσω από αυτήν.
Οι ερωτήσεις είναι πολλές. Τι ακριβώς συμβαίνει ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ανθρώπους; Είναι δύο άνθρωποι που ερωτεύονται; Μήπως είναι ένα ζευγάρι που υποδύεται δύο αγνώστους; Ή το αντίθετο;
Οι απαντήσεις λιγότερες, καθώς ο Κιαροστάμι αναπτύσσει εδώ σεναριακά μια δική του (ευφυή) ιδέα πάνω στην ίδια φιλοσοφική ευθεία της θεματικής της. Παίζοντας και ο ίδιος δηλαδή με τις έννοιες του αντιγράφου (αυτού που βλέπουμε) και του γνήσιου (αυτό που υποθέτουμε ότι βλέπουμε) σε μια διαδρομή που αντί να φέρνει την ιστορία πιο κοντά στο θεατή, την απομακρύνει μέσα από μια σειρά επιτηδευμένων, συχνά βαρύγδουπων και σε στιγμές σοβαροφανών συζητήσεων που μοιάζουν περισσότερο με απαγγελία παρά με λόγια που σημαίνουν πραγματικά κάτι.
Οσο κι αν προσπαθούν, η βραβευμένη στις Κάννες για την ερμηνεία της Ζιλιέτ Μπινός και ο (περισσότερο γνωστός ως βαρύτονος) Γουίλιαμ Σίμελ, πετυχαίνουν μόνο στιγμές αλλά όχι να προσδώσουν στο σύνολο την αμφισημία των «ρόλων» τους, καταφεύγοντας συχνά σε υπερβολές και «μίμηση ερμηνειών» που σπάνε το ύφασμα της όλης κατασκευής αποκαλύπτοντας τις ραφές της. Ακόμα κι αν αυτό βρισκόταν μέσα στις προθέσεις του Αμπάς Κιαροστάμι (να αναγνωρίσει δηλαδή ο θεατής ότι αυτό που βλέπει είναι ένα ψέμα που υποκρίνεται ότι είναι αληθινό), η συνολική εμπειρία αποδεικνύεται λιγότερο ενδιαφέρουσα από την αρχική της ιδέα και εγκεφαλική ως εμπειρία μόνο με τον τρόπο που διαβάζεις ένα δοκίμιο πάνω σε ένα θέμα - και όχι όπως βλέπεις μια ταινία πάνω σε αυτό.

