Από μικρό κορίτσι η Ρεμπέκα λάτρευε την μητέρα της. Η Μπέκι Ντελ Παράμο άλλωστε ήταν είδωλο: μία διάσημη στα 70ς pop τραγουδίστρια-ηθοποιός, μία γνήσια ανασφαλής, εγωπαθής νάρκισσος, που αγαπούσε-με αυτή τη σειρά- το είδωλό της στον καθρέφτη και κακοποιητικούς άντρες. Και την κόρη της φυσικά, μην το ξεχνάμε. Φτάνει που την ξεχνούσε εκείνη. Όμως η Ρεμπέκα δεν την ξέχασε ποτέ. Ακόμα κι όταν, μετά τον (πολύ βολικό) θάνατο του δεύτερου συζύγου της, την παράτησε, πάνω στην τραυματική της προεφηβεία, για να κυνηγήσει την καριέρα της στη Λατινική Αμερική. Τι κι αν της είχε υποσχεθεί ότι θα την έπαιρνε μαζί της; Λόγια του αέρα, σαν ρεφρέν από τα διάσημα τραγούδια της. Η Μπέκι ήταν μεθυσμένη από φιλοδοξία κι έναν νέο έρωτα - τον Μανουέλ, έναν macho δημοσιογράφο που την ακολούθησε στο Μεξικό για να της κάνει το αποκλειστικό πορτρέτο. 



Δεκαπέντε χρόνια μετά και η Μπέκι Ντελ Παράμο κάνει την μεγάλη της επιστροφή στη Μαδρίτη. Στο αεροδρόμιο δεν την περιμένει κανείς - παρά μόνο η ταραγμένη, συγκινημένη 28χρονη Ρεμπέκα. Ανυπομονεί να της συστήσει τον σύζυγό της, τον Μανουέλ, ο οποίος είχε γίνει καναλάρχης, αλλά παρέμενε άξεστος κυνηγός. Ανυπομονεί να της δείξει και την «Λατάλ», την drug queen που σε ένα underground club της Τσουέκα ντύνεται με τις παγιέτες, τα ψηλά γάντια και τα ακόμα ψηλότερα τακούνια της Μπέκι και κάνει lip-syncing τα τραγούδια της. «Οταν μου έλειπες πολύ, ερχόμουν στην Λατάλ» της λέει βουρκωμένη.

Μόνο που η Λατάλ κρύβει ένα μυστικό κι ένα κρυφό πόθο για την Ρεμπέκα. Οπως κι ο Μανουέλ δεν μπορεί να κρύψει τον ανδρικό, χυδαίο δικαιωματισμό του: γιατί να μην την ξαναπέσει και στην μάνα; Κάπου εκεί το reunion μητέρας και κόρης μπλέκεται σ’ ένα πολύχρωμο κουβάρι από διπλές ταυτότητες, μυστικά, πόνο, ενοχές, λατρεία, μίσος και τον Μανουέλ νεκρό στο κρεβάτι του. Ποια τον σκότωσε; Εχει σημασία; 

Το 1991, ο Πέδρο Αλμοδοβάρ παρουσιάζει την ταινία-επιτομή του ανυπότακτο σε είδη σινεμά του.

Τι είναι αυτό που βλέπουμε; Αστυνομικό noir; Τραγωδία; Μελόδραμα; Μπουρλέσκ Φάρσα; Μαύρη -ή μάλλον, κατακόκκινη- κωμωδία; Κι αν πλέον δεν αναρωτιόμαστε (αντιθέτως με κάθε νέα του ταινία το περιμένουμε, το απαιτούμε) 35 χρόνια πριν μάς ανατίναζε το μυαλό. Σήμερα το χαρακτηρίζουμε απλώς «αλμοδοβαρικό», το αγαπάμε, το αναγνωρίζουμε ως μέρος της mainstream ποπ κουλτούρας μας, βλέπουμε την επίδραση του στους μεταγενέστερους σκηνοθέτες και σε ταινίες σε όλο τον κόσμο.

Προσπαθώντας για χρόνια να αποδράσει από όλα όσα μπορεί να φυλακίσουν έναν γκέι άνδρα, έναν νεαρό δημιουργό που ανήκε στο πιο σημαντικό underground κίνημα που γεννήθηκε ποτέ στη Μαδρίτη (Movida), ένα παιδί που γεννήθηκε σε μια φτωχή καθολική οικογένεια στην επαρχία και έναν σκηνοθέτη που για χρόνια όλοι αντιμετώπιζαν ως ένα «αστείο», ο Αλμοδοβάρ έκανε τις αδυναμίες του δύναμη, τα απωθημένα του διαλόγους και τις εμμονές του εικόνες. 

Περισσότερος Πέδρο Αλμοδόβαρ: The Almodovar Mixtape – χορεύεται με ψηλά τακούνια!

Κάτι παραπάνω από cult classic, τα "Ψηλά Τακούνια" στέκονται ως έμβλημα της πιο ώριμης περιόδου του enfant terrible. Ως δείγμα ενός σινεμά, vintage και pop, μελό και καρικατούρας, υπέροχης επιδερμίδας αλλά και πολιτικού σχολίου. Ενα σινεμά που ανήγαγε το κιτς, το τεχνικολόρ της τελενουβέλας σε τέχνη. Ενα σινεμά που δυναμώνει την ένταση και τον ήχο, φωνάζει, γελάει, σπαράζει, καυλώνει και το κάνει αναπολογητικά.»

Και τα «Ψηλά Τακούνια» στάθηκε ως η ταινία που θα θόλωνε εντελώς, θα έσπαγε τα όρια. Τόσο θεματικά (εναλλαγές έμφυλης ταυτότητας, μυστικές ζωές, μητέρα και κόρη σε ανοριοθέτητη οιδιπόδεια σχέση, το lip-syncing ως εύρημα του πώς το «ψεύτικο» μπορεί να είναι πιο συγκινητικό από το «αληθινό», γυναίκες που μιμούνται τις grandes dames του σινεμά για να ακολουθήσουν drug queens που μιμούνται αυτές τις γυναίκες) όσο και υφολογικά, κινηματογραφικά - καταλύοντας όλα τα genres.

Φορώντας τα πιο τολμηρά του δωδεκάποντα, ο Αλμοδοβάρ περπάτησε στο τεντωμένο σχοινί ενός ολοδικού του κινηματογραφικού πειραματισμού: υποκλίθηκε στις πιο αγαπημένες του αναφορές -από τον Μπέργκμαν («Φθινοπωρινή Σονάτα»), μέχρι τα μελοδράματα του Ντάγκλας Σερκ («Αυτή Είναι η Ζωή μου»)- τις μπόλιασε με ανίερη φαρσική κωμωδία, τους έδωσε έναν τόνο πολύχρωμης σαπουνοπερικής εξτραβαγκάνζας, τα έντυσε με κατακόκκινα μοτίβα (ο DP Αλμπέρτο Μάγιο φωτίζει το color blocking ενδυματολογίας και σκηνογραφίας με τρόπο που το κόκκινο γίνεται σύμβολο ζωής και θανάτου) φανταχτερά μουσικά νούμερα, και κατέληξε με μία ταινία που ισορροπεί μεταξύ γελοιότητας και βαθιάς συγκίνησης.

Το τελευταίο το οφείλει κατά πολύ στις συγκλονιστικές πρωταγωνίστριες του. Η Μαρίσα Παρέδες γλιστράει με γενναιότητα κάτω από την επιδερμίδα της μητέρας-ντίβας, την κουβαλάει με φιλάρεσκο θεατρινισμό, αλλά παράλληλα με έναν μαγικό τρόπο την εξανθρωπίζει. Οπως τα δάκρυα της καταστρέφουν το μακιγιάζ της, κυλούν ασταμάτητα στο σκαμμένο της πρόσωπο και σκάνε στο κατακόκκινο φιλί που άφησαν τα χείλη της σανίδι - έτσι κι εμείς, δεν ξέρουμε ακριβώς τι να νιώσουμε. Λύπη, αγωνία, σπαραγμό, οργή, ή το λαμπερό εκτόπισμα της μάς έχει θολώσει την κρίση;

Την απάντηση τη δίνει το μουτράκι της Βικτόρια Αμπρίλ. Ένα πρόσωπο-καμβάς χιλιάδων δονήσεων, ένα ελαφίσιο βλέμμα πόνου που λειτουργεί ως βαρίδι στον αλμοδοβαρικό περιπαικτικό παροξυσμό. Ο,τι ακραίο, ασυγκράτητο, absurd κι αν συμβαίνει στην πλοκή, το βούρκωμα της Αμπρίλ γειώνει τα πάντα - απογειώνοντας το συναίσθημα.

Κάτι παραπάνω από cult classic, τα «Ψηλά Τακούνια» στέκονται ως έμβλημα της πιο ώριμης περιόδου του enfant terrible. Ως δείγμα ενός σινεμά, vintage και pop, μελό και καρικατούρας, υπέροχης επιδερμίδας αλλά και πολιτικού σχολίου. Ενα σινεμά που ανήγαγε το κιτς, το τεχνικολόρ της τελενουβέλας σε τέχνη. Ενα σινεμά που δυναμώνει την ένταση και τον ήχο, φωνάζει, γελάει, σπαράζει, καυλώνει και το κάνει αναπολογητικά.

Διαβάστε ακόμα: Αίμα, σπέρμα, δέρμα. Το μελόδραμα στον Αλμοδόβαρ