Η Berlinale βρίσκεται στο δρόμο προς το μεγάλο φινάλε, με τα βραβεία και την τελετή λήξης να δίνονται το Σάββατο 21 Φεβρουαρίου.
Οι ταινίες συνεχίζονται αμείωτα και παρακάτω σημειώνουμε ό,τι πιο ενδιαφέρον παρακολουθούμε στα διαφορετικά τμήμα του 76ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Ποιες ταινίες αγαπήσαμε, ποιες μας εξέπληξαν, για ποιες είχαμε μεγαλύτερες προσδοκίες και απογοητευτήκαμε;
Διαβάστε αναλυτικά...
Το 76ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου διεξάγεται φέτος από τις 12 μέχρι και τις 22 Φεβρουαρίου. Οπως κάθε χρόνο, το Flix βρίσκεται εδώ για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες μέσα από το ειδικό τμήμα του που ανανεώνεται συνεχώς.
ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ
Κίτρινα Γράμματα του Ιλκέρ Τσατάκ | Διαγωνιστικό
Ο Αζίζ και η Ντέρια είναι ένα power couple στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Τουρκίας. Ζουν με την έφηβη κόρη τους στην Αγκυρα - εκείνη είναι διάσημη ηθοποιός στο Κρατικό Θέατρο, εκείνος συγγραφέας και καθηγητής δραματουργίας στο Πανεπιστήμιο. Η πρώτη μας επαφή μαζί τους είναι μια βραδιά πρεμιέρας: ο Αζίζ έχει γράψει ένα ακόμα προκλητικό, πειραματικό έργο για την εξουσία, εκείνη έχει δώσει μία δυναμική ερμηνεία που ξεσηκώνει το κοινό. Ανάμεσά τους βρίσκεται κι ο Κυβερνήτης της Αγκυρας. Η Ντέρια αρνείται να βγει από το καμαρίνι της για μία φωτογραφία με τον εκπρόσωπο αυτής της φασιστικής κυβέρνησης. Οπως κι ο Αζίζ αρνείται να κάνει μάθημα στους φοιτητές του, όταν η αυλή του πανεπιστημίου σείεται από τις διαδηλώσεις για ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα. «Αν δεν βγείτε στους δρόμους,, αν δεν μπορείτε να δείτε καθαρά τις μηχανορραφίες της Κυβέρνησης, δεν μπορείτε να μάθετε Δράμα μέσα στην τάξη..»
Μόνο που αυτή η πολιτική τους στάση οδηγεί σε κίτρινα γράμματα - αυτά που έρχονται υπογεγραμμένα από την εξουσία («Κρατικό» θέατρο, «δημόσιο» πανεπιστήμιο) και χάνεις τη δουλειά σου, το σπίτι σου, την ασφάλειά σου. Το έργο κατεβαίνει «μέχρι νεοτέρας», η Ντέρια αντικαθίσταται στον θίασο, κι ο Αζίζ — επειδή προέτρεψε τους φοιτητές του να διαδηλώσουν — κατηγορείται για υποκίνηση σε πράξεις κατά της κρατικής ασφάλειας.
O Ιλκέρ Τσατάκ βγαίνει από το «Γραφείο των Καθηγητών» και μπαίνει σε σκηνές από έναν γάμο, μέσα από το οργουελικό πρίσμα του σύγχρονου φασισμού. Πόλυ Λυκούργου
Διαβάστε την αναλυτική κριτική μας εδώ
Σωτηρία του Εμίν Αλπέρ | Διαγωνιστικό
Σε ένα χωριό στην Τουρκία, η βεντέτα ανάμεσα στους Χάζερον και τους Μπεζάρις αναζωπυρώνεται, καθώς οι δεύτεροι επιστρέφουν στον τόπο τους από την εξορία. Παραδοσιακά πιο πλούσιοι, οι Μπεζάρις έφυγαν από το χωρίο για την πόλη, όταν η περιοχή έπεσε θύμα τρομοκρατικών επιθέσεων και αναταραχής, αφήνοντας τους υπηρέτες τους, τους Χάζερον να διαφυλάξουν τον τόπο από τους εχθρούς, οπλισμένοι από την κυβέρνηση και με ανεπίσημη παραχώρηση της γης στην ιδιοκτησία τους.
Ο Μεσούτ που μόλις έχει γυρίσει από τη μάχη με τους τρομοκράτες είναι οργισμένος με την κατάσταση, βλέπει διαρκώς γύρω του εχθρούς - ακόμη και στη γυναίκα του και εναντιώνεται στον αδερφό του που είναι ο τοπικός ιερέας και άρχοντας επειδή πιστεύει ότι ακολουθεί μια ειρηνική τακτική σε σχέση με τους Μπεζάρις η οποία θα καταλήξει στο να χάσουν τελικά τη γη τους. Η άποψή του ενισχύεται από τα όνειρα που βλέπει και που πιστεύει ότι είναι μηνύματα από τον παππού τους ο οποίος ουσιαστικά ζητάει από τον Μεσούτ να αναλάβει δράση και να ηγηθεί της αποστολής της ολικής εξόντωσης των Μπεζάρις.
Συνεχίζοντας με κινηματογραφική πειθαρχία και πολιτική τόλμη να χτίζει, ταινία με την ταινία, ένα σινεμά που συναρπάζει την ίδια στιγμή που τρυπάει χωρίς φόβος και πάθος τις βαθιές παθογένειες της τουρκικής κοινωνίας, ο Εμίν Αλπέρ στήνει και πάλι την καμερά του απέναντι σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που γίνονται η μικρογραφία μιας ολόκληρης χώρας. Το ίδιο έκανε και στο ντεμπούτο του «Beyond the Clouds» και βραβευμένο στη Βενετία «Υποψίες» και στην πρώτη του συμμετοχή στο Διαγωνιστικό της Berlinale με τις «Τρεις Αδερφές» και στις «Μέρες Ξηρασίας» του 2023 - οι δύο τελευταίες όπως και η «Σωτηρία» σε συμπαραγωγή και με την Ελλάδα και τη Horsefly Films του Γιώργου Τσούργιαννη. Μανώλης Κρανάκης
Διαβάστε την αναλυτική κριτική μας εδώ
The Loneliest Man in Town των Τίτσα Κόβι και Ράινερ Φρίμελ | Διαγωνιστικό
Eνας άντρας γύρω στα 80, με στιλ που προδίδει ότι υπήρξε αμετανόητος ροκαμπιλάς σε όλη του τη ζωή μεταφέρει ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο στους έρημους δρόμους της Βιέννης. Μπαίνει σε ένα από τα επιβλητικά κτίρια διαμερισμάτων που μοιάζει έρημο και κρύο. Κάνει μια στάση αφήνοντας το δέντρο στην αρχή της μεγάλης σκάλας. Θα κατέβει για λίγο σε μια αποθήκη που του ανήκει στο υπόγειο. Μέσα ένας ολόκληρος κόσμος από memorabilia: βινύλια, παλιά έπιπλα, φωτογραφίες, περιοδικά και βιβλία. Θα βάλει ένα δίσκο να παίξει ένα τραγούδι και στο τέλος του θα κλειδώσει και θα ανεβάσει το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο διαμέρισμα του. Θα βάλει ένα δίσκο να παίξει και θα αρχίσει να στολίζει το δέντρο όταν το ρεύμα θα κοπεί και η υπηρεσία ηλεκτρισμού δεν είναι πρόθυμη να ενδιαφερθεί για να διορθώσει τη βλάβη για το μοναδικό διαμέρισμα που κατοικείται σε ολόκληρο το κτίριο. Ο ένοικος του πρέπει να το εγκαταλείψει, αφού ακόμη κι αν επιμείνει και μείνει οι νέοι ιδιοκτήτες που θέλουν το εκμεταλλευτούν φέρνοντάς το στη νέα εποχή της πόλης, θα βρουν χίλιους τρόπους για να τον διώξουν.
Στο περιθώριο της μυθοπλασίας και της τεκμηρίωσης, αλλά και με αναπολογητικό φόρο τιμής στον Ακι Καουρισμάκι, οι Αυστριακοί Τίτσα Κόβι και Ράινερ Φρίμελ παραδίδουν ένα αφοπλιστικό αντίο σε έναν κόσμο που τελειώνει, με οδηγό έναν ακαταμάχητο (αληθινό) πρωταγωνιστή. Μανώλης Κρανάκης
Διαβάστε την αναλυτική κριτική μας εδώ
Rose του Μάρκους Σλάιντσερ | Διαγωνιστικό
Γερμανία 1648. Ο Τριακονταετής Πόλεμος έχει μόλις τελειώσει κι ένας στρατιώτης εμφανίζεται σε απομακρυσμένο γερμανικό χωριό Προτεσταντών. Ο ξένος φέρει μία ουλή από σφαίρα, που έχει παραμορφώσει το πρόσωπο του και παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή. Τώρα τη φορά στο λαιμό ως παράσημο. Στο δισάκι του κουβαλά τους επίσημους τίτλους ιδιοκτησίας μίας αγροικίας και χρήματα για να πληρώσει τους ντόπιους αγρότες για να δουλέψουν στα χωράφια του. Οι κάτοικοι είναι αρχικά καχύποπτοι: ποιος είναι αυτός ο ξένος, τι ισορροπίες έρχεται να διαταράξει; Ομως, με προθυμία τσεπώνουν τα χρήματα του και, σταδιακά, όσο βλέπουν πόσο σκληρά δουλεύει, πόσο γενναία τους υπερασπίζεται από κινδύνους, τον εμπιστεύονται και ανοίγουν τις πόρτες τους. Σε σημείο που ένας γείτονας του δίνει την κόρη του για γυναίκα του.
Μόνο που ο ξένος είναι ξένη. Δεν ακούμε ποτέ το ανδρικό όνομα με το οποίο τους συστήθηκε, αλλά εμείς ξέρουμε το πραγματικό της: Ρόουζ. Ολιγόλογη και αινιγματική, η Ρόουζ δεν αποκαλύπτει παρά πολύ αργότερα γιατί μεταμφιέστηκε σε άντρα. «Τα παντελόνια σου δίνουν ελευθερία». Μόνο που τον 17ο αιώνα αυτό θεωρείται έγκλημα ισοδύναμο με τον σαδομισμό. Και τιμωρείται με θάνατο.
H Σάντρα Ούλερ ντύνεται άντρας και ξεγυμνώνει την πατριαρχία. Mε μία συγκλονιστική πρωταγωνίστρια κι επιρροές από Ντράγιερ, Χάνεκε και Κουροσάβα, το ασπρόμαυρο meta-γουέστερν του Μάρκους Σλάιντσερ είναι ποιητικά όμορφο και αγκάθινα αιχμηρό στο πολιτικό του σχόλιο. Οπως ακριβώς ένα τριαντάφυλλο. Πόλυ Λυκούργου
Διαβάστε την αναλυτική κριτική μας εδώ
Α Prayer for the Dying της Ντάρα Βαν Ντούσεν | Διαγωνιστικό Τμήμα Perspectives
Το δυστοπικό γουέστερν, ντεμπούτο της γεννημένης στην Νέα Υόρκη και τώρα μόνιμης κατοίκου Νορβηγίας Ντάρα Βαν Ντούσεν θα μπορούσε να εκτυλίσσεται σε οποιοδήποτε μέρος και οποιαδήποτε εποχή - αρκεί να ήταν κοντά στο τέλος του κόσμου. Εκεί δηλαδή όπου βρισκόμαστε στην πρώτη σκηνή του, με ένα πυκνό πορτοκαλί σύννεφο να έχει καλύψει τα πάντα και έναν άντρα να πυροβολεί στο κενό. Λίγα χρόνια πριν, θα μάθουμε πως ό,τι βλέπουμε εκτυλίσσεται λίγο μετά τον Αμερικάνικο Εμφύλιο στο Γουισκόνσιν, αλλά αυτό δεν αφαιρεί στιγμή από την ταινία της Βαν Ντούζεν τη διαρκή αίσθηση αυτής της άχρονης ιστορίας που μιλάει ταυτόχρονα για συγκεκριμένα και αφηρημένα πράγματα σε μια αγαστή κινηματογραφική εμπειρία.
Βασισμένο στο βιβλίο του Στιούαρτ Ο’ Ναν, που κυκλοφόρησε το 1999 και σε στάδιο προετοιμασίας τουλάχιστον μια δεκαετία, το φιλμ - που είναι ελληνική συμπαραγωγή (με τις Blonde και *asterisk στους παραγωγούς) αφηγείται την ιστορία του Τζέικομπ, βετεράνου του Εμφύλιου που εκτελεί χρέη σερίφη και πάστορα στη μικρή πόλη που ζει μαζί με τη γυναίκα του και την μικρή του κόρη. Οταν το πτώμα ενός στρατιώτη ανακαλυφθεί στα περίχωρα της πόλης, ο εφιάλτης του πολέμου θα επιστρέψει όταν ο τοπικός γιατρός θα διαγνώσει πως ο θάνατος του οφείλεται σε διφτερίτιδα, επιδημική νόσο του αναπνευστικού. Το δίλημμα αν η πόλη πρέπει να μπει σε καραντίνα θα γίνει επιτακτικό, καθώς οι ασθενείς πληθαίνουν, ο Τζέικομπ νιώθει ένοχος ότι έφερε στην πόλη το κακό και η ατμόσφαιρα γύρω του μοιάζει ήδη εκρηκτική.
Ακολουθώντας πιστά το θρησκευτικό του τίτλου της, η ταινία εκτυλίσσεται σαν μια προσευχή, καθώς η Βαν Ντούsεν ενδιαφέρεται περισσότερο για τον τρόμο που προκαλεί το άγνωστο μιας επιδημίας, τη συσσώρευση των ενοχών απέναντι σε ένα κοσμικό κρίμα και μαζί την ανθρωπιά που χάνεται μπροστά στην επιβίωση. Χωρίς συναισθηματισμούς ή τεχνικές τρόμου, αφηγείται την ιστορία της με αριστοτεχνικό τελετουργικό τρόπο, σκηνές ανθολογίας ειδικά στις στιγμές που πλέον δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο και μια διαρκή αποπνιχτική ατμόσφαιρα που επιτείνεται από τη χρωματική παλέτα της ταινίας.
Καθώς ο ουρανός κοκκινίζει από μια επικείμενη φωτιά που έρχεται να ισοπεδώσει τα πάντα, δεν είναι παράλογο να σκεφτεί κανείς πως αυτή η ταινία μιλάει για πολλές εποχές, πολλές επιδημίες, πολλές φωτιές, πολλές φορές που ο άνθρωπος στάθηκε απέναντι στο θάνατο για να αντιληφθεί πόσο μικρός είναι μέσα στον μεγάλο κόσμο. Με δύο υπέροχες ερμηνείες που συγκινούν και μόνο από τον ελεγειακό τρόπο με τον οποίο ενσωματώνονται μέσα στο τοπίο, ο Τζον Φλιν και ο Τζον Σ. Ράιλι δίνουν τον τόνο σε μια τολμηρή ταινία που δεν φοβάται να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί σε ανεξερεύνητα μέρη που διατρέχουν και την ιστορία του σινεμά και του κόσμου για να αφήσουν ένα μικρό, αλλά ξεχωριστό αποτύπωμα για το μέλλον. Μανώλης Κρανάκης
Queen at Sea του Λανς Χάμερ | Διαγωνιστικό
Η Αμάντα είναι μία 50χρονη καθηγήτρια, χωρισμένη μητέρα της έφηβης Σάρα, αλλά και «κηδεμόνας» της 80ς μητέρας της Λέσλι, η οποία πάσχει από γεροντική άνοια. Για να τη φροντίσει, μετακομίζει προσωρινά στο Λονδίνο, αδυνατώντας να εμπιστευτεί πλήρως τον 85χρονο πατριό της, Μάρτιν. Η ασθένεια είναι εκφυλιστική κι απρόβλεπτη. Θεωρητικά, η Λέσλι θα έπρεπε να βρίσκεται σε μια εξειδικευμένη δομή φροντίδας. Ο Μάρτιν όμως αρνείται κατηγορηματικά. Παραμένει βαθιά ερωτευμένος με «το κορίτσι του». Θέλει ο ίδιος να τη φροντίζει: να τη λούζει, να τη ντύνει, να της δίνει τα φάρμακά της, να πηγαίνουν χεράκι χεράκι την καθημερινή τους βόλτα στο πάρκο. Οπως θέλει να κάνουν και σεξ - κάτι που σοκάρει την Αμάντα. Πιστεύει πως η μητέρα της, χαμένη μέσα στον ωκεανό της σύγχυσης, δεν είναι σε θέση να δώσει συνειδητή συγκατάθεση. Οσο κι αν ο Μάρτιν ισχυρίζεται ότι το ζευγάρι έχει ένα δέσιμο και μία επικοινωνία που κανείς άλλος δεν μπορεί να κρίνει, στα μάτια της της Αμάντα αυτό που συμβαίνει είναι βιασμός. Για αυτό καλεί την αστυνομία, για να τον τρομάξει, για να τον σταματήσει. Ομως η καταγγελία της ανοίγει τον ασκό του Αιόλου. Μία αλυσιδωτή αντίδραση ξεκινά κι ένα τεράστιο ηθικό βάρος αποφάσεων κρέμεται πάνω από τα κεφάλια όλων όσων αγαπούν την Λέσλι. Γιατί η αγάπη δεν σημαίνει απαραίτητα και δικαίωμα ορισμού της ζωής του άλλου.
Ποιος έχει δικαίωμα πάνω στο σώμα σου, τις αποφάσεις σου και τη ζωή σου όταν η γεροντική άνοια χτυπήσει την πόρτα; Με ένα κεντημένο με σύνθετα ηθικά διλήμματα σενάριο και μία τριάδα εξαιρετικών πρωταγωνιστών (θεωρούμε ότι το βραβείο Β' Ερμηνείας θα πάει στην υπέροχη Ανα Κόλντερ-Μάρσαλ), ο Λανς Χάμερ (δεν) απαντά. Πόλυ Λυκούργου
Διαβάστε την αναλυτική κριτική μας εδώ
We are all Strangers του Αντονι Τσεν | Διαγωνιστικό
Αν λέγαμε πως το «Είμαστε Όλοι Ξένοι» είναι το «Υι Υι» του Αντονι Τσεν, το μόνο που χρειάζεται είναι να ανακαλέσουμε εκείνη την ανεπανάληπτη αίσθηση της ταινίας του Εντουαρντ Γιάνγκ που κατάφερε να μεταδώσει αυτούσια την ποίηση του νατουραλισμού, ακολουθώντας διαδρομές φαινομενικά ασήμαντες κι όμως τελικά ταυτισμένες με το μεγάλο μυστήριο που λέγεται ανθρώπινη ζωή. Το ίδιο κάνει και Αντονι Τσεν και στο δικό του σινεμά, τα υπέροχα «Η Εποχή της Βροχής» και «Ο Πάγος που Καίει» και σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα - και σε κυριολεκτική και σε αφηγηματική διάρκεια - εδώ, στην πιο φιλόδοξη και ώριμη ταινία του.
Η ιστορία ακολουθεί τον 21χρονο Τζουνγιάνγκ και τον πατέρα του, ιδιοκτήτη μιας καντίνας στη Σιγκαπούρη καθώς προσπαθούν ο πρώτος να συνηθίσει στο ρόλο του συζύγου και πατέρα σε τόσο νεαρή ηλικία και ο δεύτερος να ξαναφτιάξει τη ζωή του με τη γυναίκα που αγαπάει. Ο Αντονι Τσεν θα τελειώσει την ιστορία ακριβώς όπως την αρχίζει, έχοντας πριν διανύσει έναν τέλειο κύκλο καθημερινού αγώνα των ηρώων του για την ευτυχία. Το βλέμμα του Τσεν στέκεται πρωτίστως με ευγένεια αλλά και με βαθύ ουμανισμό απέναντι στις μικρές λεπτομέρειες που ορίζουν τις ανθρώπινες αποφάσεις, στις μικρές σωστές δόσεις που κάνουν μια αλάνθαστη παραδοσιακή συνταγή να πετυχαίνει, στους μικρούς ανθρώπους με τα μεγάλα όνειρα.
Και ενώ η ζωή βρίσκει τους δικούς της τρόπους να κλείνει τους λογαριασμούς της και η μοίρα τελικά αψηφά την ανθρώπινη αγωνία, ο χρόνος κυλάει, δίνοντας τον τόνο σε όλο το φιλμ που σαν μελαγχολική σονάτα σε αναγκάζει να σταθείς κι εσύ απέναντι από το συνηθισμένο ανακαλύπτοντας την ποίηση που μπορεί να κρύβεται στα πιο αναπάντεχα μέρη. Μανώλης Κρανάκης
Uchronia του Φιλ Ιερόπουλου | Forum Expanded
Τρίτη ταινία των ΦΥΤΑ, με τη σκηνοθεσία να υπογράφει ο Φιλ Ιερόπουλος και το σενάριο ο Φοίβος Δούσος, το «Uchronia» που μόλις έκανε την πρεμιέρα του στο Forum Expanded του 76ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, μοιάζει τελείως διαφορετικό και όμως τόσο ίδιο με τα επίσης αταξινόμητα «ORFEAS2021» και «Avant-Drag!». Οχι τόσο σε μορφή, φόρμα ή υφή, αλλά στη διάθεση μιας κινηματογραφικής πράξης που λειτουργεί ταυτόχρονα με όρους επαναστατικούς, αλλά και ανανεωτικούς ορισμών και εννοιών που, καθώς διανύουμε μια από τις πιο ταραγμένες εποχές του σύγχρονου κόσμου, αναζητούν περισσότερο από ποτέ… τουλάχιστον επανατοποθέτηση.
Ολα ξεκινούν και τελειώνουν στον Αρθούρο Ρεμπό, αφού το «Uchronia» ξεκινάει με το άνοιγμα του τάφου του. Μέσα υπάρχουν κουτιά αγνώστου προελεύσης που κρύβουν κομμάτια από το μέλλον σε μορφές που δεν υπήρχαν την εποχή του συγγραφέα του «ΜΙα Εποχή στην Κόλαση», της προφητικής βίβλου που ορίζει το σημείο μηδέν μιας ανθρωπότητας στο μεταίχμιο από τον ρομαντισμό στο φασισμό. Eνα ταξίδι μέσα στο χρόνο θα φέρει τον Ρεμπό να συνομιλεί με διάσημους επαναστάτες των τελευταίων 150 χρόνων, καθώς το πολιτικοινωνικό τοπίο μεταφέρεται στο προσκήνιο και στο φόντο, διαπερνώντας επαναστάσεις που ίσως και να άλλαξαν τον κόσμο.
Μια ιδέα (επιστημονικής) φαντασίας, δηλαδή, που όμως στοχεύει σε έναν ωμό ρεαλισμό που δεν είναι άλλος από το γεγονός πως ό,τι ζούμε και θα ζήσουμε βρίσκονται κάπου γραμμένα, σε κείμενα που οφείλουν να ξαναδιαβαστούν και «αφηγήσεις» (προφορικές ή γραπτές) που πλέον πρέπει να εφευρεθούν για να συμπληρώσουν τα κενά της Ιστορίας. Μανώλης Κρανάκης
Διαβάστε την αναλυτική κριτική μας εδώ
A Child of my Own (Un Ηijo Ρropio) της Μάιτε Αλμπέρντι | Eιδικές Προβολές
Η Αλεχάντρα, μία Mεξικανή νοσοκόμα μαιευτικής κλινικής παντρεύεται τον εφηβικό της έρωτα Αρτούρο, ελπίζοντας ότι μαζί θα κάνουν μία μεγάλη, ευτυχισμένη οικογένεια. Ομως οι εγκυμοσύνες της καταλήγουν σε συνεχείς αποβολές, κάτι που αντιμετωπίζεται με πίεση από την οικογένεια, τον κοινωνικό περίγυρο και τον ίδιο τον Αρτούρο, ο οποίος αρνείται να υιοθετήσουν. Οταν χάνει και το τρίτο παιδί, κλαίγοντας στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου και περιμένοντας να εξεταστεί, γνωρίζει μία εξίσου αναστατωμένη συνομήλικη της: μία κοπέλα που έχει μείνει έγκυος αλλά θέλει να κάνει έκτρωση. Οι δυο γυναίκες συμφωνούν να αλλάξουν το κάρμα τους: η Αλε δε θα πει σε κανέναν (ούτε στον άντρα της) ότι έχασε το μωρό, θα τακτοποιεί επί 9 μήνες όλα τα ιατρικά έξοδα της εγκύου, και στο τέλος θα είναι εκείνη που θα βγει μητέρα από το μαιευτήριο.
Η αληθινή ιστορία που συγκλόνισε το Μεξικό πριν από 15 χρόνια, γίνεται η αφορμή για την πολυβραβευμένη Χιλιανή σκηνοθέτη Μάιτε Αλμπέρντι («The Mole Agent», «Eternal Sunshine») να παίξει, για μία ακόμα φορά, με τα είδη. Χρησιμοποιεί ηθοποιούς (πόσο εξαιρετική η Ανα Σελέστε Μοντάλβο Πένια στο ρόλο της νεαρής Αλεχάντρα) για να αναπαραστήσει τα γεγονότα όταν το ζευγάρι ήταν νεαρό, αλλά τους έχει να μιλάνε για τις συνέπειες αυτής της ιστορίας, και στο σήμερα, στο τώρα. Είναι γεγονός: αυτή η σοκαριστική ιστορία θα μπορούσε να καταλήξει ένα σκανδαλοθηρικό, ή -ακόμα χειρότερα- βαρετό ντοκιμαντέρ. Ομως η Αλμπέρντι αποδεικνύει ότι έχει τα εργαλεία για να μάς αιφνιδιάζει συνεχώς: τι είναι αλήθεια, τι είναι κοινωνική κατασκευή, τι είναι εύρημα του μυαλού και της διαταραγμένης ψυχής μίας γυναίκας που αν δεν γίνει μητέρα απορρίπτεται από όλους; Με ένα εξαιρετικό μοντάζ, εκπλήξεις κι ανατροπές στην αφήγηση, αλλά πάνω από όλα μέσα από την τρυφερή, ανθρώπινη, γεμάτη κατανόηση ματιά της Αλμπέρντι, αυτό το υβριδικό φιλμ ξεπερνά τα όρια της φόρμας, συγκινεί, προβληματίζω και καταλήγει βαθιά πολιτικό. Πόλυ Λυκούργου
Μύγες (Moscas) του Φερνάντο Εϊμπκε | Διαγωνιστικό
Η Ολγκα ζει μόνη της σε ένα μπλοκ διαμερισμάτων κάπου στο Μέξικο Σίτι. Η αθόρυβη, σαν σε slow motion, περιστρεφόμενη γύρω από μια πολύ συγκεκριμένη ρουτίνα καθημερινότητα της διαταρράσσεται μόνο από τις μύγες που εισβάλλουν στο σπίτι της. Oταν θα αναγκαστεί, για οικονομικούς λόγους, να νοικιάσει ένα από τα δωμάτια του σπιτιού της, θα βρεθεί αντιμέτωπη με την ανθρώπινη επαφή που έχει ξεχάσει αλλά και με ένα τραύμα, μια απώλεια που δεν μαθαίνουμε ποτέ αλλά υποψιαζόμαστε ότι υπήρξε καθοριστική για τη ζωή της. Ο άντρας στον οποίο νοικιάζει το δωμάτιο, της κρύβει ότι κάθε βράδυ ανεβάζει κρυφά τον μικρό γιο του για να κοιμηθεί μαζί του, καθώς οι δυο τους πρέπει να βρουν μια στέγη, όσο η μητέρα της οικογένειας βρίσκεται βαριά άρρωστη στο νοσοκομείο.
Με λιτές γραμμές, όχι πολλές επεξηγήσεις, ασπρόμαυρο που επιτείνει το άχρωμο ζωών που προσπαθούν μάταια να ξεγελάσουν τη μοίρα και με μια ανεπιτήδευτη αθωότητα που φέρνει η ύπαρξη ενός παιδιού που φτιάχνει τον δικό του παιχνιδότοπο από τα πιο ευτελή υλικά που βρίσκει στη ζωή στο δρόμο, το φιλμ του Φερνάντο Εϊμπκε (τον θυμόμαστε από το «Temporada de Patos» του 2004, το «Lake Tahoe» του 2008 και το «Club Sandwich» του 2013) είναι και νεορεαλιστικό και συγκινητικό και μια - πάντα ευπρόσδεκτη επιστροφή στα βασικά. Ο τρόπος που ο μικρός Κρίστιαν θα αναγκάσει την Ολγκα να ξαναζήσει θα κορυφωθεί σε μια στιγμή μαγικού ρεαλισμού, όπως μας έχει συνηθίσει το λατινοαμερικάνικο σινεμά, αλλά είναι τελικά στην αντίθεση ανάμεσα στην πολύβουη πόλη και στην ησυχία της ζωής της Ολγκα που την μετατρέπει περισσότερο από μια τρυφερή κοινωνική ιστορία στο πορτρέτο μιας γυναίκας.
Ερμηνευμένη από την Τερεσίτα Σάντσεζ με ένα βάθος πεδίου που διασχίζει όλη τη διαδρομή από τη θλίψη στη χαρά και από την παραίτηση στην επιστροφή στην παιδική ηλικία, η Ολγκα είναι και ο λόγος που η μικρή ταινία του Εϊμπκε ενηλικιώνεται συναισθηματικά κατά τη διάρκεια της - όπως ακριβώς και οι ήρωες της. Μανώλης Κρανάκης
Josephine της Μπεθ ντε Αραούζο | Διαγωνιστικό
«Μπορεί να τραυματιστείς, ακόμα κι αν φοράς τη ζώνη σου». Ενας αστυνομικός, χωρίς να το καταλάβει συνειδητά, συμμετέχει στην απόλυτη κατάρρευση στης αθωότητας της μικρής Τζοζεφίν. Η μαμά κι ο μπαμπάς τής έχουν μάθει να φορά τη ζώνη της και θα προστατευτεί από το κακό. Ελεγαν ψέματα; Μπορεί το κακό να σε βρει έτσι κι αλλιώς;
Η 8χρονη Τζοζεφίν έγινε μάρτυρας σε κάτι τέτοιο εκείνο το πρωί - κι ο κόσμος της άλλαξε, βίαια, απότομα, για πάντα. Κάθε Κυριακή έχουν μία συνήθεια με τον μπαμπά της Ξυπνάνε στις 5.30, φοράνε τις φόρμες τους, παίρνουν την μπάλα ποδοσφαίρου και τρέχουν στο γειτονικό πάρκο για προπόνηση. Στο δρόμο πειράζονται, κάνουν κόντρες, παίζουν. Εκείνος καμιά φορά την αφήνει να τον κερδίζει στο τρέξιμο για να της τονώσει την αυτοπεποίθηση. Σε μία τέτοια περίπτωση, όπως εκείνη ξεφεύγει μπροστά ανάμεσα στα μονοπάτια του πάρκου, ο μπαμπάς τη χάνει. Και το κοριτσάκι, ολομόναχο, κρυμμένο πίσω από ένα δέντρο, βλέπει κάτι που ούτε ανήλικα, ούτε ενήλικα μάτια θα έπρεπε ποτέ να δουν. Ενας άντρας επιτίθεται σε μία γυναίκα jogger, την ακινητοποιεί, τη γδύνει, την γρονθοκοπεί μέχρι να χάσει τις αισθήσεις της, τη βιάζει με ζωώδη βογγητά απόλαυσης. Οταν ο πατέρας ανακαλύπτει τη Τζο, φωνάζοντας ανήσυχα το όνομά της, αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει, καταδιώκει τον βιαστή, καλεί την αστυνομία και το κοριτσάκι βρίσκεται στο πίσω κάθισμα του περιπολικού με το θύμα που τρέμει και κλαίει βουβά. Τα διάπλατα παιδικά μάτια την κοιτούν με τρόμο και περιέργεια. Η μικρή έχει ρουφήξει τη βία, χωρίς να ξέρει τι σημαίνει «βιασμός». Εδώ καλά καλά δεν ξέρει τι είναι το σεξ. Το μόνο που κατάλαβε είναι ότι, στον άδικο κόσμο των ενήλικων, μπορείς να πάθεις κακό, ακόμα κι αν φοράς τη ζώνη σου.
Με τη δεύτερη της ταινία, που έρχεται στην ευρωπαϊκή της πρεμιέρα ήδη πολυβραβευμένη από το Σάντανς, η Μπεθ ντε Αραούζο («Soft & Quiet») αποδεικνύει ότι ξέρει να χειριστεί τεράστια ζητήματα, με μικρές σημαντικές αποφάσεις, που την κάνουν μεγάλη σκηνοθέτη. Μία τολμηρή, αμείλικτα ειλικρινής και βαθιά ανθρώπινη γροθιά στο στομάχι. Πόλυ Λυκούργου
Διαβάστε την αναλυτική κριτική μας εδώ
The Moment του Αϊνταν Ζαμίρι | Πανόραμα
Το «brat» έχει ήδη γίνει ο δίσκος της χρονιάς, η Charli XCX ετοιμάζεται για την παγκόσμια περιοδεία της και μια ιδέα για ένα concert movie σε παραγωγή της Amazon μοιάζει με την πιο σωστή απάντηση στο ερώτημα όλων όσων βρίσκονται γύρω από την Charli XCX που δεν είναι άλλο από το πώς θα κάνουν το brat summer να κρατήσει για πάντα.
Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι μυθοπλασία. Το «brat» ήδη με την κυκλοφορία του τον Ιούνιο του 2024 υπήρξε το instant hit που έφερε την Charli XCX στο mainstream προσκήνιο. Η περιοδεία ξεκίνησε όντως τον Νοέμβριο του 2024 στο Μάντσεστερ και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο το 2025 στην Νότια Κορέα. Και ένα concert movie είχε όντως πέσει σαν ιδέα στην ομάδα της Charli XCX, όμως η ίδια το είχε απορρίψει, θεωρώντας πως πρόκειται για ένα πολυχρησιμοποιημένο concept που δεν ταίριαζε με την επίθεση του εφήμερα κλασικού που ήταν το «brat».
Τι θα γινόταν όμως αν η Charli XCX είχε πει ναι στην ιδέα του concert movie, πιεσμένη, όπως είμαστε σίγουροι ότι ήταν για να κάνει το «brat summer» να κρατήσει για πάντα;
Αυτό είναι το «The Moment», μια ταινία που ξεκινά από την πραγματικότητα, ξεφεύγει σε μέρη μυθοπλασίας που - ακόμη και στην πιο εξωφρενική εκδοχή τους - μοιάζουν πραγματικά για να επιστρέψει ξανά στην πραγματικότητα μιας μουσικής βιομηχανίας που μοιάζει να ισορροπεί #not ανάμεσα στην καλλιτεχνική έκφραση και τις επιταγές μιας ακούραστης εμπορικότητας. Μανώλης Κρανάκης
Διαβάστε την αναλυτική κριτική μας εδώ
ΟΙ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΕΙΣ
At the Sea του Κορνέλ Μουντρούτσο | Διαγωνιστικό
Η Λώρα επιστρέφει στη θάλασσα - στο εξοχικό σπίτι στο Κέιπ Κοντ, που κληρονόμησε από τον διάσημο χορογράφο πατέρα της Ιβαν, μαζί με την εμβληματική σχολή χορού, την οποία τώρα εκείνη διοικεί. Ή, μάλλον, διοικούσε, καθώς ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα που από θαύμα γλίτωσαν εκείνη κι ο μικρός της γιος την ξύπνησε από δεκαετίες μουδιάσματος: για να σωθεί, έπρεπε να απαλλαγεί από την πίεση της βαριάς σκιάς του πατέρα της, να παραιτηθεί και να καταφύγει για ένα εξάμηνο σε κλινική αποτοξίνωσης. Γιατί για αυτό έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Από μικρό κορίτσι, έτσι είχε μάθει να αντιμετωπίζει τις συγκρίσεις με τον πατέρα της και τον παγερό ναρκισσισμό του: πίνοντας, χαμογελώντας, χορεύοντας.
Η Λώρα επιστρέφει στη ζωή της, καθαρή. Μόνο που η επανασύνδεση με τον άντρα της (όπου η απόσταση, μεγάλωσε και την «απόσταση» που ήδη είχαν), τον μικρό γιο (που το ατύχημα του έχει φέρει εφιάλτες), την οργισμένη έφηβη κόρη της (που χάνει την ανεμελιά της για να φροντίζει τους άλλους δυο) και τους συνεργάτες της στη σχολή (που τη θέλουν να επιστρέψει για να μην φύγουν οι επενδυτές και χρεωκοπήσει η επιχείρηση), δεν είναι αυτή που θα βοηθούσε την νηφαλιότητα της.
Ο Ούγγρος σκηνοθέτης Κορνέλ Μουντρούτσο («Λευκός Θεός», «Το Φεγγάρι του Δία») στη δεύτερη αγγλόφωνη ταινία του («Τα Θραύσματα μιας Γυναίκας») επιχειρεί μία βουτιά στον ωκεανό του διαγενεακού τραύματος και… πνίγεται. Το μόνο φωτεινό σημείο, είναι η Εϊμι Ανταμς. Δυστυχώς, όμως, ούτε μια πρίμα μπαλαρίνα αρκεί για να σώσει μια παράσταση που δεν βρίσκει ποτέ το κέντρο βάρους της. Πόλυ Λυκούργου
Διαβάστε την αναλυτική κριτική μας εδώ
Rosebush Pruning | Διαγωνιστικό
Μια οικογένεια Αμερικάνων ζει απομονωμένη στην έπαυλη της στην Ισπανία. Αποτελείται από τον τυφλό πατέρα, τρεις γιους και μια κόρη. Οπως μαθαίνουμε από νωρίς, η μητέρα έχει πεθάνει με φριχτό τρόπο - την κατασπάραξαν λύκοι - και τα εναπομείναντα μέλη της οικογένειας δεν χρειάζεται να δουλεύουν ή να κάνουν οτιδήποτε άλλο, καθώς έχουν πάρα πολλά χρήματα και το μόνο που έτσι κι αλλιώς τους ενδιέφερε στη ζωή ήταν η μουσική και η μόδα.
Ξοδεύοντας χρόνο και χρήμα, φορώντας ότι τους έχει απομείνει από τα κομμάτια υψηλής ραπτικής που διαθέτουν, ανακυκλώνουν όλοι το (υπόγεια και υπέργεια ερωτικό) ενδιαφέρον τους ο ένας για τον άλλον, σεξουαλικά προβληματικοί και προβληματισμένοι, καθώς επιδίδονται σε ιεροτελεστίες, ομαδικές και ατομικές, αθώες - λιγότερο αθώες - καθόλου αθώες - που σταδιακά αποκαλύπτουν πως «κάτι σάπιο υπάρχει» στο βασίλειο τους. Μοναδική, ημιφωτεινή (αλλά κι αυτός με μια βαλίτσα σκελετούς κάτω από το ντουλάπι της κουζίνας του) εξαίρεση ο Τζακ που θα συνάψει σχέση με τη Μαρθα και θα… τολμήσει να ζήσει και εκτός βίλας, φτιάχνοντας ή τουλάχιστον προσπαθώντας να φτιάξει μια δική του οικογένεια.
Αν η παραπάνω υπόθεση σας θυμίζει αμυδρά το «Γροθιές στην Τσέπη» του Μάρκο Μπελόκιο, είναι γιατί το σενάριο έχει βασιστεί σε εκείνη την πρώτη ταινία του Ιταλού δημιουργού που άφησε το βαρύ αποτύπωμά της εν έτει 1965 - με σημαντικές αλλαγές στο βασικό plot και άλλες διαδρομές των χαρακτήρων μέχρι το φινάλε. Αν σας θυμίζει λίγο πιο έντονα επίσης τον «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου είναι γιατί το σενάριο υπογράφει ο Ευθύμης Φιλίππου, εδώ στην πρώτη του μεγάλου διαμετρήματος παραγωγή μετά τις συνεργασίες του με τον Γιώργο Λάνθιμο.
Το σχόλιο είναι προφανές για μια τάξη και έναν κόσμο που εγκλωβισμένος στην ασφάλεια της άνεσης του γεννάει μορφώματα που εξ-απλώνονται πάνω σε επίπεδα κακοποίησης, διαστροφής και ενός μηδενισμού που μοιάζει να παρασέρνει στο διάβα του τα πάντα. Προφανές είναι και το στιλ του Εύθυμη Φιλίππου που εδώ μοιάζει το ίδιο αχαλίνωτο σε επίπεδο φαντασίας όπως και στις «Ιστορίες Καλοσύνης» του Γιώργου Λάνθιμου, με επίπεδα ιδεών που έρχονται το ένα μετά το άλλο, επάλληλα και παράλληλα, ολοκληρώνοντας ένα σύμπαν από παραδοξότητες, βιαιότητες/αγριότητες, μικρές εκρήξεις (κι αυτές παράδοξες) ρομαντισμού, κλισέ που ακυρώνονται και επιβαιώνονται σχεδόν με την ίδια ένταση, σοκαριστικές σκηνές που ανακυκλώνονται και ανακυκλώνουν μια νοσηρή… φάση. Μανώλης Κρανάκης
Διαβάστε την αναλυτική κριτική μας εδώ
Nightborn της Χάνα Μπέργκχολμ | Διαγωνιστικό
Οποιος είχε δει την «Εκκόλαψη» θα καταλάβει αμέσως γιατί και αυτή η δεύτερη, προφανώς πιο μεγάλη σε διαστάσεις, χρηματοδότηση και φιλοδοξία ταινία της Φινλανδής Χάνα Μπέργκχολμ, δεν καταφέρνει να ολοκληρώσει την προβληματική της (μορφολογικά αλλά και θεματικά), καταλήγοντας σε μια γκροτέσκα, αθέλητα (ή και ηθελημένα, δεν έχει σημασία) αστεία και επιτηδευμένη παραβολή πάνω περίπου στο ίδιο θέμα που δεν είναι άλλαο από την οικογένεια. Στην «Εκκόλαψη» η οπτική ήταν από την πλευρά ενός παιδιού που ενηλικιώνεται, εδώ βλέπουμε τον κόσμο μέσα από το βλέμμα μιας μητέρας που μόλις έχει γεννήσει ένα... τέρας. Ή τουλάχιστον αυτό πιστεύει η ίδια σε αντίθεση με όλους γύρω της, ανίκανη να συνέλθει από το σοκ της γέννας και της νέας ζωής που πρέπει να συνηθίσει, ενδίδοντας οριακά και νομοτελειακά στην παράνοια.
Γυρισμένο όλο σαν ένα γοτθικό παραμύθι, με αναφορές στους αδερφούς Γκριμ αλλά και τοπικούς φιλανδικούς μύθους που ενισχύουν το «αλλόκοτο» της ιστορίας, το «Nightborn» δεν είναι φειδωλό σε σκηνές (σωματικού) τρόμου, σπλάτερ ξεσπάσματα και στοιχεία του φανταστικού. Δεν είναι όμως φειδωλό και σε μια θεματική που τελευταία εξερευνάται όλο και περισσότερο στον σύγχρονο κινηματογράφο, αυτόν που θέλει τη μητέρα να έχει δικαίωμα στο να έχει φρικάρει με το παιδί της. Η αρχική αίσθηση του «ανοίκειου» που χτίζει πετυχημένα η Μπέργκχολμ εξελίσσεται με αυτοπεποίθηση αλλά αγγίζει τα όρια μιας ωμής διάθεσης για πρόκληση, που φέρνει το θεατή σε δύσκολη θέση, όχι όμως με έναν απολαυστικό τρόπο. Καθώς η διαδρομή της κεντρικής ηρωίδας (η Σέιντι Χάαρλα σε μια δυναμική αλλά και διαρκώς άνιση ερμηνεία, ειδικά απέναντι στον ανεκμετάλλευτο Ρούπερτ Γκράιντ) αγγίζει - πόσο κλισέ - τα όρια της τρέλας, τόσο και η ταινία βυθίζεται μέσα σε ένα παραισθησιογόνο σύμπαν με τα πολλά αταίριαστα στοιχεία της να μην ενώνονται σε ένα ικανό όλο. Το χιούμορ που κυριαρχεί στο τελευταίο μέρος λειτουργεί ανακουφιστικά, αλλά η ταινία έχει ήδη αναπόδραστα οδηγηθεί σε δρόμους που της έχουν στερήσει το παραμυθικό της στοιχείο αλλά και την όποια δύναμη της καταγγελίας που εξαπολύει απέναντι στις κοινωνικές νόρμες. Μανώλης Κρανάκης
TA ΑΔΙΑΦΟΡΑ
Everybody Digs Bill Evans του Γκραντ Γκι | Διαγωνιστικό
Η ζωή του βιρτουόζου πιανίστα της τζαζ Μπιλ Εβανς είχε την ίδια ένταση και ευθραυστότητα με τη μουσική του — από τη μία, δημόσια καταξίωση, φήμη, δημιουργική κορύφωση. Από την άλλη, βύθισμα σε προσωπικά σκοτάδια, μοναξιά, απόγνωση. Βαθιά καταθλιπτικός — ίσως με κληρονομική προδιάθεση, καθώς ο αδελφός του αυτοκτόνησε το 1979 — πάλευε μάταια να αποτινάξει την εξάρτησή του από την ηρωίνη, έναν εθισμό που ο ίδιος χαρακτήριζε «αργή αυτοκτονία». Του στοίχισε σχέσεις με την οικογένεια, τους φίλους, τις συντρόφους του. Η μεγαλύτερη τραγωδία, που σημάδεψε και την καλλιτεχνική του πορεία, ήταν ο θάνατος του μπασίστα και «μουσικού soulmate» του, Σκοτ ΛαΦάρο — ένα γεγονός που σηματοδοτεί και την έναρξη της ταινίας.
Πώς θα μπορούσε μία κινηματογραφική βιογραφία να τα απεικονίσει όλα αυτά - αλλά χωρίς να καταφύγει σε μελοδραματισμούς και κλισέ; Να αποτυπώσει πώς μέσα από αυτές τις ρωγμές, ο Εβανς γεννούσε μουσική, ως μετουσίωση του πόνου σε αρμονία - μία διαρκή προσπάθεια να βρει τάξη και ομορφιά εκεί όπου η ζωή του παρέμενε σπαρακτική; Σίγουρα χρειαζόταν ένα ποιητικό κινηματογραφικό βλέμμα - μία ταινία που θα ξεπερνούσε τα όρια της μεγάλης οθόνης, θα σε έκανε να νιώσεις, όχι απλώς να θαυμάσεις, την τραγική ιδιοφυΐα.
Προς τιμήν του, ο Ιρλανδός σκηνοθέτης Γκραντ Γκι (30 χρόνια πριν, με το «Meeting People is Easy», είχε ακολουθήσει τους Radiohead, στην «OK Computer» περιοδεία τους) δεν καταφεύγει σε ευκολίες, αλλά επιχειρεί μία πειραματική, στυλιζαρισμένη, ασπρόμαυρη προσέγγιση. Ομως οι ιδέες του, τολμηρές και δύσκολες, δεν είναι απαραίτητα κι επιτυχημένες. Παγερά αποστασιοποιημένο και ενοχλητικά στυλιζαρισμένο, αυτό το jazz biopic είναι μία χαμένη ευκαιρία για ένα κινηματογραφικό «Peace Piece» βλέμμα στον μελαγχολικό, αυτοκαταστροφικό, iconic πιανίστα. Πόλυ Λυκούργου
Διαβάστε την αναλυτική κριτική μας εδώ
«Dust» της Ανκε Μπλοντέ | Διαγωνιστικό
Βέλγιο, 1999. Ο Γκερτ κι ο Λικ είναι φιλόδοξοι επιχειρηματίες. Στη βιτρίνα, ιδρυτές μίας start-up προγραμμάτων υψηλής τεχνολογίας, αλλά παράλληλα συμμέτοχοι σε μία τεράστια απάτη που έχει εμπλέξει αθώους μικροεπενδυτές σε εικονικές μετοχές. Οταν η φούσκα σκάει, οι δυο συνεταίροι πρέπει να παραμείνουν ενωμένοι και να διασώσουν ό,τι σώζεται - καταστρέφοντας αποδεικτικά στοιχεία, στηρίζοντας το διοικητικό συμβούλιο και αναλαμβάνοντας προσωπικά το τίμημα απέναντι στο νόμο.
Υπάρχει σενάριο για το πώς οι πλούσιοι τεχνοκράτες θα πέσουν στα μαλακά, για να μην καταρρεύσει το οικονομικό σύστημα. Αυτός είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ταινίας της Ανκε Μπλοντέ, η οποία μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη την αληθινή ιστορία που συγκλόνισε λίγο πριν το μιλένιουμ το Βέλγιο. Δίνοντας βαρύτητα στο αταίριαστο δίδυμο των αντί-ηρώων και την προσωπική τους πτωτική πορεία από την παντοδυναμία της εξουσίας στον τρόμο της δημόσιας έκθεσης και από την αλαζονεία της επιτυχίας στις ερινύες για τη χρεοκοπία του κοσμάκη (μετοχές είχαν αγοράσει οι γείτονες, οι φίλοι, οι οικογένειες τους), η Μπλοντέ επιτυγχάνει να προσθέσει και κάτι ακόμα: ένα ανθρώπινο φως στη φιλία τους.
Παρόλη την άρτια παραγωγή (η Heretic υπογράφει την συμπαραγωγή) και τις δυνατές ερμηνείες, η ταινία καταλήγει σε κάτι που δεν είναι τόσο δυνατό όσο υπόσχεται. Μάλλον διεκπεραιωτικό, περιγραφικό, χαμένο στους αποστασιοποιημένους συμβολισμούς του. Κολλημένο στη «λάσπη» που θα έπρεπε να είναι και ο πραγματικός τίτλος (το «dust», είναι τα όνειρα που έγιναν σκόνη - όπως τα ενοχοποιητικά στοιχεία γίνονται κομφετί μέσα από τον καταστροφέα εγγράφων) Πόλυ Λυκούργου
Το 76ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου διεξάγεται φέτος από τις 12 μέχρι και τις 22 Φεβρουαρίου. Οπως κάθε χρόνο, το Flix βρίσκεται εδώ για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες μέσα από το ειδικό τμήμα του που ανανεώνεται συνεχώς.
