Μια οικογένεια Αμερικάνων ζει απομονωμένη στην έπαυλη της στην Ισπανία. Αποτελείται από τον τυφλό πατέρα, τρεις γιους και μια κόρη. Οπως μαθαίνουμε από νωρίς, η μητέρα έχει πεθάνει με φριχτό τρόπο - την κατασπάραξαν λύκοι - και τα εναπομείναντα μέλη της οικογένειας δεν χρειάζεται να δουλεύουν ή να κάνουν οτιδήποτε άλλο, καθώς έχουν πάρα πολλά χρήματα και το μόνο που έτσι κι αλλιώς τους ενδιέφερε στη ζωή ήταν η μουσική και η μόδα.
Ξοδεύοντας χρόνο και χρήμα, φορώντας ότι τους έχει απομείνει από τα κομμάτια υψηλής ραπτικής που διαθέτουν, ανακυκλώνουν όλοι το (υπόγεια και υπέργεια ερωτικό) ενδιαφέρον τους ο ένας για τον άλλον, σεξουαλικά προβληματικοί και προβληματισμένοι, καθώς επιδίδονται σε ιεροτελεστίες, ομαδικές και ατομικές, αθώες - λιγότερο αθώες - καθόλου αθώες - που σταδιακά αποκαλύπτουν πως «κάτι σάπιο υπάρχει» στο βασίλειο τους. Μοναδική, ημιφωτεινή (αλλά κι αυτός με μια βαλίτσα σκελετούς κάτω από το ντουλάπι της κουζίνας του) εξαίρεση ο Τζακ που θα συνάψει σχέση με τη Μαρθα και θα… τολμήσει να ζήσει και εκτός βίλας, φτιάχνοντας ή τουλάχιστον προσπαθώντας να φτιάξει μια δική του οικογένεια.
Το 76ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου διεξάγεται φέτος από τις 12 μέχρι και τις 22 Φεβρουαρίου. Οπως κάθε χρόνο, το Flix βρίσκεται εδώ για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες μέσα από το ειδικό τμήμα του που ανανεώνεται συνεχώς.
Αν η παραπάνω υπόθεση σας θυμίζει αμυδρά το «Γροθιές στην Τσέπη» του Μάρκο Μπελόκιο, είναι γιατί το σενάριο έχει βασιστεί σε εκείνη την πρώτη ταινία του Ιταλού δημιουργού που άφησε το βαρύ αποτύπωμά της εν έτει 1965 - με σημαντικές αλλαγές στο βασικό plot και άλλες διαδρομές των χαρακτήρων μέχρι το φινάλε. Αν σας θυμίζει λίγο πιο έντονα επίσης τον «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου είναι γιατί το σενάριο υπογράφει ο Ευθύμης Φιλίππου, εδώ στην πρώτη του μεγάλου διαμετρήματος παραγωγή μετά τις συνεργασίες του με τον Γιώργο Λάνθιμο.
Το σχόλιο είναι προφανές για μια τάξη και έναν κόσμο που εγκλωβισμένος στην ασφάλεια της άνεσης του γεννάει μορφώματα που εξ-απλώνονται πάνω σε επίπεδα κακοποίησης, διαστροφής και ενός μηδενισμού που μοιάζει να παρασέρνει στο διάβα του τα πάντα. Προφανές είναι και το στιλ του Εύθυμη Φιλίππου που εδώ μοιάζει το ίδιο αχαλίνωτο σε επίπεδο φαντασίας όπως και στις «Ιστορίες Καλοσύνης» του Γιώργου Λάνθιμου, με επίπεδα ιδεών που έρχονται το ένα μετά το άλλο, επάλληλα και παράλληλα, ολοκληρώνοντας ένα σύμπαν από παραδοξότητες, βιαιότητες/αγριότητες, μικρές εκρήξεις (κι αυτές παράδοξες) ρομαντισμού, κλισέ που ακυρώνονται και επιβαιώνονται σχεδόν με την ίδια ένταση, σοκαριστικές σκηνές που ανακυκλώνονται και ανακυκλώνουν μια νοσηρή… φάση.
Αυτό που δεν είναι προφανές είναι το στιλ που εδώ υιοθετεί ο Καρίμ Αϊνούζ, ένας σκηνοθέτης που δεν μπορείς ακριβώς να τον περιγράψεις καθώς κάθε του ταινία είναι διαφορετική από την άλλη και από την εποχή της καλύτερης ίσως ταινίας του, της «Αόρατης Ζωής της Ευρυδίκης Γκουσμάο» παλινδρομεί ανάμεσα σε φιλόδοξες μεγάλες ή μικρότερες ταινίες («Firebrand», «Motel Destino») που μοιάζουν διαρκώς να πέφτουν στο κενό. Η επιλογή του genre είναι μαύρη κωμωδία/εξεζητημένη σάτιρα με στοιχεία (body) horror, αν και πιο ιδανικά, ο τρόπος με τον οποίο ο Αϊνούζ αντιμετωπίζει αυτήν την με στοιχεία οπερατικά οπερέτα είναι φωτίζοντας (εώς και καίγοντας στα έντονα κοντράστα με τη βοήθεια της διευθύντριας φωτογραφίας του, Ελέν Λουβάρ) την επιφάνεια των πραγμάτων.
Και εκεί, στην επιφάνεια, θα ξεκινήσει και θα τελειώσει αυτή η ιστορία, η οποία δεν θα κοιτάξει ποτέ λίγο πιο μέσα, όχι μόνο στους χαρακτήρες που θα επιπλεύσουν (ιδανικά ίσως;) στο εφήμερο της βασανισμένα αβασάνιστης ύπαρξης τους, αλλά ούτε και σε μια πραγματική τοιχογραφία μιας τραγικωμωδίας που θα εξαντληθεί σε μια σειρά αρκετά «εύκολες» παρά το φαινομενικά δύσκολο της εκτέλεσης τους σκηνές που συνεχίζουν το μεγάλο διάλογο του Εύθυμη Φιλίππου με το παράδοξο.
Με τη ζυγαριά να γέρνει προς το… πρώτο επίπεδο, το (κατά τα άλλα φανταστικό) «Paninaro» των Pet Shop Boys θα γίνει λάιτ μοτίφ επειδή οι μοναδικοί του στίχοι είναι τύπου «Passion and love and sex and money/Violence, religion, injustice and death», κάθε σκηνή που νιώθεις ότι πάει να τρυπήσει ένα (συλλογικό) τραύμα τελειώνει ως παρωδία, τα (πολλά και αχρείαστα) σωματικά υγρά θα νοτίσουν πολλαπλά και δωρεάν (#diplhs) το φαντασιακό του θεατή, ενώ προς το φινάλε θα επικρατήσει μόνο μια διάθεση αστεϊσμού, πιστή στον τόνο που δίνει ο Αϊνούζ που μοιάζει να τον ενδιαφέρει να είναι: μόνο «ενοχλητικά» γοητευτικός, ηλιοκαμμένος και «in your face» - μια ποπ φαντασμαγορία που σε βρίσκει «έτοιμο» μόνο για να σε (εφήμερα κι αυτό) διασκεδάσει.
Κάπου ανάμεσα σε σκηνές που παλινδρομούν ανάμεσα στο σοκαριστικό και το α-σοβαροφανές, στο ταμπού και την τελικά μάλλον αθέλητα επιβεβαίωσή του, το «επί τούτου» και το «τριβιαλ», το «αστείο για το αστείο» και το «ανεκδοτολογικό», το instagramable και το illustration, μέσα σε χαραμάδες διαλόγων και (ωραίας) αφήγησης από το voice over (που νιώθεις ότι λογοτεχνικά το όλο σχέδιο θα έμοιαζε πιο πλούσιο), αν είσαι γνώστης του έργου του Φιλίππου, διακρίνεις τις ρωγμές του μυστηρίου, του ανοίκειου, του υποδόριου - ανησυχητικού ή μη, του βαθιά ρομαντικού που στο δικό του διακριτό σύμπαν (και όχι του Αϊνούζ) κρύβει η φωτογραφία ενός πέους, το όνειρο Sebago παπουτσιών που χορεύουν στον αέρα ή o Πουλόπουλος να τραγουδάει Πλέσσα με φόντο την ισπανική εξοχή.
Από το «διακρίνεις» μέχρι το να «νιώσεις» (και δεν εννοεί εδώ κανείς συναισθηματικά) απέχει ωστόσο όμως πολύ εδώ σε μια ταινία που θυμίζει το «Saltburn» της Εμεραλντ Φένελ και σε διάθεση και σε αστεϊσμό και που δεν ξέρεις πραγματικά πώς θα έμοιαζε αν την είχε σκηνοθετήσει ο γνώστης του σύμπαντος του Φιλίππου Γιώργος Λάνθιμος. Οπως δεν θα μάθουμε ποτέ πόσο πιο διασκεδαστικά απολαυστική θα ήταν αν ήταν τελικά γραμμένη με μια διάθεση να σατιρίσει την αλήθεια και όχι αυτό που νιώθεις ότι κάνει: να σατιρίσει μια ήδη σάτιρα της αληθινής ζωής, παίζοντας με τον καθρέφτη του x2 που τελικά καταλήγει (ίσως όχι τυχαία μέσα στο νιχιλισμό της;) στο μηδέν.
Διαβάστε ακόμη: Berlinale 2026: Ο Ευθύμης Φιλίππου μιλάει από το Βερολίνο στο Flix για το «Rosebush Pruning»
Το 76ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου διεξάγεται φέτος από τις 12 μέχρι και τις 22 Φεβρουαρίου. Οπως κάθε χρόνο, το Flix βρίσκεται εδώ για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες μέσα από το ειδικό τμήμα του που ανανεώνεται συνεχώς.
