Ο Ανκερ και η συμμορία του σκόραραν χοντρά: μία ληστεία 20 εκ. δολαρίων, που τα έκρυψε και, λίγο προτού η αστυνομία τον στριμώξει και τον συλλάβει, ανέθεσε στον ψυχικά διαταραγμένο αδελφό του, Μάνφρεντ, να θάψει το κλειδί - κάπου στο δάσος έξω από το παλιό τους σπίτι.
15 χρόνια αργότερα, ο Ανκερ αποφυλακίζεται λόγω καλής διαγωγής κι επιστρέφει στον αδελφό του. Μόνο που ο Μάνφρεντ δεν είναι πια ο ίδιος. Είναι ο Τζον. Ο Τζον Λένον. Μην επιμένει να τον φωνάζει «Μάνφρεντ» - θα πέσει από το παράθυρο. Ή θα ανοίξει την πόρτα του κινούμενου αυτοκινήτου και θα βουτήξει στην άσφαλτο.
Ο Ανκερ συνειδητοποιεί ότι η διασχιστική προσωπικότητα του αδελφού του δε θα του επιτρέψει να θυμηθεί που έχει κρύψει το κλειδί, κι ίσως η μόνη ελπίδα είναι να επιστρέψουν μαζί στο παλιό τους πατρικό. Μόνο που αυτό έχει γίνει Airbnb, ανήκει πλέον σε ένα εκκεντρικό μεσήλικο ζευγάρι, και η διαμονή τους θα διανθιστεί από διάφορους απρόσμενους επισκέπτες - τον ιδιοσυγκρασιακό ψυχίατρο του Μάνφρεντ/Τζον και μερικούς ακόμα ασθενείς του που πιστεύουν ότι είναι μέλη των Beatles, αλλά και τους παλιούς συμμορίτες του Ανκερ που απαιτούν με ευφάνταστα βάρβαρους τρόπους το μερίδιο από τα κλοπιμαία τους.
Παράλληλα, flashbacks από την παιδική ηλικία των αδελφών, αλλά και ένα animation που εξηγεί τον μύθο του Τελευταίου Βίκινγκ, αρχίζουν να ξετυλίγουν τον μίτο του σύγχρονου, βίαιου, τραυματικού παραμυθιού: τι έχει συμβεί σε αυτά τα δύο αγόρια κι ο ένας έχει καταφύγει στην βία κι ο άλλος στην ασφάλεια της φαντασίας του; Εδώ και τέσσερις δεκαετίες, ο Αντερς Τόμας Γένσεν παραμένει μία από τις κυρίαρχες μορφές του σύγχρονου δανέζικου σινεμά - αρχικά ως σεναριογράφος σκηνοθετών όπως η Σουζάνε Μπιρ («Ανοιχτές Καρδιές», «Μετά το Γάμο») και η Λόνε Σέρφιγκ («Ο Γουίλμπουρ Θέλει να Πεθάνει») και μετέπειτα περνώντας κι ο ίδιος πίσω από την κάμερα για μερικές από τις πιο σκοτεινές, κατάμαυρες, τολμηρές κωμωδίες («Τα Μήλα του Αδάμ», «Οι Εκκεντρικοί»).
Κι εδώ, η ιδέα του φλερτάρει με το παράλογο, η αφήγηση με το σουρεαλιστικά γελοίο, γκροτέσκες καταστάσεις, εκκεντρικοί χαρακτήρες, αλλόκοτοι διάλογοι συνθέτουν ένα σύμπαν που ταυτόχρονα διασκεδάζει, αλλά και μελαγχολεί - κάθε γέλιο αφήνει μία πικρή επίγευση. Κι αν η δράση διακόπτεται από απρόσμενες στιγμές βαρβαρότητας, η καρδιά της ιστορίας, τα δύο αδέλφια και η σχέση τους, είναι αφοπλιστικά τρυφερή κι ουσιαστικά συγκινητική. Αυτή η συναισθηματική ένταση, που διαπερνά τη φάρσα και την επιφανειακή παραδοξότητα, είναι που δίνει στην ταινία την αυθεντικότητα και την ευαισθησία της.
Ο Γένσεν μιλά για την ψυχική υγεία χωρίς ίχνος λύπησης, οίκτου, ή ηθικολογία. Ολοι έχουμε πολλαπλές προσωπικότητες - απλώς το κρύβουμε καλύτερα. Ολοι κουβαλούμε ουλές από το παρελθόν μας που μας καθορίζουν. Αλλά κι όλοι έχουμε το δικαίωμα να διαμορφώσουμε μία νέα προσωπικότητα, να ξανασυστήσουμε τον εαυτό μας. Να μην μας ορίζουν μόνο τα τραύματά μας.
Πιστοί πρωταγωνιστές του (είναι η έκτη ταινία που κάνουν μαζί) οι Μαντς Μίκελσεν και Νικολάι Λι Κας είναι εξαιρετικοί. Ο Κας ενσαρκώνει ωμά, κατά μέτωπο, την ενοχή, τη καταπιεσμένη βία και τον θυμό που δεν βρίσκει διέξοδο παρά μόνο στην επιθετικότητα. Αλλά είναι ο Μίκελσεν που κλέβει την παράσταση. Παίζοντας έναν κόντρα ρόλο, μεταμορφώνεται καθολικά, εξαφανίζει την αρρενωπότητα του και φορά με γενναιοδωρία την ευθραυστότητα και τον πόνο - εμπνέοντας τον θεατή να ταυτιστεί με την ενήλικη εκδοχή ενός βαθιά πληγωμένου παιδιού. Η θλίψη του δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τα αστεία μυωπικά γυαλιά. Και παρόλη την άθλια περμανάντ, ερμηνεύει στρέιτ την ψυχική νόσο. Φορά στο πέτο με μία άβολη (για εμάς) ειλικρίνεια τη διαφορετικότητα της.
Το αποτέλεσμα έχει κι αυτό πολλαπλές προσωπικότητες - όπως κι ο ήρωάς του: και διασκεδαστικό και μελαγχολικό και λοξά κωμικό και βαθιά ευαίσθητο και αλλόκοτο και παράδοξα οικείο.

