Είναι βέβαιο ότι αυτή εδώ δεν είναι η πρώτη φορά, στα παγκόσμια χρονικά, που προβάλλονται μαζί, σ' ένα πρόγραμμα, τρεις κωμωδίες μικρού μήκους, όπως διατείνεται η ανθολογία «Ελλάδα 3.0», αρκεί να κάνει κανείς ένα γύρο στο λονδρέζικο Short Com Film Festival, ή στα Comedy Shorts του φεστιβάλ του Λος Αντζελες, ή σε διάφορες άλλες διοργανώσεις με το γέλιο στο επίκεντρο. Αλλά ας πάρουμε αυτή τη δήλωση ως μια ιδέα μάρκετινγκ, ή ως, γιατί όχι, μια κωμική δήλωση κι αυτή και, σε κάθε περίπτωση, όποιος τρόπος καλεί το κοινό να δει ελληνικές μικρού μήκους στις αίθουσες (με οικονομική ενίσχυση του ΕΚΚΟΜΕΔ στην εταιρεία διανομής), είναι καλός κι όχι κακός.
Πέρα απ' αυτό, τίποτε άλλο δεν συνδέει τις τρεις αυτές ταινίες - και, ομολογουμένως, μόνο οριακά μπορούν να θεωρηθούν και κωμωδίες. Μια σκοτεινή σάτιρα του αποτυπώματος που άφησε το ΠΑΣΟΚ στον νεο-νεοέλληνα, μια κυνική ματιά στη μέχρι θανάτου (και παραπέρα) διαφθορά της ελληνικής ψυχής και μικροαπατεωνίας και μια ελαφρώς μπερδεμένη, ελαφρώς καγκούρικη ηδονοβλεπτική ματιά στα στερεότυπα φύλου. Παρακάτω, αναλυτικά, περισσότερα για την κάθε ταινία της ανθολογίας.

Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει του Δημήτρη Παπαθανάση
Ο Κοσμάς λύνει και δένει με τις ευλογίες του παπ’ Αργύρη στα έξω και (κυρίως) στα μέσα του νεκροταφείου όπου δουλεύει ως υπάλληλος. Ο Κοσμάς ξέρει πώς θα βρεθεί ως δια μαγείας χώρος για μια νέα ταφή, ο Κοσμάς ξέρει να μοιράζει - σε λογικές τιμές - τα φιλέτα που έχουν θέα στο δρόμο, ο Κοσμάς ορίζει ποιος θα πάει στα αδιάλυτα και ποιος στο χώμα. Ικανός να συνδιαλέγεται, αλλάζοντας ύφος στην κάθε περίπτωση, με παπάδες, χαροκαμένες συζύγους, μαφιόζους και «κοράκια», θα παίξει το παιχνίδι του μέχρι τέλους όταν θα αρνηθεί να είναι υποχείριο και θα ζητήσει πρωτοκαθεδρία στον τομέα του. Αστείο, μελαγχολικό, μακάβριο και κατάμαυρο σαν το «θέμα» του, το έντονο, σε όλα του τα (καλά και λιγότερο καλά) κοντράστα, φιλμ του Δημήτρη Παπαθανάση (Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής, Φεστιβάλ Δράμας 2025), μεταφέρει στον ιδανικό χώρο το ελληνικό μεγαλείο της διαπλοκής, των λαμόγιων, των ρουσφετιών και της υποκρισίας, δίνοντας στον Δημήτρη Δρόσο την ευκαιρία να ερμηνεύσει με διαβαθμίσεις μεγάλης ερμηνείας έναν απίθανο ήρωα που όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά αλλά κανείς δεν θα ήθελε ούτε να ξέρει. Μανώλης Κρανάκης
Διαβάστε εδώ περισσότερα για τo «Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει» του Δημήτρη Παπαθανάση.
Planet Balcony της Ιωάννας Κρυωνά
Ο Τάσος περνά τις μέρες και τις νύχτες του στο μπαλκόνι του, στα Εξάρχεια, πίνει τα μπαφάκια του ή τις μπίρες του ή τη φραπεδιά του, κάνει παρέα με τον Γουίλιαμ που είναι κόκκαλο και χαζεύει τη γειτονιά. Ο,τι φοβάται ν' αντιμετωπίσει στον έξω κόσμο, το κοιτάζει μέσα από τα κυάλια του, ή του το μεταφέρει ο Συγκ, ο συγκάτοικός του, που μοιάζει να έχει έντονη κοινωνική και γκομενική ζωή. Οταν, ένα βράδυ, ο Τάσος θα δει τη νέα ένοικο του απέναντι σπιτιού να στέκεται γυμνή, με το βρακάκι της μόνο, στο φωτισμένο παράθυρό της, θ' ανησυχήσει: λες να τη δει κανένα κτήνος και να της κάνει κακό; Μήπως χρειάζεται σωτηρία; Για να δει πιο καλά.
Με απλή αλλά πρακτική για ένα σύντομο «ανέκδοτο» σκηνοθεσία και με ενδιαφέρον και βοηθητικό μοντάζ, η Ιωάννα Κρυωνά (του «Βαθύκοφτου» πριν λίγα χρόνια), μιλά επίκαιρα για την αντιδιαστολή του γοργά εξαπλούμενου gentrification του αθηναϊκού κέντρου και του ίδιου κι απαράλλαχτου στερεότυπου φύλου της κοινωνίας που ζει σ' αυτό. Η ιδέα παραμένει χαριτωμένη, όμως το σενάριο διαλέγει βιαστικές, εύκολες λύσεις, τόσο για τη δράση και τη δομή και τους μονοδιάστατους διαλόγους, όσο και για την ουσία της ταινίας κι η εξαιρετικά υπερβολική ερμηνεία, εδώ, του Γιώργου Χρυσοστόμου δεν βοηθά στο να γίνει το φιλμ πιο ενδιαφέρον ή πειστικό, ή αστείο εν τοιαύτη περιπτώσει. Η γεύση που αφήνει πίσω αυτή η... γειτνίαση έχει την αίσθηση του ανικανοποίητου, ντυμένη με μια ομορφιά ή κι ευστοχία στην αισθητική της. Λήδα Γαλανού
100 Χρόνια Μπροστά του Μιχάλη Γιγιντή
Ο Λάκης γεννήθηκε τον Αύγουστο 1974, τον μήνα που, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, ο Αντρέας (ένας είναι) επέστρεψε στην Αθήνα για να ιδρύσει το ΠΑΣΟΚ. Γι' αυτό κι αισθάνεται ότι η ζωή του είναι στενά συνδεδεμένη με το κίνημα και με τον ίδιο τον ηγέτη. Ταμπουρωμένος στο γραφείο του, θα εγκλωβίσει εκεί με τη βία και τον γείτονα Κωστάκη και θα τον εξαναγκάσει ν' ακούσει την ιστορία της πασοκικής Ελλάδας και των επακολούθων της, για να τον πείσει να μην ξεπουληθεί στο κεφάλαιο.
Οση δύναμη έχει η μορφή και η φωνή του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, έχει και η ταινία, μια πρωτότυπη (βασισμένη σε θεατρικό έργο του ηθοποιού) αποτύπωση του ελληνικού συμβιβασμού των τελευταίων πέντε δεκαετιών. Η ιστορία που ξέρουμε κι έχουμε ζήσει, ταυτίζεται μ' ένα πρόσωπο κι αυτό δεν είναι ο Παπανδρέου, αλλά ο Λάκης, που μ' ένα γύρισμα του μυαλού και μια βίαιη πικρία, με την ελαφριά πασοκο-λαμογιά και μεγαλοστομία, γίνεται εκείνος το σύμβολο της «αλλαγής» και της αποκαθήλωσής της (πόσο σπουδαίο timing να βλέπουμε την ταινία αυτήν εδώ τη συγκεκριμένη πολιτική στιγμή). Αν και το φιλμ δεν υπερβαίνει τη θεατρικότητα του σεναρίου του, μπαρόκ, σκοτεινό, εσώκλειστο, όμως διασκεδάζει κατά στιγμές το αληθινό, σαρωτικό δράμα του με πετυχημένο χιούμορ. Ο «Κωστάκης» Κώστας Φυτίλης είναι ιδανικό αθώο, συμβιβασμένο, τρομαγμένο αντιστάθμισμα στον γίγαντα Τσιοτσιόπουλο, κι όσο οι ιδέες του θρίλερ δεν λειτουργούν πραγματικά και δεν πειράζει κιόλας, τόσο ο έξυπνος χειρισμός της πασοκικής ποπ κουλτούρας, ντοκουμέντων, τραγουδιών, αποφθεγμάτων κι εκείνου του νεύματος ξαναζωντανεύουν και μαζί τσαλακώνουν την εποχή που μας διαμόρφωσε. Παρότι, βέβαια, η ταινία έχει ένα περιορισμένο... δημογραφικό, απευθύνεται μόνο σε Ελληνες κι Ελληνίδες άνω των σαράντα, καταφέρνει μ' έναν σαραντάλεπτο διάλογο να τρολάρει αλλά και να δοξάσει το χτες και, μαζί, να ερμηνεύσει το σήμερα. Λήδα Γαλανού
Διαβάστε εδώ περισσότερα για τo «100 Χρόνια Μπροστάι» του Μιχάλη Γιγιντή.

