Για όσους μεγάλωσαν τη δεκαετία του '80 και του '90, ο He Man δεν ήταν απλώς ένας ακόμη ήρωας κινουμένων σχεδίων, ηταν μέρος μιας ολόκληρης εποχής όπου η φαντασία χωρούσε σε πλαστικά παιχνίδια, πολύχρωμα εξώφυλλα και απογεύματα μπροστά στην τηλεόραση. Η Ετερνία, το Κάστρο του Γκρέισκαλ και ο Σκέλετορ ανήκουν σε εκείνες τις εικόνες της παιδικής ηλικίας που παραμένουν ζωντανές ακόμη και όταν οι λεπτομέρειες έχουν ξεθωριάσει από τη μνήμη.
Οι «Κυρίαρχοι του Σύμπαντος» του Τράβις Νάιτ γνωρίζει πολύ καλά το συναισθηματικό βάρος που κουβαλά το όνομά τους και χτίζει πάνω σε αυτό από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Δεν προσπαθεί να αποδομήσει τον μύθο ούτε να τον αντιμετωπίσει ειρωνικά, όπως συνηθίζουν πολλές σύγχρονες αναβιώσεις. Αντίθετα, τον προσεγγίζει με μια εμφανή διάθεση να αναβιώσει την αίσθηση του θαυμασμού που γεννούσε κάποτε αυτός ο κόσμος, ακόμη κι αν η διαδρομή προς τον στόχο δεν είναι πάντοτε το ίδιο επιτυχημένη.
Δεκαπέντε χρόνια μετά την εξαφάνισή του από την Ετέρνια, ο πρίγκιπας Ανταμ ζει στη Γη χωρίς να γνωρίζει την αληθινή του καταγωγή. Οταν όμως το μυθικό Σπαθί της Δύναμης τον καλεί πίσω στην πατρίδα του, ανακαλύπτει έναν κόσμο κατεστραμμένο από την τυραννική κυριαρχία του Σκέλετορ. Για να σώσει την οικογένειά του και να αποκαταστήσει την ισορροπία στην Ετέρνια, ο Ανταμ πρέπει να αποδεχτεί το πεπρωμένο του ως Χ-Μαν και να ενώσει τις δυνάμεις του με τους πιο πιστούς συμμάχους του σε μια επική μάχη για το μέλλον του σύμπαντος.
Η σκηνοθεσία του Νάιτ, του δημιουργού του «Kubo and the Two Strings», καταφέρνει να δώσει στην Ετερνία μια αίσθηση κλίμακας και μυθολογίας που σπάνια συναντά κανείς σε σύγχρονες κινηματογραφικές μεταφορές παιχνιδιών ή κινουμένων σχεδίων. Οι εικόνες έχουν συχνά βάρος και φαντασία, ενώ αρκετές σκηνές δράσης διαθέτουν μια παλιακή κινηματογραφική ενέργεια. Ιδιαίτερα οι μεγάλες συγκρούσεις ανάμεσα στις δυνάμεις της Ετέρνια και του Σκέλετορ διατηρούν έναν παλιομοδίτικο ηρωισμό που λειτουργεί αναπάντεχα καλά.
Εκεί όπου η ταινία δυσκολεύεται κάπως είναι στο σενάριο. Παρότι επιχειρεί να δώσει μεγαλύτερο συναισθηματικό βάθος στον πρίγκιπα Ανταμ, η αφήγηση ακολουθεί γνώριμα μονοπάτια και σπάνια εκπλήσσει, με την πορεία του ήρωα προς την αποδοχή του πεπρωμένου του είναι αποτελεσματική αλλά προβλέψιμη, ενώ αρκετοί δευτερεύοντες χαρακτήρες μοιάζουν να υπάρχουν απλώς για να εξυπηρετήσουν την εξέλιξη της πλοκής.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσπάθεια να επαναπροσδιορίσει το τι σημαίνει αρρενωπότητα μέσα στον κόσμο του He Man. Αντί να παρουσιάζει τον πρωταγωνιστή ως μια άψογη μηχανή δύναμης, το φιλμ τον αντιμετωπίζει ως έναν νεαρό άνδρα που καλείται να συμφιλιώσει την ευαλωτότητά του με τις ευθύνες που κουβαλά. Η δύναμη δεν παρουσιάζεται ως αυτοσκοπός αλλά ως προέκταση της αυτογνωσίας και της προσωπικής θυσίας. Είναι μια θεματική που δεν αναπτύσσεται πάντα με την απαραίτητη λεπτότητα, ωστόσο προσθέτει μια σύγχρονη διάσταση σε έναν χαρακτήρα που στο παρελθόν οριζόταν σχεδόν αποκλειστικά από τους μυς του.
Η νοσταλγία αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονές της και, προς τιμήν του Νάιτ, δεν χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως εύκολο δόλωμα για το κοινό που μεγάλωσε με τον χαρακτήρα. Επαναφέρει γνώριμα στοιχεία της μυθολογίας, εμβληματικές ατάκες, χαρακτηριστικές τοποθεσίες και οπτικά μοτίβα που παραπέμπουν ευθέως στην κλασική σειρά, χωρίς όμως να μετατρέπεται σε μια ατελείωτη παρέλαση αναφορών. Υπάρχουν στιγμές όπου η αγάπη για το πρωτότυπο υλικό λειτουργεί δημιουργικά και ενισχύει το συναίσθημα, αλλά υπάρχουν και άλλες όπου η ταινία δείχνει να στηρίζεται υπερβολικά στη μνήμη του θεατή αντί να χτίζει τη δική της ταυτότητα. Η ισορροπία δεν είναι πάντα ιδανική, όμως τουλάχιστον η νοσταλγία εδώ μοιάζει να πηγάζει από πραγματική εκτίμηση προς τον μύθο του He Man και όχι από μια κυνική εμπορική στρατηγική.
Ο Νίκολας Γκαλιτζίν αποδεικνύεται πολύ πιο εύστοχη επιλογή απ' ό,τι θα περίμεναν αρκετοί. Ως Ανταμ διαθέτει την απαιτούμενη αβεβαιότητα και ανθρώπινη διάσταση, ενώ ως He Man εκπέμπει το απαραίτητο χάρισμα χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές. Η ερμηνεία του καταφέρνει να κρατήσει ενωμένες τις δύο πλευρές του χαρακτήρα, κάτι που αποδεικνύεται καθοριστικό για τη λειτουργία της ταινίας. Στην απέναντι πλευρά, ο Τζάρεντ Λέτο παραδίδει έναν Σκέλετορ που δύσκολα περνά απαρατήρητος. Ο ηθοποιός επιλέγει μια εξαιρετικά θεατρική προσέγγιση, γεμάτη υπερβολή, ειρωνεία και σαρκασμό. Υπάρχουν στιγμές όπου η παρουσία του απογειώνει το camp στοιχείο του φιλμ και μετατρέπει τον χαρακτήρα σε απολαυστικό κακό και, ίσως, ένα από τα δυνατότερα στοιχεία της ταινίας.
Οι «Κυρίαρχοι του Σύμπαντος» είναι μια ταινία που μοιάζει να βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα σε δύο κόσμους. Θέλει να τιμήσει τη νοσταλγία των παλιών θαυμαστών, αλλά ταυτόχρονα προσπαθεί να επανασυστήσει τον μύθο σε ένα σύγχρονο κοινό. άλλοτε πετυχαίνει εντυπωσιακά και άλλοτε σκοντάφτει στις ίδιες του τις φιλοδοξίες. Παρ' όλα αυτά, διατηρεί μια ειλικρινή αγάπη για το υλικό του και μια διάθεση να αγκαλιάσει την υπερβολή του χωρίς ντροπή. Σε μια εποχή όπου πολλά blockbusters φοβούνται να είναι αυτό που πραγματικά είναι, αυτή η επιλογή αποδεικνύεται ίσως η πιο αξιομνημόνευτη αρετή του.

