23 Δεκεμβρίου 1996, Κορκ, Ιρλανδία. Η 39χρονη τηλεοπτική παραγωγός Σοφί Τοσκάν ντι Πλαντιέ, σύζυγος του διάσημου κινηματογραφικού μεγαλοπαραγωγού Ντανιέλ Τοσκάν ντι Πλαντιέ, περνά τις γιορτές στο απομονωμένο εξοχικό τους στη δυτική Ιρλανδία. Το μοιραίο εκείνο βράδυ επιστρέφει πεζή από μια βόλτα στο χωριό. Μια γειτόνισσα θα καταθέσει αργότερα ότι είδε έναν άντρα με μαύρο παλτό να την παρακολουθεί και να την ακολουθεί. Το επόμενο πρωί βρίσκεται νεκρή, άγρια κακοποιημένη, με περισσότερα από 50 τραύματα στο σώμα της, στο μονοπάτι που οδηγεί στο σπίτι της.
Η δολοφονία της θα εξελιχθεί σε μία από τις πιο πολύκροτες και αμφιλεγόμενες ανεξιχνίαστες υποθέσεις της σύγχρονης Ιρλανδίας. Βασικός ύποπτος της υπόθεσης αναδείχθηκε ο δημοσιογράφος Ιαν Μπέιλι, ο οποίος συνελήφθη δύο φορές από την ιρλανδική αστυνομία, χωρίς ωστόσο να του απαγγελθούν ποτέ κατηγορίες, καθώς κρίθηκε ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επαρκούσαν για την παραπομπή και καταδίκη του. Αντιθέτως, τα γαλλικά δικαστήρια τον δικάζουν ερήμην και τον καταδικάζουν σε 25 χρόνια κάθειρξης, με την Ιρλανδία ωστόσο να αρνείται την έκδοσή του.
Γνωρίζοντας καλά τη γλώσσα και τους κανόνες του δικαστικού θρίλερ, ο Ιρλανδός σκηνοθέτης Τζιμ Σέρινταν («Το Αριστερό μου Πόδι», «Εις το Ονομα του Πατρός», «The Boxer») επιστρέφει σε αυτή την πραγματική υπόθεση και, μαζί με τον συνσεναριογράφο του Ντέιβιντ Μέριμαν, επιχειρούν να διορθώσουν την Ιστορία: φαντάζονται και αναπαραστούν κινηματογραφικά τη διαδικασία διαβούλευσης ενός σώματος ενόρκων που... δεν υπήρξε ποτέ.
Μπορεί ο Κλιντ Ιστγουντ στην τελευταία ταινία του, «Juror #2», να τόλμησε μόνο μία διακριτική αναφορά, αντιθέτως ο Σέρινταν είναι ξεκάθαρος: κλείνει την αφήγηση στο δωμάτιο των διαβουλεύσεων και τολμά την μεγάλη σύγκριση με το αριστούργημα του
Σίντνεϊ Λιούμετ «12 Ενορκοι». Το σενάριο των Σέρινταν και Μέριμαν δεν ενδιαφέρεται να εξιχνιάσει «ποιος το έκανε». Αλλά να ενισχύσει το αντίθετο ερώτημα: «ποιος δεν το έκανε». Μέσα από την υποθετική αναπαράσταση μιας δίκης που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, βάζουν το θεατή στον εσωτερικό ηθικό διάλογο της αμφιβολίας - θεμελιώδη αρχή κάθε δίκαιης απονομής δικαιοσύνης και αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου.
Η Βίκι Κριπς αναλαμβάνει το ρόλο του «Ενορκου #8», που επιχειρεί να αποδομήσει τη βεβαιότητα της ενοχής, και προκαλεί να επανεξετάσουν τα στοιχεία της δίκης- προκαλώντας την ένταση, το θυμό, ακόμα και την επίθεση και τον χλευασμό των υπολοίπων. Αντλώντας υλικό από πρακτικά δικαστηρίων, μαρτυρίες, ιατροδικαστικά ευρήματα και τα στοιχεία της δικογραφίας, ο Σέρινταν αναδεικνύει τις αντιφάσεις και τα κενά της ελλιπούς αστυνομικής έρευνας, αλλά και την πολυπλοκότητα μιας υπόθεσης όπου ελάχιστα πράγματα είναι βέβαια και σχεδόν τίποτα δεν είναι απολύτως άσπρο ή μαύρο.
Ο Σέρινταν (ο οποίος περνά και μπροστά από την κάμερα στο ρόλο του επικεφαλής των ενόρκων) όμως χάνει τις ισορροπίες. Η εμμονή που έχει ο ίδιος προσωπικά με αυτή την υπόθεση διαπερνά ξεκάθαρα το φακό του: πνίγει το θεατή με πληροφορίες, στοιχεία, ονόματα και λεπτομέρειες που εκτοξεύονται με καταιγιστικό ρυθμό, με τελικό αποτέλεσμα να χάνει κανείς και τον ειρμό και το ενδιαφέρον του. Παράλληλα, οι επεξηγηματικοί διάλογοι, αντί να ενισχύουν την ένταση, επιβραδύνουν τον ρυθμό και αποδυναμώνουν τη δραματουργική δυναμική της διαδικασίας.
Αντιθέτως με τον Λιούμετ, ο οποίος χορογραφούσε την δραματική φόρτιση με ακρίβεια μαέστρου, εδώ η κάμερα του Σέρινταν εγκλωβίζεται στο δωμάτιο, παγιδεύεται στα πρόσωπα, ασφυκτιά στη θεατρικότητα της αναπαράστασης. Ταυτόχρονα, η Κριπς παραδίδει μία ορθολογιστική κι -επίτηδες- άχρωμη, άνευρη, υποτονική ηρωίδα που δεν βοηθά στην σύνδεσή μας με τον αγώνα για δικαιοσύνη.
Παρόλο το ενδιαφέρον που είχε μία τέτοια πειραματική προσπάθεια να συνδυάσει κανείς τα πραγματικά γεγονότα με την μυθοπλαστική ανασύσταση μιας ετυμηγορίας, το αποτέλεσμα μάλλον αποτελεί κινηματογραφική κακοδικία.

