Μία, ας πούμε, πρωτότυπη ιδέα για ταινία. Σ' έναν ελαφρώς φουτουριστικό κόσμο, το εξωγαμιαίο σεξ απαγορεύεται με αυστηρές ποινές: άτομα που δεν είναι παντρεμένα μπορούν να κάνουν σεξ μόνο μία ημέρα το χρόνο, για 12 ώρες (συνεχόμενα ή μη). Γιατί όλο αυτό; Ποιος ξέρει, αφού το σενάριο του Τράβις Μπράουν (που ως τώρα έχει δουλέψει κυρίως σε αμερικανικές παιδικές τηλεοπτικές σειρές) και γενικώς η ταινία του Γουιλ Γκλακ (του «Annie» και διάφορων ρομαντικών κομεντί σαν το επιτυχημένο «Anyone but You»), δεν μπαίνει ποτέ στον κόπο σ' αυτή την ιδέα να δώσει οποιαδήποτε προέκταση ή να την αιτιολογήσει.
Ξεκινώντας, λοιπόν, η ταινία, μαθαίνουμε ότι το εξωγαμιαίο σεξ έχει απαγορευτεί στην Αμερική και οι single είναι νόμιμοι και δεν θα διωχθούν, αν απέχουν από αυτό. Ολοι οι άνθρωποι φορούν έναν βιοαισθητήρα που εντοπίζει τις ορμόνες που εκκρίνονται στη διάρκεια του σεξ: το μηχανάκι αυτό είναι κόκκινο και γίνεται πράσινο όταν κανείς παντρευτεί, αλλά και γι' αυτές τις 12 ώρες ετησίως, όπου οι singles διεκδικούν το ταίρι τους με αγκωνιές πιο δυνατές κι απ' ό,τι τα 70% στις εκπτώσεις. Αυτό το ζοφερό πλαίσιο, που φέρνει στο νου τόσο το «Handmaid's Tale», την πατριαρχία, τον νεοσυντηρητισμό, την αυταρχικότητα της εξουσίας, όσο, βέβαια, και το «Purge» αλλά με ασύστολο σεξ αντί για ατάσθαλη βία (μα πόσο μπερδεμένος συσχετισμός), δεν αναλύεται ή σχολιάζεται περισσότερο, παρά αποτελεί τον καμβά για μια... ρομαντική κομεντί!
Παρότι δυσκολευόμαστε να το πιστέψουμε, αυτή είναι μια ταινία που, την εποχή του ακραίου συντηρητισμού και αυταρχισμού στην Αμερική (και προς τα εδώ) και της αύξησης των incels και της άρνησης της σεξουαλικής εκτόνωσης, ουσιαστικά σατιρίζει όσες και όσους λαχταρούν να κάνουν σεξ και παρουσιάζει τους απέχοντες και τις απέχουσες ως, οριακά, ανώτερα πλάσματα.»
Αυτή τη μία 12ωρη βραδιά θα γνωριστούν ο Οουεν και η Αλι. Εκείνος έχει κοπέλα, η οποία όμως προτιμά (τι διαπιστευτήρια είναι αυτά;) να το κάνει με τον γείτονα και η Αλι δεν έχει σύντροφο, έχει όμως γκέι συγκάτοικο που την προτρέπει να βγει εκεί έξω και να τα δώσει όλα (τα στερεότυπα βγαίνουν έξω από το κόκκινο του δείκτη αξιοπρέπειας στην ταινία). Οι δυο τους, ωστόσο, απρόσμενα, δεν θα σπεύσουν να κάνουν σεξ, αντίθετα θα τραβηχτούν σε μια περιπέτεια, όπου θα συναντήσουν και διάφορους άλλους ανθρώπους και κυρίως γνωστά πρόσωπα σε κάμεο (καλώς τη Μόλι Ρίνγκγουολντ).
Η αλήθεια είναι ότι η Μόνικα Μπαρμπάρο είναι τρομερή καλλονή, παίζει και καλά κι έχει μια χημεία με τον Κάλουμ Τέρνερ, ενώ το ζευγάρι κρατά γερά στις κωμικές στιγμές της ταινίας, που είναι πολλές. Επίσης ότι το soundtrack, γεμάτο ποπ επιτυχίες, διασκεδάζει την αρρυθμία της ταινίας κι ότι η Νέα Υόρκη στον φακό του Γκλακ και του Γιάρον Ορμπακ είναι εξαιρετικά φωτογενής (αλλά πότε δεν είναι;). Ωστόσο, παρότι δυσκολευόμαστε να το πιστέψουμε, αυτή είναι μια ταινία που, την εποχή του ακραίου συντηρητισμού και αυταρχισμού στην Αμερική (και προς τα εδώ) και της αύξησης των incels και της άρνησης της σεξουαλικής εκτόνωσης, ουσιαστικά σατιρίζει όσες και όσους λαχταρούν να κάνουν σεξ και παρουσιάζει τους απέχοντες και τις απέχουσες ως, οριακά, ανώτερα πλάσματα. Δηλαδή χάριν εμπορικότητας, υποστηρίζει μια τάση όχι απλώς καταπιεστική, αλλά και εγκληματική. Μόνο διστακτικά μπορεί κανείς αυτό να το δεχτεί, έστω για μια βραδιά στο σινεμά.

