Στην έβδομη ταινία του σύμπαντος που τα γέννησε και στην τρίτη δική τους, τα Minions βρίσκονται πλέον όσο πιο μακριά γίνεται από τον Γκρου του «Εγώ ο Απαισιότατος» - στην πραγματικότητα είναι μια αρχαία φυλή από Minions που αναζητούν διαρκώς νέα αφεντικά για να υπηρετήσουν και νέες περιπέτειες για να εκτονώσουν την ανεξάντλητη ενέργεια τους.
Σε ένα ειρωνικό cross over που δεν μπορεί παρά να είναι συνειδητό, στην αρχή της ταινίας θα συναντήσουν μέχρι και τον Πολύφημο, Κύκλωπα από την «Οδύσσεια» του Ομήρου, πριν εξοντώσουν, χωρίς να το θέλουν, όλους όσους βρεθούν στο περασμά τους και προσπαθήσουν να τους εξουσιάσουν, και πριν το σινεφιλικό κλείσιμο του ματιού απλωθεί σε μια ταινία που θα μπορούσε κανείς να περιγράψει μόνο ως ένα ολοκληρωτικά παράλογο ερωτικό γράμμα προς το σινεμά.
Φτάνοντας στην Αμερική του 1920, τα Minions θα βρεθούν μπλεγμένα σε μια ληστεία με άλογα, τρένα και λοιπά στοιχεία γουέστερν, ακριβώς επειδή είναι ένα γουέστερν που γυρίζεται και - σε ένα γύρισμα της τύχης - κάνει τα Minions ανάρπαστα ως τους μεγαλύτερους ανερχόμενους σταρ της εποχής του βωβού σινεμά. Μεγάλη ευκαιρία για δύο από αυτά, τον Χένρι και τον Τζέιμς (φυσικά το αστείο στο άκουσμα των ονομάτων τους είναι ηθελημένο όπως όλα τα αστεία στις ταινίες των Minions), να εξασκήσουν το ταλέντο τους στην αφήγηση, φιλόδοξοι σεναριογράφοι και σκηνοθέτες που θα τολμήσον να ονειρευτούν ακόμη και ένα Οσκαρ.
Εκεί όπου τα Minions αυτονομούνται - και το, ας θεωρήσουμε, σχόλιο για το "ανεξάρτητο" και "ελεύθερο" Χόλιγουντ αρχίζει να σχηματίζεται ακόμη και με τις άναρθρες κραυγές των κίτρινων πλασμάτων - το φιλμ χάνει την αυθεντικότητα του και συνεχίζει απλά με τον ίδιο καταιγιστικό ρυθμό με τον οποίο ξεκίνησε να δημιουργεί χάος σε κάθε γωνιά του κάθε κάδρου - γεγονός που σε κάνει να αναρωτιέσαι τελικά διαρκώς και αποκλειστικά για τον συνολικό αριθμό των Minions.»
Ολα θα κυλήσουν όχι απλώς περίφημα αλλά σχεδόν θριαμβευτικά, μέχρι τη στιγμή που στο Χόλιγουντ θα έρθει ο ήχος και τα Minions θα αποδειχθούν ανεπίδεκτα μάθησης, ομιλίας και λοιπών ταλέντων που απαιτούν οι εποχές. Η μόνη τους επιλογή, ανεπιθύμητα πλέον από το σύστημα που τα ανέδειξε, είναι να δοκιμάσουν να γυρίσουν τη δική τους ταινία, χωρίς να υπακούν σε παραγωγούς, εμπορικές συμβάσεις και τις απαιτήσεις του κοινού.
Ακριβώς δηλαδή ό,τι κάνουν εδώ οι Πιερ Κοφέν (σε σκηνοθεσία και σενάριο) και Μπράιαν Λιντς (σενάριο) επιτείνοντας τον κόσμο του παραλόγου μέσα στον οποίο ζουν (και βασιλεύουν) εδώ και χρόνια τα Minions, ανυπότακτα σε (τουλάχιστον εμφανείς με την πρώτη ματιά) κανόνες που έχουν να κάνουν με την εμπορικότητα ή τη δημοφιλία τους.
Το «Minions & Τέρατα» είναι ένας αεικίνητος θρίαμβος σινεφιλικής τρέλας. Μέσα σε τουλάχιστον μισή ώρα μπορεί κανείς να παρατηρήσει περισσότερες από 30 αναφορές (από τον Τσάπλιν και τους «Μοντέρνους Καιρούς» μέχρι τον Χάρολντ Λόιντ του «Safety Last», τον «Πολίτη Κέιν» φυσικά αλλά και τις πρώτες ταινίες του Εντισον και των Λιμιέρ, συν ένα cameo από τον Τζορτζ Λούκας), αλλά και μια ντελιριακή αναπαράσταση του Χόλιγουντ της εποχής που δυστυχως εξαντλείται γρήγορα χωρίς να δίνει τη θέση του σε κάτι εξίσου ενδιαφέρον, κυρίως στο δεύτερο μέρος.
Εκεί όπου τα Minions αυτονομούνται - και το, ας θεωρήσουμε, σχόλιο για το «ανεξάρτητο» και «ελεύθερο» Χόλιγουντ αρχίζει να σχηματίζεται ακόμη και με τις άναρθρες κραυγές των κίτρινων πλασμάτων - το φιλμ χάνει την αυθεντικότητα του και συνεχίζει απλά με τον ίδιο καταιγιστικό ρυθμό με τον οποίο ξεκίνησε να δημιουργεί χάος σε κάθε γωνιά του κάθε κάδρου - γεγονός που σε κάνει να αναρωτιέσαι τελικά διαρκώς και αποκλειστικά για τον συνολικό αριθμό των Minions. Οι σινεφιλικές αναφορές προκαλούν απλά χαμόγελα, ο θόρυβος (από τη συσσώρευση ηχητικών εφέ) ζαλίζει και φυσικά δεν υπάρχουν εδώ χαρακτήρες που θα μπορούσαν να μετατρέψουν την αφήγηση σε μια ολοκληρωμένη ιστορία.
Εκτός κανόνων, αλλά τελικά με μοναδικό κανόνα την ύπαρξη τους, τα Minions έχουν καταφέρει να επιβάλλουν τον παραλογισμό της αρχικής τους σύλληψης σε ένα franchise που δεν δείχνει να έχει τέλος. Από την άλλη έχοντας φτάσει στην απαρχή του σινεμά, πόσο πιο μακριά μπορείς να ταξιδέψεις για να επισημοποιήσεις την καταγωγή σου - ειδικά όταν και αυτός ο αρχετυπικός «αφέντης» σου έχει πάψει από καιρό να είναι και τόσο πολύ «απαισιότατος»;

