Το είδος του τρόμου έχει αλλάξει αισθητά τα τελευταία χρόνια, με το κοινό να δείχνει ολοένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για ιστορίες που ξεφεύγουν από τις παραδοσιακές φόρμουλες και αναζητούν τον τρόμο σε απρόβλεπτα σημεία. Ταινίες όπως το «Backrooms» και η «Εμμονή» αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας νέας εποχής για το είδος, όπου παράξενες ιδέες, δημιουργοί που ξεκίνησαν από το διαδίκτυο και πιο προσωπικές προσεγγίσεις μπορούν να αποκτήσουν τεράστια απήχηση, την ώρα που τα καθιερωμένα franchises εξακολουθούν να προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανές τις δικές τους μυθολογίες.

Μέσα σε αυτή τη μεταβαλλόμενη πραγματικότητα επιστρέφει και το «Insidious», ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα horror franchises της τελευταίας δεκαπενταετίας, το οποίο αυτή τη φορά επιχειρεί να διευρύνει ξανά τον κόσμο του Απώτερου, σε μια περίοδο όπου ο τρόμος δείχνει να έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ νέες ιδέες και διαφορετικούς τρόπους για να σε κάνει να νιώσεις άβολα.

Το «Insidious: Εξω από το Απώτερο» αφήνει πίσω της την οικογένεια Λάμπερτ και συστήνει τη Τζέμα, μια νεαρή μητέρα που μεγαλώνει την κόρη της στο πατρικό της σπίτι, ανακαλύπτει ότι μπορεί να ταξιδεύει στο Απώτερο, τον σκοτεινό κόσμο των χαμένων ψυχών. Οταν συνειδητοποιεί πως έχει τη δύναμη όχι μόνο να το επισκέπτεται αλλά και να μεταφέρει τις οντότητές του στον πραγματικό κόσμο, γίνεται στόχος δαιμονικών δυνάμεων που απειλούν να εξαπολύσουν τον τρόμο πέρα από τα όρια του Απώτερου. Η συγκεκριμένη ιδέα έχει δυνατότητες, επειδή αντιστρέφει έναν από τους βασικούς μηχανισμούς της σειράς και μετατρέπει το Απώτερο από τόπο στον οποίο πρέπει να εισέλθουν οι ήρωες σε μια απειλή που μπορεί πλέον να εισχωρήσει στον δικό τους κόσμο.

Στις καλύτερες στιγμές του, ειδικά στο πρώτο μισό, διαθέτει ατμόσφαιρα, ευρηματικότητα και εκείνη τη δυσάρεστη αίσθηση εγκλωβισμού που έκανε το πρώτο "Insidious" να ξεχωρίσει. Οταν όμως η ανάγκη για ένα ακόμη κεφάλαιο οδηγεί την ταινία σε περισσότερους κανόνες, περισσότερη μυθολογία και γνώριμα κλισέ, η απειλή χάνει τη δύναμή της.»

Ο Τζέικομπ Τσέις αξιοποιεί αυτή την αφετηρία με πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στο πρώτο μισό, όπου η ταινία χτίζει σταδιακά μια αίσθηση τρόμου που δεν βασίζεται αποκλειστικά στα jump scares. Το πρώτο μισό της ταινίας διαθέτει μάλιστα μια παράξενη αυτοπεποίθηση, σαν ο σκηνοθέτης να έχει βρει τον τρόπο να κάνει το γνώριμο ξανά ανησυχητικό.

Η σκηνή με το φρούριο από τους καναπέδες είναι χαρακτηριστική, καθώς ένας χώρος συνδεδεμένος με την παιδική ασφάλεια μετατρέπεται σε έναν στενό, σχεδόν ατελείωτο λαβύρινθο. Η κάμερα ακολουθεί τη Τζέμα στους περιορισμένους διαδρόμους και η ελάχιστη ορατότητα κάνει κάθε εκατοστό του χώρου ύποπτο, δημιουργώντας μια κλειστοφοβία που λειτουργεί καλύτερα από οποιοδήποτε φτηνό τέχνασμα, επειδή καταφέρνει να κάνει τον ίδιο τον χώρο πηγή φόβου, μια σκηνή απλή μεν στην εκτέλεση της, αλλά τόσο αποτελεσματική και εφιαλτικά αποπνιχτική.

Σε αυτό το κομμάτι βοηθά σημαντικά και το sound design, το οποίο χρησιμοποιεί τους ήχους του χώρου για να αυξήσει την ένταση χωρίς να αποκαλύπτει συνεχώς την απειλή. Οι απόκοσμοι θόρυβοι, οι χαμηλές συχνότητες και οι απότομες αλλαγές στην ένταση συμπληρώνουν την εικόνα και κάνουν το Απώτερο να μοιάζει λιγότερο με ένα ακόμη σκηνικό τρόμου και περισσότερο με έναν ζωντανό οργανισμό που παρακολουθεί τους χαρακτήρες. Η ατμόσφαιρα είναι το σημείο όπου ο Τσέις δείχνει ότι έχει πραγματικά κατανοήσει τι χρειάζεται το «Insidious» για να προκαλέσει ανησυχία και αυτό το άβολο συναίσθημα των δυο πρώτων ταινιών,

Το πρόβλημα είναι πως αυτή η προσεκτικά χτισμένη ατμόσφαιρα αρχίζει να χάνεται στο δεύτερο μισό, όταν το σενάριο αποφασίζει να επεκτείνει περισσότερο τη μυθολογία του franchise. Νέοι κανόνες, νέες πληροφορίες για το Απώτερο και ένας βασικός αντίπαλος που παρουσιάζεται ως ιδιαίτερα σημαντική δύναμη του συγκεκριμένου κόσμου μετατρέπουν σταδιακά το μυστήριο σε κάτι πολύ πιο μηχανικό. Η προσπάθεια να μεγαλώσει το σύμπαν καταλήγει να το κάνει λιγότερο ενδιαφέρον, επειδή όσο περισσότερα μαθαίνουμε τόσο λιγότερο χώρο μένει για τη φαντασία, και αυτό μοιάζει να είναι η αχίλλειος φτέρνα του.

Παράλληλα, υπάρχει μια σαφής προσπάθεια να δοθεί στην ιστορία ψυχολογικό υπόβαθρο, με το οικογενειακό τραύμα, την ενοχή και τον φόβο της Τζέμα πως όσα κουβαλά από το παρελθόν της μπορούν να επηρεάσουν την κόρη της. Η θεματική έχει ενδιαφέρον και δίνει στην ηρωίδα ένα κίνητρο που ξεπερνά την απλή επιβίωση, όμως το σενάριο συχνά προτιμά να εξηγεί τα συναισθήματα αντί να τα αφήνει να προκύψουν μέσα από τη δράση, κάτι που έχουμε πολλές φορές (και καλύτερα) σε άλλες ταινίες. Η Αμέλια Ιβ δίνει στην Τζέμα μια πειστική ευαισθησία, ενώ η Λιν Σέι επιστρέφει ως Ελίς και προσφέρει μια ευχάριστη σύνδεση με το παρελθόν της σειράς, χωρίς όμως η παρουσία της να αρκεί για να ανανεώσει ουσιαστικά τη μυθολογία.

Το «Insidious: Εξω από το Απώτερο» είναι από τα καλύτερα και πιο τρομαχτικά κεφάλαια της σειράς καθώς λειτουργεί καλύτερα όταν δεν προσπαθεί να εξηγήσει τον εφιάλτη αλλά απλώς τον αφήνει να υπάρχει. Στις καλύτερες στιγμές του, ειδικά στο πρώτο μισό, διαθέτει ατμόσφαιρα, ευρηματικότητα και εκείνη τη δυσάρεστη αίσθηση εγκλωβισμού που έκανε το πρώτο «Insidious να ξεχωρίσει». Οταν όμως η ανάγκη για ένα ακόμη κεφάλαιο οδηγεί την ταινία σε περισσότερους κανόνες, περισσότερη μυθολογία και γνώριμα κλισέ, η απειλή χάνει τη δύναμή της. Η πόρτα προς το Απώτερο ανοίγει ξανά και αυτή τη φορά μοιάζει να οδηγεί σε κάτι πραγματικά διαφορετικό, όμως η ταινία, την κρίσιμη στιγμή, προτιμά να επιστρέψει σε εκείνη την Πορφυρή Πόρτα που το franchise έχει ήδη διανύσει πολλές φορές.