Ο καταιγισμός σκέψεων που έρχεται στο μυαλό όταν πηγαίνεις να γράψεις για την ταινία που καθόρισε τα '20ς σου, όταν, 30 χρόνια αργότερα, εσύ έχεις μεγαλώσει κι εκείνη όχι, μοιάζει σ' εκρηκτικότητα και χαοτική σύνθεση με το μοντάζ του Μασαχίρο Χιρακούμπο, μ' αυτόν τον ελεγχόμενο πληθωρισμό που καταλύει τις αισθήσεις. Οπως η πρώτη θέαση του «Trainspotting», το 1996, έκανε το μυαλό, τα μάτια, το σώμα σου να εκραγούν. Αλλά ας το πιάσουμε από κάπου, έστω από τη μέση (που, εν προκειμένω, είναι η αρχή).

Ο Ρέντον (Rent Boy) και οι φίλοι του τρέχουν δαιμονισμένα στους δρόμους του Εδιμβούργου για να ξεφύγουν (από κάτι). Το τραγούδι είναι το Lust for Life του Ιγκι Ποπ (ή Ζίγκι Ποπ, όπως θα πει η Νταϊάν της «επόμενης γενιάς», στην καταπληκτικότερη ένωση που έγινε ποτέ), κι ο Ρέντον ξεκινά τον μονόλογό του σε voice over. 

Choose Life. Choose a job. Choose a career. Choose a family. Choose a fucking big television... But why would I want to do a thing like that? I chose not to choose life. I chose somethin’ else. And the reasons? There are no reasons. Who needs reasons when you’ve got heroin?

Ναι, λίγα χρόνια πριν το διαβόητο Y2K, λίγα χρόνια μετά την έκρηξη του χρηματιστηρίου, στην καρδιά των '90ς που αγκάλιασαν την πόζα και έκαναν την ιδεολογική απομάγευση T-shirt, τότε που δεν υπήρχαν κινητά και ίντερνετ, αλλά η κάθε σου φράση έπρεπε να δείχνει βαθιά κουλτούρα και υπεροπτική απόρριψη των πάντων, αμέσως μετά το συναρπαστικά αυθάδες «Shallow Grave», ο Ντάνι Μπόιλ πήρε το μυθιστόρημα του Ερβιν Γουολς (και τον ίδιο, μια κι εμφανίζεται ως αποτυχημένος ντίλερ) και, μαζί με τον σεναριογράφο Τζον Χοτζ, τον Χιρακούμπο και τον διευθυντή φωτογραφίας Μπράιαν Τουφάνο, έκανε μια ταινία για μια παρέα από νεαρούς ηρωινομανείς στο Λιθ, το λιμάνι του Εδιμβούργου, αλλάζοντας για πάντα το βρετανικό και παγκόσμιο σινεμά και βουτώντας, όχι μόνο στη βρωμερότερη τουαλέτα της Σκωτίας, αλλά και στον πυθμένα της ποπ κουλτούρας.

Το «Trainspotting» δεν μίλησε για μια γενιά: μίλησε σε μια γενιά, με τη δική της γλώσσα, βοηθώντας την να τη διατυπώσει αλλά και να την αναγνωρίσει ως επίσημη. Η ταινία αφηγείται τις περιπέτειες μιας παρέας από νεαρούς που κάνουν ηρωίνη. Ο Ρέντον, έξυπνος, παρατηρητικός, κάπως πιο συνειδητοποιημένος, ο Sick Boy, σέξι ποζεράς και σινεφίλ, ο Σπαντ, αφελής, καλόβολος και τελείως καμμένος κι ο Τόμι, αθληταράς, καθαρός (για πόσο;). Γύρω τους ο Μπέγκμπι που λυσσάει για βία, τα κορίτσια τους, οι γονείς τους. Η εργατική τάξη της Σκωτίας όπως ποτέ ως τότε δεν είχε δείξει το βρετανικό σινεμά. Ούτε το free cinema του Λίντσεϊ Αντερσον και του Κάρελ Ράις και του Τόνι Ρίτσαρντσον, ούτε ο ανθρωπισμός του Μάικ Λι, ούτε ο πολιτικός λόγος κι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός του Κεν Λόουτς. Καμία μελαγχολία, καμία πικρία. Μόνο high.

Γιατί εδώ, ο εθισμός στην ηρωίνη που, αλήθεια τώρα, είναι στο πρώτο πλάνο, αλλά και η φτώχεια και η απογοήτευση της εργατικής τάξης μεταφράζονται σε στιλ, σε μουσική, σε στάση ζωής, σε κάτι εκρηκτικό και νέο. Το στίγμα της ταινίας είναι η ένταση, η ευφορία (πριν το συναφές «Euphoria»), η φιλία, η ικανοποίηση, μαζί, φυσικά, με τη φρίκη της άλλης πλευράς του εθισμού, τον τρόμο, την εξάρτηση, την ντροπή, την υπερβολική δόση, τα σκατά παντού, το νεκρό μωρό, το στερητικό σύνδρομο. Βεβαίως, τα ναρκωτικά βλάπτουν, just say no, αλλά αυτή είναι η ταινία που μεταδίδει στους θεατές την απίστευτη ανάταση που, ακριβώς, τα κάνει εθιστικά, για να οδηγήσει μετά στη μοιραία πτώση. Κι αυτή η εμπειρία, στο μεταίχμιο του καλού και του κακού, με τέτοια ιλιγγιώδη χαρά, ήταν, το 1996 αλλά κι ακόμα τώρα, σοκαριστική με τον πιο ευχάριστο τρόπο.

Γι' αυτό και, 30 χρόνια μετά τις πρώτες προβολές της, με τις λευκές αφίσες με τα πορτοκαλί γράμματα που δεν θα ξεχαστούν ποτέ, μοιάζει εξίσου φρέσκια. Κι ακόμα γελάμε με τον Sick Boy και το ποιος ήταν ο καλύτερος Τζέιμς Μποντ, με τους απανωτούς «διαγωνισμούς» γνώσεων και εξεζητημένων φράσεων, μόνο που τώρα και λίγο συγκινούμαστε όταν λέει η Νταϊάν, «ο κόσμος αλλάζει, η μουσική αλλάζει, ακόμα και τα ναρκωτικά αλλάζουν» - γιατί, όντως, άλλαξαν όλα τόσο πολύ.»

Διαβάστε ακόμα: Επετειακή προβολή «Trainspotting» στο Εδιμβούργο - Tο πάρτι δεν έχει τελειώσει!

Ο Ντάνι Μπόιλ και η ομάδα του, μαζί με τον από τότε τολμηρό παραγωγό Αντριου Μακντόναλντ, επιστράτευσαν όλα τα τεχνικά μέσα ξελογιάσματος, όλη την αισθητική που από εκείνη την εποχή ονομάστηκε, αμήχανα, «βιντεοκλιπίστικη» και αντιγράφηκε όσο λίγες. Εξαιρετικά κοντινά, ξαφνικά ζουμαρίσματα ή freeze frame, γραφιστικά πάνω στην εικόνα, κινήσεις της κάμερας που χρειάζονται χάρτη και αγωνιστικό αυτοκίνητο, ακραίες αντιθέσεις και στιλιζάρισμα στη φωτογραφία, ταχύτατο μοντάζ - μια κινηματογράφηση όχι της ηρωίνης, αλλά σίγουρα της αμφεταμίνης. Ταυτόχρονα, το soundtrack δεν θα μπορούσε να είναι πιο σύγχρονο, πιο επιδραστικό αλλά και αυθεντικό: Ιγκι Ποπ, Blur, Pulp, New Order, Λου Ριντ, Primal Scream, Elastica, φυσικά οι Underworld με το Born Slippy, η ηλεκτρονική μουσική και η britpop στο απόγειό της.

Την ίδια στιγμή, αποτυπώνοντας ουσιαστικά μια γενικευμένη τραγωδία, η ταινία είναι και μια σπαρταριστή, πανέξυπνη κωμωδία, άλλο ένα στοιχείο που σε κάνει να νιώθεις μετέωρη, τρεμοπαίζοντας ηθικά σαν ισορροπίστρια, με την αδρεναλίνη στο ζενίθ από σκανταλιάρικες σκέψεις και ξεκαρδισμένη στα γέλια. 

Για (αντι)ήρωές του, ο Ντάνι Μπόιλ επέλεξε κι ανέδειξε μια ολόκληρη νέα γενιά ηθοποιών. Ο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, μόλις 25 χρόνων, λιπόσαρκος και τόσο σέξι με το τεράστιο πράσινο βλέμμα και το φωτεινό χαμόγελό του, έγινε σταρ, χτίζοντας τον Ρέντον ως ένα αλητάκι έξυπνο, πολύ αστείο, με μια απρόσμενη αυτογνωσία (εξ ου κι αναλαμβάνει το ρόλο του αφηγητή στο voice over), ταυτόχρονα χειριστικό και αναξιόπιστο. Μαζί ο Τζόνι Λι Μίλερ, ποτέ τόσο σαρωτικός, ο αξιολάτρευτος Γιούεν Μπρέμνερ, ο Ρόμπερτ Καρλάιλ στα όρια της τρομοκρατικής παράνοιας, ο Κέβιν ΜακΚιντ, ένα από τα πιο σκοτεινά στοιχεία της ταινίας, πολλά χρόνια πριν γίνει ο Δρ. Οουεν Χαντ του «Grey's Anatomy» και, βέβαια, η Κέλι Μακντόναλντ στον πρώτο της ρόλο στο σινεμά. Δεν υπάρχει πιο '90ς, πιο ποζεράτη, πιο ατακαριστή, πιο απολαυστική πρώτη ερωτική συνάντηση απ' αυτήν της Νταϊάν και του Ρέντον. 

Κυρίως, το «Trainspotting» ήταν μια... εθιστική ταινία γιατί, παρότι εξαιρετικά στιλιζαρισμένη, δεν είχε τίποτε το ψεύτικο. Δεν ήταν ηθικοπλαστική, δεν ήταν misery porn, δεν ήταν ούτε αποτρεπτική, ούτε παρακινήτρια. Σε καμία περίπτωση δεν προσέλκυσε κανέναν στην ηρωίνη, ωστόσο έβαλε τους θεατές ν' απομακρυνθούν από τη θέση του παρατηρητή (και αξιολογητή) και να νιώσουν στο πετσί τους την εμπειρία των ηρώων. Ηταν μια ταινία, που αυτοσαρκάστηκε, που δεν πήρε στα σοβαρά τίποτε, παρά μόνο τη γενιά της και τον πολύχρωμο νιχιλισμό της. Με καρδιά ολοζώντανη και παλλόμενη στους 130 σφυγμούς το λεπτό και βάλε. Μια ταινία χωρίς περιστροφές και δικαιολογίες, εκστατική, αηδιαστική πολύ, βίαιη, τρομακτική, πανέμορφη και τραγική, συχνά στην ίδια σεκάνς. Μια ταινία «αληθινή».  

Γι' αυτό και, 30 χρόνια μετά τις πρώτες προβολές της, με τις λευκές αφίσες με τα πορτοκαλί γράμματα που δεν θα ξεχαστούν ποτέ, μοιάζει εξίσου φρέσκια. Κι ακόμα γελάμε με τον Sick Boy και το ποιος ήταν ο καλύτερος Τζέιμς Μποντ, με τους απανωτούς «διαγωνισμούς» γνώσεων και εξεζητημένων φράσεων, μόνο που τώρα και λίγο συγκινούμαστε όταν λέει η Νταϊάν, «ο κόσμος αλλάζει, η μουσική αλλάζει, ακόμα και τα ναρκωτικά αλλάζουν» - γιατί, όντως, άλλαξαν όλα τόσο πολύ. Γι' αυτό και, ακόμα, αν ρωτήσεις κάποιον (σύμφωνοι, λίγο πιο μεγάλο), πότε και πού είδε για πρώτη φορά το «Trainspotting», θα θυμάται με ακρίβεια, σαν να υπήρξε μάρτυρας ενός μεγάλου πολιτισμικού γεγονότος, γιατί ήταν. Και γιατί, τελικά, το «Trainspotting», ένωσε μια γενιά που φοβήθηκε πως όταν ενηλικιωθεί, δεν θα έχει επιλογές, δεν θα μπορεί να διαλέξει ό,τι θέλει, δεν θα έχει κάτι για το οποίο ν' αξίζει να ζει. Και της έδωσε ακριβώς την κινηματογραφική γλώσσα που χρειαζόταν για να το εκφράσει. Και μετά να μεγαλώσει και να βλέπει την ταινία με χαμόγελο.