Κείμενο: Αφροδίτη Νικολαΐδου
Φωτογραφίες: Αλέξης Αλεξίου, Αφροδίτη Νικολαΐδου
Η νέα ταινία του Αλέξη Αλεξίου, «Θάλασσα από Γυαλί», κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Εδιμβούργου, με τον Αλεξίου και την Αφροδίτη Νικολαΐδου να συνυπογράφουν το σενάριο και τη Νικολαΐδου στην παραγωγή. Παρά την αγωνία και τη χαρά για την ταινία, ως γνήσιοι σινεφίλ και παιδιά των '90ς, οι δυο τους βρήκαν το χρόνο και παρακολούθησαν την επετειακή προβολή του «Trainspotting» στο Φεστιβάλ, μια προβολή - event - πάρτι και βύθιση όχι μόνο στη βρωμερότερη τουαλέτα της Σκωτίας, αλλά και στο σύμπαν μιας ταινίας που μας διαμόρφωσε, εμάς και το σινεμά της εποχής μας. Από εκεί, μας έστειλαν εντυπώσεις και σκέψεις.
Εδιμβούργο, Φεστιβάλ Κινηματογράφου, 14 Αυγούστου 2026. Σε λίγο πρόκειται να ξεκινήσει η επετειακή προβολή για τα 30 χρόνια του «Trainspotting» (Ντάνι Μπόιλ, 1996), που περιλαμβάνει live commentary από το καστ και βραδιά clubbing με DJs τους Ερβιν Γουελς (τον συγγραφέα του Trainspotting, αλλά και των Filth, Ecstasy κ.ά) και Ντάρεν Εμερσον (των Underworld για τους νεότερους). Δεκάδες κεφάλια με πορτοκαλί καπέλα που γράφουν Choose life, ακούν το Take a walk on the wild side και περιμένουν.
Το "Trainspotting" είναι μια χειρονομία εξευγενισμού της βρωμιάς.»
Στις 21.15 στη σκηνή βγαίνουν ο μεγάλος σταρ συγγραφέας Ερβιν Γουελς, ο Τζον Χοτζ, σεναριογράφος της ταινίας, ο παραγωγός Αντριου ΜακΝτόναλντ, η Ρέιτσελ Φλέμινγκ (η ενδυματολόγος που αποτύπωσε μια ολόκληρη εποχή αλλά και έδωσε πολιτισμικό βάθος στους χαρακτήρες), η Κέιβ Κουιν, σκηνογράφος της ταινίας (που δημιούργησε με ζωγράφους, όπως θα πει σε λίγο, τη βρωμερότερη τουαλέτα της Σκωτίας) και οι τρεις ηθοποιοί, Γιούαν ΜακΓκρέγκορ (που έπαιζε τον βασικό χαρακτήρα, Μαρκ Ρέντον), Γιούεν Μπρέμνερ (ο καλόκαρδος, σπιντάτος Σπαντ) και ο Κέβιν ΜακΚιντ (ο αθλητικός, γλυκός Τόμι). Σκωτσέζοι, γέννημα θρέμμα. Λείπουν ο Τζόνι Λι Μίλερ (που έπαιζε τον σινεφίλ Sick Boy), ο Ρόμπερτ Κάρλαϊλ που, μέσα από τον ήρωα Μπέγκμπι, ο οποίος καταχειροκροτείται με το που εμφανίζεται στην οθόνη, ενσάρκωσε την πλέον καρικατουρίστικη εκδοχή του σεξιστή και ομοφοβικού εκπροσώπου της εργατικής τάξης που σίγουρα δεν είχε καμία πλάκα αν τον συναντούσες στην παμπ.
Εμείς επιλέξαμε τη σημερινή προβολή που περισσότερο είναι μια παράσταση με σχόλια, μνήμες από τα γυρίσματα, συναισθήματα που τα βλέπεις στα πρόσωπα, στους αλαλαγμούς και στις κινήσεις των θεατών μέσα στο Leith Theatre και φυσικά πολλή μουσική.»
Το «Trainspotting», ταινία παραδειγματική του ύφους και της δομής συναισθήματος της δεκαετίας του ’90, είναι μια σκοτεινά κωμική και ωμή ταινία που παρακολουθεί μια ομάδα εθισμένων στην ηρωίνη νέων στο Εδιμβούργο στα τέλη 1980s και αρχές 1990s. Βιβλίο και ταινία δεν έχουν απλώς αποτυπώσει την πόλη (παρόλο που ένα μεγάλο μέρος της ταινίας έχει κινηματογραφηθεί στη Γλασκώβη και φυσικά σε στούντιο), την έχουν διαμορφώσει: για έναν περίπατο μόνη, διάλεξε το Walking Tour app - Edinburgh Trainspotting tour, αν σε ενδιαφέρει η λογοτεχνία διάλεξε την αντίστοιχη διαδρομή ακούγοντας παραθέματα από τα βιβλία του Γουελς, αν, πάλι, θες κάτι πιο αυθεντικό, διάλεξε τον Paul, «your local tour guide», για να περπατήσετε μαζί στο Λιθ (τη συγκεκριμένη περιοχή που χαρτογραφεί βιβλίο και ταινία) και να σε μεταφέρει μέσα από την προσωπική του μαρτυρία στα «Trainspotting Years»: στη δεκαετία του ογδόντα, στις γωνιές που γινόταν το νταλαβέρι ηρωίνης, στο πρωτογενές δηλαδή χωροχρονικό και κοινωνικό υπόστρωμα από όπου ξεκίνησε η λογοτεχνική και μετέπειτα κινηματογραφική αφήγηση. Κοινώς, διάλεξε το μέσο κινηματογραφικού και λογοτεχνικού τουρισμού, πλήρωσέ το και απόλαυσέ το.
Εμείς επιλέξαμε τη σημερινή προβολή που περισσότερο είναι μια παράσταση με σχόλια, μνήμες από τα γυρίσματα, συναισθήματα που τα βλέπεις στα πρόσωπα, στους αλαλαγμούς και στις κινήσεις των θεατών μέσα στο Leith Theatre και φυσικά πολλή μουσική. Η μουσική της ταινίας, που περιλαμβάνει κομμάτια που είχαν κυκλοφορήσει τη δεκαετία του ’70 (π.χ. το Perfect Day, Λου Ριντ, 1972) και κομμάτια που μας εισήγαγαν στη νέα δεκαετία (Think about the way, Ice MC, 1994), σημάδεψε την ενηλικίωση πολλών από εμάς, συμπυκνώνοντας την ειρωνεία, τη στιγμιαία αισιοδοξία και την μελαγχολία του τέλους του αιώνα. To «Trainspotting», όμως δεν συμπυκνώνει διαφορετικές χρονικότητες μόνο μέσω της μουσικής. Η ταινία βασίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Γουελς που εκδόθηκε το 1993 και που με τη σειρά του βασιζόταν σε αυτοβιογραφικά σημειώματα και εμπειρίες της δεκαετίας του ογδόντα.
Οταν (μας τα) σκάει το «Trainspotting», η ταινία, οι Συντηρητικοί του Τζον Μέιτζορ (που εντελώς συμβολικά στο «The Crown» τον υποδύεται ο Τζόνι Λι Μίλερ), ολοκληρώνουν τη μακρά περίοδο του Θατσερικού πολιτικού αυταρχισμού που φθίνει. Φαινομενικά, φαντασιακά, είναι τέλος εποχής. Το 1997 θα ανέβει στην εξουσία ο Τόνι Μπλερ και η ποπ κουλτούρα θα εδραιώσει τη φιγούρα του ευαίσθητου και προοδευτικού αλλά πάντα επιτυχημένου Νέου Αντρα (New Man) του Ντέιβιντ Μπέκαμ (διαμετρικά αντίθετο πρότυπο από αυτό του Μπέγκμπι), ενώ παράλληλα η πολιτισμική τάση της Cool Britania, ξαναπακετάρει το Swinging London της δεκαετίας του εξήντα. Το «Trainspotting» έρχεται τη σωστή στιγμή κοινωνικά και πολιτικά και με ένα τεράστιο μπάτζετ για προώθηση (περίπου ο μισός προϋπολογισμός της παραγωγής).
Το «Trainspotting» όμως έρχεται και τη σωστή στιγμή κινηματογραφικά. Είναι η εποχή που περνάμε στο ψηφιακό μοντάζ. Το μη-γραμμικό μοντάζ του Μασαχίρο Χιρακούμπο αναδεικνύει τις δυνατότητες της νέας τότε τεχνολογίας (AVID και Lightworks). Το στέντικαμ (εφεύρεση του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ‘70) γίνεται κυρίαρχος μηχανισμός ταύτισης του βλέμματος της κάμερας με τον χαρακτήρα και τον θεατή και μεταφοράς της ενσώματης αστικής εμπειρίας της κίνησης (η πρώτη σκηνή του «Trainspotting» είναι χαρακτηριστική). Τεχνικές όπως τα freeze frames, fast forwards, η αόρατη σύνδεση πολλών καρέ συχνά στην ίδιο πλάνο, συνδυασμός time-lapse και static frame, γραφιστικά μέσα στην εικόνα και ο εξαιρετικά γρήγορος ρυθμός του μοντάζ είχαν δουλευτεί στα βίντεο κλιπ που το MTV νομιμοποίησε ως τηλεοπτικό είδος – και που με τη σειρά τους εμπνέονταν από τις κινηματογραφικές αισθητικές της avant garde – αλλά τη δεκαετία του ενενήντα (και το «Trainspotting» συμβάλει σε αυτό), εντάσσονται σε μια κινηματογραφική γλώσσα που εκφράζει τη μητροπολιτική εμπειρία του ύστερου καπιταλισμού και την αίσθηση ότι αυτό που βλέπουμε είναι ήδη μέρος της αρχαιολογίας του μέλλοντός μας. Το «Trainspotting» με το voice over (του Ρέντον) που καθοδηγεί και συνδέει την αποσπασματική και σπειροειδή αφήγηση, έρχεται άραγε από ποια χρονική στιγμή;
Οταν (μας τα) σκάει το "Trainspotting", η ταινία, οι Συντηρητικοί του Τζον Μέιτζορ ολοκληρώνουν τη μακρά περίοδο του Θατσερικού πολιτικού αυταρχισμού που φθίνει. Φαινομενικά, φαντασιακά, είναι τέλος εποχής. Το 1997 θα ανέβει στην εξουσία ο Τόνι Μπλερ και η ποπ κουλτούρα θα εδραιώσει τη φιγούρα του ευαίσθητου και προοδευτικού αλλά πάντα επιτυχημένου Νέου Αντρα (New Man) του Ντέιβιντ Μπέκαμ.»
Το «Trainspotting» είναι μια χειρονομία εξευγενισμού της βρωμιάς, μια «αισθητική εξιλέωση» όπως έχει ειπωθεί, ένα anti-heritage «heritage film». Μέχρι τότε, τo Βρετανικό σινεμά ήταν γνωστό για δύο τάσεις: πρώτον για τα λεγόμενα δράματα εποχής βασισμένα σε μεγάλα βιβλία που οριοθέτησαν στη δεκαετία του ογδόντα την ιστορική και πολιτισμική μνήμη της Ευρώπης και έθεσαν τον κανόνα για το τι είναι ποιοτικό και τι όχι (βλ. τα «heritage films» όπως το «Δωμάτιο με Θέα» και το «Howards End» του Τζέιμς Αϊβορι, 1985 και1992 αντίστοιχα)‧ δεύτερον για τη ρεαλιστική κοινωνική γραφή που προέρχεται από τη Βρετανική Σχολή του Ντοκιμαντέρ και το Free cinema και εστίαζε στην εργατική τάξη, στο κράτος πρόνοιας‧ το είδος πολιτικής και πολιτισμικής αντίστασης απέναντι στην κυριαρχία του Χόλιγουντ που αντιπροσώπευαν με τις ταινίες τους οι Μάικ Λι («Meantime», 1983), Στίβεν Φρίαρς («Ωραίο μου Πλυντήριο», 1985) και Κεν Λόουτς («Ladybird Ladybird», 1994).
Bρισκόμαστε σε μια αέναη σπειροειδή λούπα που επιστρέφει στο ίδιο σαν καινούριο, σαν τις πίστες ενός video game. Σχεδόν κάθε σκηνή μιλάει γι’ αυτό με πιο εντυπωσιακή τη σκηνή όπου ο Ρέντον, από τη χειρότερη και βρωμερότερη τουαλέτα του Εδιμβούργου, μεταβαίνει με μια βουτιά στα σκατά, στα καθαρά και γαλανά νερά ενός βυθού που φέρει τα μαγικά υπόθετα μιας πιο ευχάριστης ζωής, για να ξαναρχίσει την αποτοξίνωσή του από την αρχή.
Το «Trainspotting» συνδιαλλάχτηκε και απάντησε σε αυτές τις δύο τάσεις αντλώντας από τον σουρεαλισμό, το χιούμορ και την ποιητικότητα μιας άλλης πλευράς του Βρετανικού κινηματογράφου του Χάμφρεϊ Τζένινγκς, του Λίντσεϊ Αντερσον, των Μάικλ Πάουελ και Εμερικ Πρέσμπεργκερ, αλλά και των Κεν Ράσελ και Νίκολας Ρεγκ, από την οπτική εφευρετικότητα της βρετανικής οπτικοακουστικής κουλτούρας των '60s και '70s (από το εξώφυλλο του Abbey Road (1969) των The Beatles μέχρι το νέο-γοτθικό και κοινωνικά ανατρεπτικό προωθητικό φιλμάκι του Dead End Street (The Kinks, 1966)). Συνδύασε το γκροτέσκο με τον λυρισμό, την ελευθερία και τον αμοραλισμό του Ανεξάρτητου Αμερικάνικου κινηματογράφου με την καθαρά τυπική Βρετανική θεματολογία, αντιπαρέβαλε την εικονογραφία των dead end streets, των παμπ και των διαμερισμάτων της εργατικής τάξης με τις τυπικές σεκάνς-πόλης τουριστικών τοποσήμων.
Από την οπτική γωνία του 2026, το «Trainspotting» δεν ήταν το μόνο. Μαζί με άλλες ταινίες όπως το «Fight Club», το «Memento», το «Run Lola Run», το «Amelie» φτιάχνουν το ανεξίτηλο αποτύπωμα μιας μετάβασης, λίγο πριν περάσουμε στη νέα χιλιετία και σε νέους εθισμούς (όπως αυτούς του διαδικτύου). Oπως θα πει και η Νταϊάν, η φίλη του Ρέντον, «η μουσική έχει αλλάξει, τα ναρκωτικά έχουν αλλάξει». Τo «Trainspotting» είναι μια ταινία για τη μετάβαση και την αλλαγή, την κινητικότητα και την κίνηση, και ταυτόχρονα για την περίπτωση από τη δεκαετία του ογδόντα και μετά να βρισκόμαστε σε μια αέναη σπειροειδή λούπα που επιστρέφει στο ίδιο σαν καινούριο, σαν τις πίστες ενός video game. Σχεδόν κάθε σκηνή μιλάει γι’ αυτό με πιο εντυπωσιακή τη σκηνή όπου ο Ρέντον, από τη χειρότερη και βρωμερότερη τουαλέτα του Εδιμβούργου, μεταβαίνει με μια βουτιά στα σκατά, στα καθαρά και γαλανά νερά ενός βυθού που φέρει τα μαγικά υπόθετα μιας πιο ευχάριστης ζωής, για να ξαναρχίσει την αποτοξίνωσή του από την αρχή.
Το «Trainspotting» προβλήθηκε στις Νύχτες πρεμιέρας το 1996 και βγήκε στη διανομή την Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου του 1996. Μετά από δημοσίευμα ηθικού πανικού με τίτλο «Φυλάξτε τα παιδιά σας», ο νεαρός τότε εισαγγελέας, κ. Ισίδωρος Ντογιάκος (χρόνια πριν βρεθεί στον Αρειο Πάγο), συνοδευόμενος από τέσσερις αστυνομικούς, έφτασε στον κινηματογράφο Αττικα 2 και παρακολούθησε την ταινία με το στόχο να διερευνήσει κατά ποσό η ταινία είναι καταστρεπτική για τη νεολαία και εκθειάζει τη χρήση ναρκωτικών. Ευτυχώς για όλους μας και τη δημοκρατία μας ο κ. Ντογιάκος βλέπει την ταινία και αποφαίνεται: «η ταινία δείχνει την κατάντια του ανθρώπου που παίρνει ναρκωτικά» (βλ. ρεπορτάζ του Δ. Ρηγόπουλου στην Καθημερινή 19.10.1996 και Θ. Δημητρόπουλου στο Oneman, 4.10.2024). Δημοσιογράφοι και σινεφίλ (με κομμένη την ανάσα και συζητώντας ζωηρά) περιμένουν αν το «Trainspotting» θα γίνει ακόμα ένα παράδειγμα λογοκρισίας. Τελικά, η ταινία δεν αποτελεί κίνδυνο, παίζεται κανονικά, οι ουρές είναι μεγάλες (θυμάμαι να μην μπαίνω στην Οπερα την πρώτη φορά που πήγα), με αφορμή την ταινία γίνονται και μια σειρά εκπομπών στην τηλεόραση με θέμα την παραβατικότητα των ανηλίκων (εκπομπές που σίγουρα δεν απευθύνονταν στη νεολαία).
Το «Trainspotting» παίχτηκε και έμεινε μαζί μας, έγινε κομμάτι μιας άυλης κινηματογραφική κληρονομιάς. Επηρέασε τον τρόπο που ντυθήκαμε, κινηθήκαμε και φιληθήκαμε, το πώς πήγαμε στη δουλειά ή στο σχολείο σα να ήμασταν ο Ρέντον, ο Sick Boy ή η Νταϊάν, η αίσθηση ότι βρισκόμασταν στο Εδιμβούργο παρόλο που βρισκόμασταν στα Εξάρχεια, στου Ψυρρή ή οδηγούσαμε από και προς το Μενίδι ακούγοντας το Born Slippy. Αλλωστε, η ταινία ξεκινάει αναγνωρίζοντας τη σημασία του κινηματογράφου στην καθημερινή ζωή: η παρέα ετοιμάζει κουτάλια και σύριγγες σε ένα βρώμικο και παρατημένο διαμέρισμα για μία δόση ακόμα, παράλληλα όμως ο Sick Boy με τρομερή διαύγεια σχολιάζει τις ερμηνείες του Σον Κόνερι (του ηθοποιού που έχει περισσότερο ταυτιστεί με τη Σκωτία και το φεστιβάλ του Εδιμβούργου). Τριάντα χρόνια μετά, όσα άτομα είδαμε την ταινία τότε και όσα άτομα βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή εδώ, στο Leith Theatre, ίσως αναγνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει πιο εθιστικό και ισχυρό παραισθησιογόνο από το ίδιο το σινεμά.
