Δυο κορίτσια, δυο αδελφές, η 18χρονη Ερίντιτσε κι η 20χρονη Γκίντα, κουβεντιάζουν στην ακρογιαλιά: πρέπει να βιαστούν να γυρίσουν σπίτι, πλησιάζει καταιγίδα και οι γονείς, ο αυστηρός φούρναρης μπαμπάς και η υποτακτική μαμά, τις περιμένουν. Διασχίζοντας το κοντινό δασάκι, η καθεμιά παίρνει άλλη κατεύθυνση και χάνονται: για να βρεθούν, πρέπει η μια ν' ακολουθεί τη φωνή της άλλης, καθώς την καλεί με τ' όνομά της. Αυτή η πανέμορφη, ποιητική εναρκτήρια σκηνή της ταινίας, προοικονομεί την ιστορία δυο αδελφών, δυο γυναικών, που απαιτούν η μία την ύπαρξη της άλλης, γιατί μόνο σε συσχετισμό μαζί της είναι υπαρκτή κι η ίδια. Στο Ρίο Ντε Τζανέιρο του 1950, εκεί όπου η παρουσία των γυναικών είναι μόνο διακοσμητική, ή κόμοδη.

Βασισμένος στο ομότιτλο βιβλίο του 2015 της Μάρτα Μπατάλα, ο Βραζιλιάνος Καρίμ Αϊνούζ αφηγείται (και κερδίζει το βραβείο του Un Certain Regard στο φεστιβάλ Καννών), την ιστορία της Ερίντιτσε, της εσωστρεφούς και πειθαρχημένης, που ονειρεύεται να γίνει σολίστ του πιάνου στην Αυστρία. Και της Γκίντα, ηδυπαθούς, σκανταλιάρας, τολμηρής, που ονειρεύεται να ζήσει το μεγάλο έρωτα που θα την πάρει μακριά από την περιορισμένη ζωή της. Αυτόν τον έρωτα τον βρίσκει, θαρρεί, στο πρόσωπο του ωραίου Ελληνα ναυτικού, Γιώργου, που την παρασύρει στο καράβι για Ελλάδα. Αλλά η περιπέτεια θα τελειώσει άδοξα κι η Γκίντα θα επιστρέψει στο Ρίο. Διωγμένη από τους γονείς της, η γυναίκα θα πιστέψει πως η αδελφή της ζει την ονειρεμένη ζωή της μακριά, στην Αυστρία. Μην μαθαίνοντας ποτέ για την ατιμασμένη επιστροφή της, η Ερίντιτσε θα πιστέψει πως η αδελφή της ζει τον παθιασμένο έρωτα στην Ελλάδα. Τα δυο κορίτσια, οι δυο γυναίκες, θα περάσουν χρόνια αναζητώντας η μια την άλλη, γράφοντας γράμματα για μια ζωή που συντρίβεται αλλά επιμένει, χαμένες ενώ μένουν στην ίδια, πολύβουη πόλη, αόρατες. Στην Ερίντιτσε και στην Γκίντα δίνουν ζωή δυο υπέροχες, νέες ηθοποιοί, η Χούλια Στόκλερ και η Κάρολ Ντουάρτε, ανασαίνοντας κι εκείνες, με ανεβασμένη δραματικότητα αλλά μαζί μια τεταμένη φυσικότητα, τον αέρα των ηρωίδων τους.

Απόλυτα απενοχοποιημένος, ο Αϊνούζ δημιουργεί ένα παθιασμένο μελόδραμα, όχι μόνο στο σενάριό του, με τη διάχυτη μελαγχολία και τις τραγικές ανατροπές, αλλά και, κυρίως, στη φορτισμένη εικόνα του, φωτισμένη μαγικά από την Ελέν Λουβάρ. Τα χρώματα πιο ζεστά κι από τους υγρούς καύσωνες του Ρίο Ντε Τζανέιρο, οι άντρες ντυμένοι ερμητικά, οι γυναίκες με τα ιδρωμένα κορμιά της δουλειάς και της κόπωσης γυμνά, όχι για έρωτα, αυτός ποτέ δεν έχει καλή έκβαση στην ταινία, αλλά επειδή τα ρούχα, οι ετικέτες, τα πρότυπα είναι αφόρητα στο δέρμα. Οι ρόμπες, τα κομπινεζόν, μια σωματικότητα πρακτική και γενναία, είναι το πρόσωπο αυτή της ταινίας, αφιερωμένης ολόψυχα στη δύναμη της γυναίκας, της αδελφής, κόρης, μητέρας, φίλης. Φεμινιστική ορμητικά, αλλά και queer μ' έναν τρόπο που δηλώνει ότι, συχνά, η κατ' επιλογήν οικογένεια είναι καλύτερο απάγκιο από αυτή του αίματος.

Ο χρόνος κυλά επαναλαμβανόμενος, αφαιρετικά, σηματοδοτημένος μόνο από ημερομηνίες σε γράμματα - ημερολόγια. Η ζωή προχωρά με την ίδια επιθυμία. Η ταινία, καθόλου αργή παρά τη μεγάλη της διάρκεια, έχει την υφή του ονείρου, αλλά αυτό είναι η πραγματικότητα των δυο γυναικών, που ζουν καλύτερα μέσα στο μυαλό τους, στη σκέψη τους, στις αναμνήσεις που δημιουργούν και κατά φαντασία μοιράζονται, παρά στην πραγματικότητα του έξω, έτσι κι αλλιώς συντριπτικά πατριαρχική. Κι είναι μέσα στην ένταση του μελοδράματος κι αυτή η απόλυτη ασημαντότητα της γυναίκας, της Ευριδίκης που η μουσική, τελικά, δεν την έσωσε από τον (ψυχικό) θάνατο, της Γκίντα που, τελικά, ο Γιώργος δεν αποδείχτηκε Ολύμπιος Θεός, αλλά κι η δύναμή τους να υπερβούν τη μοίρα τους, επιδιώκοντας όχι να επιβιώσουν, αλλά και να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους, ή έστω να μην εγκλωβιστούν στα πρότυπα που τις πνίγουν, περισσότερο κι από τον αποπνικτικό αέρα του Ρίο Ντε Τζανέιρο.

Είναι κρίμα που ο Αϊνούζ επιλέγει να κλείσει την ταινία του στο σήμερα, πηδώντας, από μια δυνητική κλιμάκωση, σ' ένα αποχρωματισμένο παρόν που προσγειώνει τα μάτια και τη διάθεση - έχοντας ζήσει, για δυόμιση ώρες, στον πυρετό της επιθυμίας και της απώλειας, ο ρεαλισμός φτωχαίνει το συναίσθημα που ως τότε ρέει σε αφθονία. Εστω κι έτσι, η ιστορία της Γκίντα και της Ερίντιτσε, των γυναικών που έζησαν - και ζουν ακόμα - αν όχι αόρατες, σίγουρα διάφανες, με το αντρικό βλέμμα να περνά από μέσα τους και να μην συνειδητοποιεί τη συμπαγή τους δύναμη, βρίσκει στο φιλμ του Αϊνούζ μια πανέμορφη τιμή που ξεχειλίζει πάθος.