Το «Save the Green Planet» έχει ήδη κλείσει την πρώτη εικοσαετία του - κι αν κρατά ακόμα το ενδιαφέρον του κοινού είναι γιατί εξ αρχής ξέφυγε από κάθε όριο και κάθε σύμβαση, περιγράφοντας, ωστόσο, μια συνθήκη διαχρονική. Αυτό, ίσως, μαζί με το ανοικονόμητο χιούμορ της και μια αίσθηση επικαιρότητας, αγάπησε ο Γιώργος Λάνθιμος και της έδωσε τη δική του τροπή, πολύ κοντά στην πρωτότυπη, σεναριακά τουλάχιστον. Για να έρθει σήμερα και ο διανομέας να καρπωθεί σινεφιλικά από τη συγκυρία της εξόδου της «Βουγονίας», φέρνοντας την ταινία στις αίθουσες πάνω στην ώρα.
Φυσικά αυτή εδώ η ταινία, του 2003, έγινε πριν ο νοτιοκορεάτικος κινηματογράφος γίνει τάση, την ίδια χρονιά με το «Oldboy» του Παρκ Τσαν-γουκ, με μια κινηματογραφική τόλμη, ακόμα και θράσος, παράδοξα συνδυασμένη με ευαισθησία και μ' έναν αχαλίνωτο κινηματογραφικό μαξιμαλισμό. Τα είδη μπλέκονται, το θρίλερ αγκαλιάζει την επιστημονική φαντασία, η κοινωνική σάτιρα το μελόδραμα, η βία διαπερνά τα πάντα. Εδώ, ο νεαρός Μπιονγκ-Γκου είναι πεπεισμένος ότι ένας ισχυρός επιχειρηματίας (άνδρας εδώ), είναι εξωγήινος και σκοπεύει να καταστρέψει τη Γη, ενώ ταυτόχρονα του χρεώνει την αναπηρία της μητέρας του. Γι' αυτό και τον απαγάγει, προκειμένου να τον εκβιάσει και βασανίσει ώστε ν' αποσπάσει την αλήθεια για τις προθέσεις του.
Το συναρπαστικό στοιχείο της ταινίας, τουλάχιστον μέχρι τη μέση της, είναι αυτή της η μανία να συνδέσει, μαξιμαλιστικά, την τρέλα, την απελπισία και την ανάγκη για λύτρωση, να ενώσει τον τρόμο με το γελοίο αλλά και με την αμετανόητη ανθρωπιά. Από τη μέση και μετά το φιλμ ξεφεύγει ως το απρόσμενο φινάλε του, κάνοντας άλματα από το ένα είδος/ύφος στο άλλο σαν αυτοσκοπό και παραμελώντας τα πιο ενδιαφέροντα νήματα της ιστορίας του. Τολμηρή, ρισκαδόρισσα, διασκεδαστική αλλά και για γερές αντοχές, μια ταινία ταυτισμένη με την εποχή της, κινηματογραφικά και κοινωνιολογικά, που βλέπεται σήμερα με ισόποσες δόσεις απόλαυσης και trash.

