Η αλήθεια είναι πως περνάμε μια περίοδο, μια κινηματογραφική συγκυρία αν θελετε, όπου τα είδος του whodunnit επανασυστήνεται συνεχώς με στιλ και αυτοπεποίθηση. Ομως η ταινία του του Κάιλ Μπάλντα «Μαλλιαροί Ντετέκτιβ» έρχεται να κινηθεί σε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, σχεδόν πεισματικά. Δεν ενδιαφέρεται να εντυπωσιάσει με ανατροπές ούτε να δοκιμάσει τα όρια του είδους. Αντίθετα, επιλέγει να το αποδομήσει ήσυχα, μέσα από ένα περιβάλλον που φαινομενικά δεν προσφέρεται για τίποτα περισσότερο από μια ανάλαφρη οικογενειακή ιστορία. Κι όμως, κάτω από αυτή την επιφάνεια, διακρίνεται μια πιο στοχαστική διάθεση.
Ο Τζορτζ είναι ένας βοσκός που διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα στα αγαπημένα του πρόβατα κάθε βράδυ, υποθέτοντας ότι δεν είναι δυνατόν να καταλαβαίνουν. Οταν όμως ένα μυστηριώδες περιστατικό διαταράσσει τη ζωή στο αγρόκτημα, τα πρόβατα συνειδητοποιούν ότι πρέπει να γίνουν ντετέκτιβ. Καθώς ακολουθούν τα στοιχεία και ερευνούν τους υπόπτους, αποδεικνύουν ότι ακόμα και τα πρόβατα μπορούν να είναι ικανά να λύνουν εγκλήματα!
Αυτό που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει από τα πρώτα κιόλας λεπτά είναι η αίσθηση πως παρακολουθείς κάτι που ισορροπεί διαρκώς ανάμεσα στο παιδικό παραμύθι και σε μια υπόγεια μελαγχολία. Η εισαγωγή με τον Τζορτζ να διαβάζει ιστορίες μυστηρίου στο κοπάδι του λειτουργεί όχι μόνο ως ευρηματικό εύρημα αλλά και ως δήλωση προθέσεων. Η σκηνοθεσία του Μπάλντα στήνει αυτή τη σκηνή με μια σχεδόν τελετουργική ηρεμία, αφήνοντας τον χρόνο να κυλήσει αργά, σαν να θέλει να αποτυπώσει τη μνήμη πριν ακόμη αυτή χαθεί.
Η μετάβαση από αυτή τη γαλήνη στο τραυματικό γεγονός του θανάτου δεν γίνεται με ένταση αλλά με μια παράξενη απλότητα. Ο θάνατος του Τζορτζ δεν παρουσιάζεται ως σοκ αλλά ως ένα κενό που απλώνεται σταδιακά. Εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας. Δεν την απασχολεί τόσο το ποιος είναι ο ένοχος (εξάλλου δεν μιλάμε και για ένα μυστήριο που μπορεί ισάξιο του Αγκαθα Κρίστι ή του Σερ Αρθουρ Κόναν Ντόιλ) όσο το τι αφήνει πίσω του ένα πρόσωπο όταν φεύγει. Τα πρόβατα που απορροφούσαν αθόρυβα τις ιστορίες του μετατρέπονται σε φορείς μνήμης, σε ζωντανές αποθήκες αφηγήσεων που τώρα καλούνται να τις ενεργοποιήσουν.
Η σκηνοθεσία επιλέγει να δώσει χώρο σε αυτές τις μικρές στιγμές παρατήρησης. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή, το κοπάδι επιχειρεί να αναπαραστήσει το έγκλημα μέσα στο λιβάδι, όχι με ρεαλισμό αλλά με μια σχεδόν παιδική αθωότητα που όμως αποκαλύπτει περισσότερα απ’ όσα φαίνεται. Η κάμερα δεν ειρωνεύεται ποτέ αυτή την απόπειρα. Αντίθετα, τη μεταχειρίζεται με σοβαρότητα, σαν να πρόκειται για μια αυθεντική πράξη πένθους.
Το σενάριο του Κρεγκ Μάζιν (γνωστού από τις σειρές «The Last of Us» και «Chernobyl») ωστόσο, δεν καταφέρνει πάντα να σταθεί στο ίδιο ύψος με τις προθέσεις του. Ενώ θέτει ενδιαφέροντα ερωτήματα γύρω από τη μνήμη και τη σημασία της αφήγησης ως τρόπου διατήρησης των ανθρώπων στη ζωή, συχνά υποχωρεί σε πιο ασφαλείς επιλογές. Η έρευνα εξελίσσεται με έναν τρόπο προβλέψιμο, σχεδόν μηχανικό, χωρίς να δημιουργεί πραγματική ένταση ή κάποιο σασπενς. Ο ανθρώπινος παράγοντας, κυρίως μέσα από τον χαρακτήρα του αστυνομικού, λειτουργεί περισσότερο ως κωμικό εργαλείο (ναι το χιούμορ είναι υπέροχο σε όλη τη διάρκεια) πάρα ως κάτι που να προχωρά συστηματικά προς τη λύση του μυστηρίου.
Παρά τις αδυναμίες της αφήγησης, η ταινία επιμένει να επιστρέφει στον θεματικό της πυρήνα, εκεί όπου ο θάνατος δεν λειτουργεί ως απλή αφορμή για την εξέλιξη της πλοκής αλλά ως σημείο καμπής για ό,τι ακολουθεί. Το πένθος δεν παρουσιάζεται ως κάτι που ξεπερνιέται, αλλά ως μια κατάσταση που μετασχηματίζει τον τρόπο με τον οποίο τα πρόσωπα αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους. Τα πρόβατα δεν αναζητούν απλώς την αλήθεια πίσω από ένα έγκλημα. Αναμετρώνται με την απουσία, προσπαθώντας να κατανοήσουν πώς συνεχίζει να υπάρχει κάποιος μέσα από όσα άφησε πίσω του.
Μπορεί οι «Μαλλιαροί Ντετέκτιβ» να μην σε καθηλώσουν με την πλοκή και το μυστήριο, είναι όμως μια ταινία που επιμένει να κοιτάζει τον θάνατο όχι ως δραματική κορύφωση αλλά ως αφετηρία μιας πιο ήσυχης, εσωτερικής διεργασίας. Και μέσα σε αυτή την απλότητα, βρίσκει μια παράξενη, σχεδόν ανεπαίσθητη δύναμη. Μια υπενθύμιση ότι οι ιστορίες που λέμε και ακούμε είναι ίσως ο μόνος τρόπος να κρατήσουμε κάτι πραγματικά ζωντανό μέσα μας.

