Ενημέρωση

Είναι η διανομή το μεγαλύτερο πρόβλημα του ελληνικού σινεμά;

στα 10

Το Flix μίλησε με διανομείς, αιθουσάρχες και δημιουργούς που έγιναν οι ίδιοι διανομείς των ταινιών τους - προκειμένου να πλοηγηθεί ανάμεσα σε ταινίες που εμφανίζονται, εξαφανίζονται ή χάνονται πριν ακόμη εμφανιστούν, διεκδικώντας διαρκώς το χώρο που τους αναλογεί μέσα στο ελληνικό σινεμά.

Είναι η διανομή το μεγαλύτερο πρόβλημα του ελληνικού σινεμά;
(φωτό: Ηλίας Μάρκου)

Ηταν Ιανουάριος του 2025, όταν ο σκηνοθέτης Βασίλης Χριστοφιλάκης είχε μιλήσει στο Flix ενόψει της εξόδου της ταινίας του «Guest Star», απογοητευμένος από την κατάσταση της διανομής της ελληνικής ταινίας. Η δήλωσή του «Σας το λέω πολύ καθαρά: Οι περισσότεροι Ελληνες διανομείς θα ήταν χαρούμενοι αν ΔΕΝ υπήρχε Ελληνική Ταινία» ακούστηκε τότε ίσως υπερβολική ή επιπόλαια από κάποιους, ήρθε όμως να υπογραμμίζει με έμφαση ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει το (πολύπαθο) ελληνικό σινεμά.

Fast forward ένα χρόνο μετά και, ενόψει και των φετινών Βραβείων Ιρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, παρατηρούμε την κατάσταση της διανομής της ελληνικής ταινίας με μια διάθεση να βρούμε μερικές απαντήσεις σε πολλές και δύσκολες ερωτήσεις - που φυσικά δεν είναι καινούριες αλλά παραμένουν αναπάντητες πολλές δεκαετίες τώρα.

Και φυσικά να διαπιστώσουμε πόσο κοντά στην υπερβολή ή στην αλήθεια βρίσκεται η δηλωσή του Βασίλη Χριστοφιλάκη που, για την ιστορία και παρά την προσπάθεια δεν είδε ποτέ το «Guest Star» να βγαίνει στις αίθουσες.

——-

σπασμένη

Από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Απρίλιο του 2026 βγήκαν στις ελληνικές αίθουσες 30 ταινίες μεγάλου μήκους, μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, χωρίς να υπολογίζει κανείς τις μεμονωμένες προβολές που ποικίλουν σε μορφή και διάρκεια και αποτελούν αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα μια νέα καθιερωμένη μορφή ανεξάρτητης διανομής: μια μόνο προβολή, προβολή για ένα Σαββατοκύριακο, τακτή προβολή κάθε ίδια μέρα της εβδομάδας και άλλες παρόμοιες παραλλαγές.

Από τις 30 αυτές ταινίες μόνο 8 είχαν «κανονική» διανομή, δηλαδή μέσω ενός οργανωμένου γραφείου διανομής (αφήνουμε έξω τη New Star, με το ειδικό καθεστώς της να βγάζει νεότερες και παλιότερες ταινίες μόνο στις αίθουσές της).

Πριν φτάσουμε στο συμπέρασμα που θα μας δώσει και το έναυσμα για την έρευνα που θα ακολουθήσει, να σημειώσουμε και ένα ακόμη στατιστικό στοιχείο που δίνει γλαφυρά και την εικόνα της διανομής στην Ελλάδα σήμερα.

Από τις 8 αυτές ταινίες που βγήκαν επίσημα, δύο ήταν της Feelgood Entertainment («Αγιος Παΐσιος», «Gorgona»), μία της TFG («Το Μυστικό του Δάσους»), μία βγήκε από την ίδια την εταιρία παραγωγής της («Ti Ψυχή θα Παραδώσεις Μωρή Μέρος Πρώτο»), μία από την νεόκοπη Iconic Films («Φίλοι για Πάντα») και τρεις από την Tanweer «Από τι Είμαστε Φτιαγμένοι», «Πολύ Κοριτσίστικο Ονομα το Πάττυ», Τελευταία Κλήση»), κυρίαρχη αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα στη διανομή ξένων αλλά και ελληνικών ταινιών, Μην ξεχνάμε πως το 2026 μπήκε - και συνεχίζει - με τον «Καποδίστρια» να ξεπερνάει τα 800.000 εισιτήρια και με τη «Σπασμένη Φλέβα» μέσα στις μεγάλες επιτυχίες της χρονιάς - και αυτές σε διανομή Tanweer.

Αφαιρώντας τις ταινίες της επίσημης διανομής, περίπου λοιπόν 20 ελληνικές ταινίες διανεμήθηκαν ανεξάρτητα, σε συνεννόηση με συγκεκριμένες αίθουσες, όπου και προβλήθηκαν με ένα κάποιο σχήμα, χωρίς ιδιαίτερη προηγούμενη προώθηση, παρά μεμονωμένες κινήσεις των ίδιων των δημιουργών της. Και ολοκλήρωσαν τους κύκλους των προβολών τους με ελάχιστα εισιτήρια, επιχειρώντας να εξαργυρώσουν με λίγες ακόμη διάσπαρτες προβολές μια κάποια μικρή επιτυχία μεταξύ περιορισμένου αριθμού θεατών. Σε αυτό το σημείο να εδώ να εξάρουμε τη σημαντική συμβολή της Ταινιοθήκης της Ελλάδος που φιλοξενεί διαχρονικά «άστεγες» ελληνικές ταινίες, κι αυτή μέσα στις δυνατότητες της.

Ενα πρώτο συμπέρασμα που βγαίνει από την παραπάνω ακολουθία είναι ότι η ανεξάρτητη διανομή για την ελληνική ταινία είναι σχεδόν μονόδρομος και συμβαίνει παραδοσιακά το πρώτο τετράμηνο του έτους - ακριβώς την εποχή που οι αίθουσες δεν έχουν πια «μεγάλες» ταινίες - και κλείνει ουσιαστικά την αυλαία των ελληνικών ταινιών, αφήνοντας από την ετήσια παραγωγή ελάχιστες (μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού) για μια καλοκαιρινή πρεμιέρα. Πριν αρχίσει πάλι ο κύκλος των «εμπορικών» ταινιών που θα εμφανιστούν από Νοέμβρη, λίγο πριν το κλείσιμο του έτους.

Οχι τυχαία, η ίδια ακριβώς περίοδος συνέπεσε και με το «Πρόγραμμα Προώθησης & Διανομής Ελληνικού Κινηματογράφου» του ΕΚΚΟΜΕΔ, με ειδικό ποσό ενίσχυσης για την κάθε ελληνική ταινία που βγαίνει στις αίθουσες και «πακέτα» για τις εταιρίες διανομής. Συνοπτικά, 20.000 ευρώ για κάθε μεμονωμένη ταινία, 8.000 ευρώ για ταινία μικρού μήκους, 70.000 για εταιρία διανομής που θα διανείμει τουλάχιστον 3 ελληνικές ταινίες μέσα στο έτος.

Κάπως έτσι η πλειοψηφία των ταινιών που είδαμε πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης τον περασμένο Νοέμβριο βγήκαν στις αίθουσες τους προηγούμενους μήνες, σχεδόν χωρίς να αφήσουν το παραμικρό αποτύπωμα, παρά μόνο ανάμεσα σε ένα πολύ μικρό πυρήνα θεατών. Τα εισιτήρια μιας τέτοιας «διανομής» είναι καταδικασμένα να είναι πολύ λίγα, όπως «λίγη» είναι αναπόφευκτα και η δημοσιότητα που κερδίζουν αυτές οι ταινίες, με αποτέλεσμα η ελληνική κινηματογραφική παραγωγή της κάθε χρονιάς να είναι γνωστή μόνο σε ελάχιστους, με την πλειοψηφία του κοινού να πιστεύει ότι ελληνικό σινεμά είναι μόνο οι τρεις τέσσερις ταινίες που «σπάνε τα ταμεία».

Και κάπου εδώ ανοίγει και η μεγάλη συζήτηση ανάμεσα στο «εμπορικό» και το «καλλιτεχνικό» σινεμά, όροι ανεδαφικοί που ωστόσο μας βοηθούν να μιλάμε με κοινούς κώδικες προκειμένου να υπάρξει μια κάποια συνεννόηση.

Αν προσπαθούσαμε να εξάγουμε συμπεράσματα από όλα τα παραπάνω, καταλήγουμε στα ακόλουθα:

  • Κάθε (εν δυνάμει) εμπορική ταινία έχει επίσημη διανομή. Οπου «εν δυνάμει», η πρόβλεψη ή η αίσθηση του επίσημου διανομέα πως η συγκεκριμένη ταινία έχει ένα λόγο να βρίσκεται στις αίθουσες, ίσως απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο (ευρύ ή λιγότερο ευρύ) κοινό.
  • Η καλλιτεχνική (και ανεξάρτητη) ελληνική ταινία κινδυνεύει στο μεγαλύτερο ποσοστό της να μείνει εκτός επίσημης διανομής, βρίσκοντας τελικά δρόμο στην «ανεξάρτητη διανομή».
  • Υπάρχουν καλλιτεχνικές ταινίες που βρίσκουν επίσημη διανομή, αλλά αυτό δεν τους εξασφαλίζει a priori εισιτήρια περισσότερα από όσα αν έβγαιναν ανεξάρτητα.
  • Υπάρχουν (εν δυνάμει) εμπορικές ταινίες που έχουν επίσημη διανομή, αλλά τελικά κλείνουν με πολύ λιγότερα εισιτήρια από μια ταινία που θα έβγαινε ανεξάρτητα.

Τα συμπεράσματα μοιάζουν συγκεχυμένα, ειδικά όταν κανείς συγκρίνει ταινίες που διανεμήθηκαν ανεξάρτητα με αυτές που είχαν επίσημη διανομή.

Τελικά τι είναι ζητούμενο στη διανομή μιας ταινίας; Και ποια είναι τα οφέλη που κερδίζει μια ταινία όταν βγαίνει επίσημα; Μήπως η ορατότητα που παίρνει η ταινία και η δυνατότητα διοχέτευσης σε πλατφόρμες και τηλεοπτικά δίκτυα μεγαλώνει όταν περνάει μέσα από την επίσημη διανομή; Μήπως η μικρή καλλιτεχνική ταινία πνίγεται μέσα στο μέγεθος μιας μεγάλης διανομής που τρέχει στον αυτόματο πιλότο, και απευθύνεται μόνο σε μεγάλες ταινίες; Μήπως όμως και όλα αυτά είναι απλώς τυχαία και, όπως συμβαίνει και στο εξωτερικό, με τις ντόπιες ταινίες, ό,τι είναι να «δουλέψει» θα «δουλέψει», ανεξάρτητα από στρατηγικές προώθησης.

Σίγουρα κάτι δεν πηγαίνει πολύ καλά εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα - με επιπρόσθετο εμπόδιο την μην ύπαρξη εκπαιδευμένων θεατών για την ελληνική ταινία - , με λίγες «καλλιτεχνικές» ταινίες να βρίσκουν το δρόμο της επίσημης διανομής, ακόμη λιγότερες να καταφέρνουν να βρουν κάποιο κοινό και με λίγες εξαιρέσεις που κάνουν τη «μικρή» διαφορά. Από την άλλη οι εμπορικές ταινίες μοιάζει να έχουν τη φροντίδα και την προώθηση που πρέπει, κερδίζοντας έδαφος διαρκώς (μετά την πανδημία), κι αυτές βέβαια σε διαφορετικές κλίμακες.

Τα ερωτήματα είναι πολλά. Και οι απαντήσεις διαφέρουν ανάλογα από το σε ποια πλευρά βρίσκεσαι: αυτή της διανομής ή αυτή της ελληνικής ταινίας.

Ρωτήσαμε διανομείς, αιθουσάρχες και δημιουργούς που έγιναν οι ίδιοι διανομείς των ταινιών τους - αλλά μάθαμε και όλη τη φιλοσοφία γύρω από την ειδική περίπτωση της Ταινιοθήκης της Ελλάδος - προκειμένου να πλοηγηθούμε σε μια άγνωστη ζώνη, όπου ταινίες εμφανίζονται, εξαφανίζονται ή χάνονται πριν ακόμη εμφανιστούν, διεκδικώντας διαρκώς μια κάποια ορατότητα σε αυτό που ονομάζεται ελληνικό σινεμά.

Υπάρχει ακόμα δυσπιστία από διανομείς και εν μέρει από το κοινό. Σου λένε "Α, ελληνική ταινία; Ποιος θα πατήσει; Θα βγάλω τα έξοδά μου;" Ή σου λένε "Θα μπλέξω με τις υπερβολικές απαιτήσεις των Ελλήνων δημιουργών" κλπ κλπ. Υπάρχει ακόμα η εντύπωση στο ευρύ κοινό πως το ελληνικό σινεμά είναι εσωστρεφές, ομφαλοσκοπικό κοκ. Ομως αυτό δεν είναι αλήθεια. Πλέον είναι πιο εξωστρεφείς οι ελληνικές ταινίες. Υπάρχει κοινό για το ελληνικό σινεμά - ή μάλλον υπάρχουν διαφορετικά κοινά.» - Μαρία Κομνηνού, Πρόεδρος του ΔΣ της Ταινιοθήκης της Ελλάδος

Los Divinas

ΤΙΣ ΠΤΑΙΕΙ;

Το ερώτημα «Γιατί οι ελληνικές ταινίες δεν κάνουν εισιτήρια;» επανέρχεται στο διάλογο μας με τους δημιουργούς και τους διανομείς, καθώς όλη η κινηματογραφική κοινότητα προσπαθεί εδώ και χρόνια να αποφασίσει αν τελικά το ελληνικό σινεμά πάει καλά ή όχι στις αίθουσες.

Οι πιο αισιόδοξοι βλέπουν στις μεγάλες επιτυχίες (όπως την «Ευτυχία», τη «Φόνισσα», το «Υπάρχω», ακόμη και τον «Καποδίστρια») την επιβεβαίωση πως το ελληνικό κοινό ενδιαφέρεται για το ελληνικό σινεμά.

Ομως, όχι για όλο το ελληνικό σινεμά καθώς κατά κύριο λόγο - και με πολύ λίγες εξαιρέσεις - το κοινό για τις καλλιτεχνικές ελληνικές ταινίες είναι από μηδενικό μέχρι πολύ λίγο. Και υπό την αίρεση πως οι ταινίες αυτές θα βρουν μια κάποια διανομή για να φτάσουν στον (όποιο) κοινό τους.

Τα δύο πρόσφατα παραδείγματα που χρησιμοποιούνται συχνά προς επίρρωση του ενδιαφέροντος του ελληνικού κοινού και για τις μικρότερες ταινίες δεν πείθουν ολοκληρωτικά για το επιχείρημα της επιστροφής του κοινού στο ελληνικό σινεμά. Η πρώτη περίπτωση είναι οι 30.000 εισιτήρια που έκανε το «Οι Αγριες Μέρες μου» του Βασίλη Κεκάτου - μια μεμονωμένη περίπτωση που στηρίχθηκε στη δύναμη των συντελεστών της και της θερινής διανομής της, χωρίς να αναφέρουμε εδώ ότι ένας τέτοιος αριθμός εισιτηρίων μοιάζει μεγάλος με σύγκριση τα τριψήφια και όχι πολύ μεγάλα τετραψήφια νούμερα που κάνουνε οι ελληνικές ταινίες, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρός για μια εγχώρια ταινία. Η δεύτερη περίπτωση, αυτή της «Σπασμένης Φλέβας» (που ξεπέρασε τις 150.000) χρεώνεται περισσότερο στη δύναμη του ίδιου του Γιάννη Οικονομίδη και της γοητείας που ασκεί στο ελληνικό κοινό, από τους λίγους Ελληνες σκηνοθέτες που το κατάφερε τα τελευταία χρόνια.

Και μην ξεχνάμε και πως οι δύο παραπάνω περιπτώσεις ταινιών είχαν για διανομή κραταιά και έμπειρα γραφεία διανομής, το Cinobo και την Tanweer αντίστοιχα.

Ο Πάνος Κατσιμπέρης που έκανε το «Regan» μόνος του και μόνος του το έβγαλε στις αίθουσες θεωρεί τη διανομή το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή στο ελληνικό σινεμά: «Η διανομή είναι, ίσως, το ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ πρόβλημα που αντιμετωπίζει το ελληνικό σινεμά σήμερα. Ξεκινάει πρωτίστως από το ίδιο το κράτος, που δε βοηθά τους αιθουσάρχες με κίνητρα (οικονομικά) στήριξης της ελληνικής ταινίας. Πολύ μεγάλο θέμα, ίσως το πιο φλέγον. Αν δεν υπήρχε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, πολλές ταινίες και πολλοί δημιουργοί θα είχαν χαθεί στο Αλφα του Κενταύρου. Η ανεξάρτητη διανομή είναι μια εφήμερη λύση, δε λύνει το πρόβλημα, αντίθετα το προβάλλει ακόμα περισσότερο. Και αυτή η στήριξη που λέω παραπάνω, είναι ένας τρόπος να μάθει σιγά-σιγά το κοινό να μη φοβάται τόσο την ελληνική ταινία.»

Η Εύη Καλογηροπούλου, με τη «Gorgonà» να κυκλοφορεί όχι ανεξάρτητα αλλά από την Feelgood Entertainment βρίσκει ότι είμαστε πολύ πιο σκληροί με τις ελληνικές ταινίες και δίνει και τη διάσταση της αγάπης για τους Ελληνες δημιουργούς που προσπαθούν υπό αντίξοες συνθήκες.

«Δεν πάμε καθόλου καλά σε ό,τι αφορά τις ελληνικές ταινίες. Τις σνομπάρουμε, τις βρίζουμε. Πάντα υπάρχουν τα χειρότερα σχόλια σε όλα τα media για τις ελληνικές ταινίες. Μπαίνει ο καθένας να βρίσει στην ελληνική ταινία γιατί μπορεί. Αλλά αυτή είναι μια αντίληψη. Δεν θέλω να γίνω σκληρή τώρα, αλλά θα έπρεπε, αν θέλουμε να προχωρήσουμε, να αγαπάμε τους δημιουργούς μας, κι αυτούς που πάνε έξω. Γιατί δεν είναι εύκολο να πας έξω, να είσαι σε ένα διεθνών απαιτήσεων διαγωνιστικό φεστιβάλ, σε ένα μεγάλο φεστιβάλ της Βενετίας, των Καννών. Δεν είναι απλό. Ανταγωνίζεσαι σε ένα παγκόσμιο επίπεδο. Αλλά γιατί να μην έχεις ένα ενδιαφέρον να πας να δεις την ταινία αυτή, όπως το κάνουμε με μια ξένη ταινία; Θεωρώ ότι είμαστε πολύ πιο σκληροί με τους Ελληνες δημιουργούς.»

Η Μαρία Κομνηνού, Πρόεδρος του ΔΣ της Ταινιοθήκης της Ελλάδος απαντάει με ευθύτητα στο «Γιατί οι ελληνικές ταινίες δεν κάνουν εισιτήρια;»

«Γιατί υπάρχει ακόμα δυσπιστία από διανομείς και εν μέρει από το κοινό. Σου λένε "Α, ελληνική ταινία; Ποιος θα πατήσει; Θα βγάλω τα έξοδά μου;" Ή σου λένε "Θα μπλέξω με τις υπερβολικές απαιτήσεις των Ελλήνων δημιουργών" κλπ κλπ. Υπάρχει ακόμα η εντύπωση στο ευρύ κοινό πως το ελληνικό σινεμά είναι εσωστρεφές, ομφαλοσκοπικό κοκ. Ομως αυτό δεν είναι αλήθεια. Πλέον είναι πιο εξωστρεφείς οι ελληνικές ταινίες. Υπάρχει κοινό για το ελληνικό σινεμά - ή μάλλον υπάρχουν διαφορετικά κοινά. Ο «Κόκκινος Δάσκαλος» για παράδειγμα αφορούσε το κοινό της ευρύτερης Αριστεράς. Ο «Θολός Βυθός» της Ελένης Αλεξανδράκη επίσης ασχολήθηκε με το ζήτημα του μετεμφυλιακού τραύματος και των παιδουπόλεων -κάτι που αγνοούσε  ο πολύς κόσμος... Απρόσμενη επιτυχία σημείωσε και το ντοκιμαντέρ «Εκτός Εαυτού» του Τάσου Γκολέτσου, μια ταινία για τις τελετουργίες στην Βόρεια Ελλάδα και τον ελληνικό παγανισμό. Απλώς θέλει χώρο και χρόνο να το βρεις αυτό το κοινό. Η Ταινιοθήκη, στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν είναι διανομέας αυτών των ταινιών, δεν θα μπορούσε να γίνει αυτό, διότι ούτε τα χρήματα έχει για κάτι τέτοιο, ούτε είναι ο ρόλος της. Προσφέρει όμως αυτόν τον χώρο και το χρόνο με σπαστές προβολές, με ένα εισιτήριο που μοιράζεται ο παραγωγός και η Ταινιοθήκη, ή με ένα (λογικό) αντίτιμο ενοικίασης της αίθουσας. Υπάρχουν τρόποι. Επίσης η Ταινιοθήκη έχει μία ευθύνη απέναντι στο κοινό και τους δημιουργούς. Δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο με αγοραία κριτήρια. Εχει κι έναν διαπαιδαγωγικό ρόλο. Ας μην ξεχνάμε πως έχει κι ένα υπερσύγχρονο εργαστήριο αποκατάστασης ταινιών, δίνοντάς μια δεύτερη, νέα ζωή σε ταινίες, έχει ένα μουσείο, κάνει προβολές και εργαστήρια για παιδιά. Διοργανώνει το Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου, και πλήθος θεματικών αφιερωμάτων.»

Από την πλευρά της, η επίσημη διανομή δεν θεωρεί ότι οι ελληνικές ταινίες δεν κάνουν εισιτήρια, αλλά ότι βρισκόμαστε σε μια τροχιά ανάκαμψης.

«Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ξεκάθαρα σημάδια ανάκαμψης. Το ελληνικό κοινό επιστρέφει στην ελληνική ταινία, όταν βρίσκει λόγο. Το ζήτημα όμως δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. Οι ανεξάρτητες ταινίες διεθνώς αντιμετωπίζουν την ίδια πρόκληση: πώς ανταγωνίζεσαι σε ένα περιβάλλον υπερπροσφοράς περιεχομένου, με τις ταινίες του Hollywood να κυριαρχούν; Το θέμα λοιπόν δεν είναι «ελληνικές ταινίες vs κοινό». Το θέμα είναι αν μια ταινία καταφέρνει να δημιουργήσει ανάγκη. Το ευρύ κοινό αναζητά σύνδεση, θεματική, συναισθηματική, βιωματική. Θέλει να νιώσει ότι η κινηματογραφική έξοδος θα του προσφέρει κάτι: ψυχαγωγία, ταύτιση, κάθαρση. Οι πρόσφατες επιτυχίες ελληνικών τίτλων δείχνουν ακριβώς αυτή την τάση. Οι «μη προφανείς» εμπορικά ταινίες θα συνεχίσουν να δυσκολεύονται, όπως συμβαίνει παντού. Το ζητούμενο δεν είναι να γίνουν όλες «εμπορικές», αλλά να βρουν το σωστό κοινό και τον σωστό τρόπο να το προσεγγίσουν», εξηγεί η Ειρήνη Σουγανίδου της Feelgood Entertainment.

Το ίδιο πιστεύει και ο Γιάννης Καλφακάκος της Tanweer: «Καταρχήν οι ελληνικές ταινίες κάνουν εισιτήρια, αν δούμε το Τοπ 20 των τελευταίων ετών, από το 1998 ως σήμερα, φιγουράρουν μέσα 8 ελληνικές ταινίες, εκ των οποίων οι 5 είναι στο Τοπ 10. Το κοινό δεν κάνει ποτέ λάθος, τις ταινίες τις κάνουμε για το κοινό, αν το σεβαστούμε είναι ανταποδοτικό.»

Ο Ηλίας Γεωργιόπουλος του Δαναού και της Danaos Films επίσης: «Δεν θα έλεγα ότι δεν κάνουν εισιτήρια. Υπάρχουν παραδείγματα τα τελευταία χρόνια που πήγαν πολύ καλά όπως τα: Υπάρχω, Καποδίστριας, Τα κάλαντα των Χριστουγέννων, Φόνισσα. Το ζητούμενο είναι να συμβαίνει αυτό πιο συστηματικά.Τώρα, στο αν φταίνε οι ταινίες ή το κοινό, θα έλεγα ότι είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων. Από τη μία, κάποιες ταινίες ίσως δεν απευθύνονται εύκολα σε ευρύ κοινό. Από την άλλη, και το κοινό στην Ελλάδα δεν έχει πάντα τη συνήθεια να στηρίζει το εγχώριο σινεμά, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες. Για να αλλάξει αυτό, χρειάζεται πιο στοχευμένες ταινίες, καλύτερη προώθηση, και σιγά-σιγά να χτιστεί μια σχέση εμπιστοσύνης με το κοινό. Πραγματικά ευχόμαστε οι ελληνικής ταινίες να κάνουν εισιτήρια διότι είναι ο μόνος τρόπος να αυξηθεί σημαντικά το συνολικό box office μίας χώρας. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, βλέπεις σταθερά 3-4 εγχώριες ταινίες μέσα στις 10 πιο εμπορικές της χρονιάς. Αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε και θα θέλαμε να γίνεται και στην Ελλάδα.»

Η Δάφνη Μπεχτσή του Cinobo που φιλοξενεί ελληνικό σινεμά τόσο στην online πλατφόρμα όσο και ως εταιρία διανομής και με δικές της αίθουσες, βλέπει ανάκαμψη, αλλά θεωρεί ότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης: «Βλέποντας τα εισιτήρια της φετινής σεζόν, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Προφανώς δεν κάνουν όλες εισιτήρια αλλά αυτό συμβαίνει γενικότερα, και στις ξένες παραγωγές δηλαδή είναι λίγες αυτές που κάνουν τα πολλά εισιτήρια και πολλές που κάνουν λίγα. Αναλογικά έχουμε πλέον ικανοποιητικό αριθμό ελληνικών ταινιών που κάνουν καλά εισιτήρια αλλά φυσικά υπάρχει περιθώριο βελτίωσης.»

Εξαίρεση στην μάλλον αισιόδοξη ματιά των παραπάνω, ο Μπάμπης Κονταράκης της Weird Wave που κοιτάζει πίσω από τα χαμηλά εισιτήρια των καλλιτεχνικών ελληνικών ταινιών ένα μεγαλύτερο πρόβλημα παιδείας στη χώρα:

«Την ώρα που εξακολουθεί να είναι γενναίο να κάνεις μια ταινία, νομίζω ότι είναι λίγο παραπλανητικό αυτό, και ίσως αποκρύπτει άλλους, πιο αποκαλυπτικούς λόγους μιας κάποιας δυσαρέσκειας, Θεωρώ ότι σε σχέση με το ελάχιστο μέγεθος της ελληνικής παραγωγής και τον αριθμό των ταινιών, η αναλογία δεν απέχει πολύ από άλλες χώρες με μεγαλύτερη πίστη στον εθνικό τους πλούτο.
Από την άλλη, το γεγονός ότι η πολιτεία διαχρονικά αντιμετωπίζει σαν πρόβλημα την “αφρόκρεμα” της χώρας, σαν ξένο σώμα τους κινηματογραφιστές, ή τους ακαδημαϊκούς, και πιο συνολικά τους ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων, και όχι σαν αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή σαν τον απόλυτο όρο για να εκτοξευθεί μια χώρα, είναι ενδεικτικό της μαύρης αντίδρασης που επικρατεί στα σαλόνια της. Αυτό νομίζω αντικατοπτρίζεται και στο κοινό: σαν γενιά, νιώθω ότι είμαστε διαχρονικά εκπαιδευμένοι στο να υποτιμάμε το ελληνικό σινεμά. Ίσως, αυτή η καλλιεργημένη αντίληψη έχει μια συνάφεια με τη θέση που έχει αποφασίσει η πολιτεία να πάρει στον κόσμο, ως διάδρομος εμπορευμάτων, παρά σαν τόπος με τη δική του γλώσσα.»

Δεν είναι κάθε ταινία φτιαγμένη για κινηματογραφική διανομή. Το να βγει μια ταινία στις αίθουσες δεν είναι αυτονόητο δικαίωμα, είναι αποτέλεσμα στρατηγικής, δυναμικής και positioning. Δεν είναι ρεαλιστικό, ούτε συμβαίνει διεθνώς, να βρίσκουν όλες οι ταινίες που παράγονται διανομή. Η αγορά είναι μικρή και υπερφορτωμένη. Κάθε χρόνο κυκλοφορούν εκατοντάδες ταινίες και ένα πολύ μικρό ποσοστό μπορεί να σταθεί εμπορικά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι εφικτό όλες οι ταινίες να εξασφαλίζουν κινηματογραφική διανομή. Η επιλογή σχετίζεται με τη συνολική δυναμική του έργου, τη στρατηγική τοποθέτησή του και την πιθανότητα να προσεγγίσει συγκεκριμένο κοινό.» - Ειρήνη Σουγανίδου, Feelgood Entertainment

Madonnas

ΤΙΣ ΠΤΑΙΕΙ; #2

Το δεύτερο πιο καυτό ερώτημα μετά το «Γιατί οι ελληνικές ταινίες δεν κάνουν εισιτήρια;» είναι και αυτό που γίνεται τώρα η βάση για την έρευνα μας: «Γιατί οι περισσότερες ελληνικές ταινίες δεν μπορούν να βρουν διανομή και διανέμονται ανεξάρτητα;»

Το ότι το ένα είναι απότοκο του άλλου είναι μόνο η αρχή της συζήτησης.

Ο Δημήτρης Κατσιμίρης, ανεξάρτητος δημιουργός που επίσης έκανε μόνος του και διένειμε ακόμη πιο μόνος του τους «Γελοίους Ερωτες» συμπληρώνει: «Εχω καταλάβει πλέον τη δυσκολία στη διανομή. Αρχικά φανταζόμουν με την πρώτη μου ταινία Με Αξιοπρέπεια πως μετά το βραβείο κοινού στη Θεσσαλονίκη, θα χτυπούσαν τα τηλέφωνα από τους διανομείς. Όχι μόνο αυτό δεν έγινε αλλά αντίθετα βίωσα το ψέμα, την υποκρισία και την ανευθυνότητα τους μέχρι να βγει εν τέλει η ταινία στις αίθουσες. Κάπως καλύτερα τα πράγματα τώρα με τη δεύτερη ταινία.Ο φόβος και η μη outofthebox λογική σίγουρα χαρακτηρίζει τους περισσότερους διανομείς.»

Ο Βασίλης Χριστοφιλάκης συμπληρώνει: «Η ελληνική ταινία θεωρείται, ακόμα και σήμερα, μη εμπορικό προϊόν. Δυστυχώς αυτή η πεποίθηση δε λέει να φύγει. Ο μόνος τρόπος για να πάει μια Ελληνική ταινία καλά στο box office είναι να γίνει όχι μόνο σωστό αλλά και εξαιρετικά φροντισμένο promotion. Αυτό απαιτεί χρόνο, ρίσκο και προσωπική εμπλοκή από τον διανομέα. Κανένας διανομέας δεν θέλει να κάνει αυτή τη δουλειά. Ούτε ακόμα θέλει να δώσει σε εμάς τους παραγωγούς - σκηνοθέτες την ευκαιρία να το κάνουμε (θα το κάνουμε κι αυτό). Απλώς δεν πιστεύει στην Ελληνική ταινία. Το ξέρουμε πως η αγορά είναι ελεύθερη και πως ο καθένας κοιτάει το business plan του. Και τι μ’ αυτό; Ψάχνουμε να βρούμε ανθρώπους να δουλέψουμε μαζί τους για να βγει η ταινία στις αίθουσες και δεν απαντάει κανείς. Είναι ντροπή.»

Η Ειρήνη Σουγανίδου της Feelgood αναφέρει εδώ μια μάλλον σκληρή αλήθεια.

«Γιατί δεν μπορούν όλες να βρουν και αυτό είναι μια αλήθεια που αποφεύγουμε να πούμε. Δεν είναι κάθε ταινία φτιαγμένη για κινηματογραφική διανομή. Το να βγει μια ταινία στις αίθουσες δεν είναι αυτονόητο δικαίωμα, είναι αποτέλεσμα στρατηγικής, δυναμικής και positioning. Δεν είναι ρεαλιστικό, ούτε συμβαίνει διεθνώς, να βρίσκουν όλες οι ταινίες που παράγονται διανομή. 
Η αγορά είναι μικρή και υπερφορτωμένη. Κάθε χρόνο κυκλοφορούν εκατοντάδες ταινίες και ένα πολύ μικρό ποσοστό μπορεί να σταθεί εμπορικά.Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι εφικτό όλες οι ταινίες να εξασφαλίζουν κινηματογραφική διανομή. Η επιλογή σχετίζεται με τη συνολική δυναμική του έργου, τη στρατηγική τοποθέτησή του και την πιθανότητα να προσεγγίσει συγκεκριμένο κοινό._ 
Iσως χρειάζεται να δούμε πιο καθαρά ότι η κινηματογραφική διανομή δεν είναι αυτονόητο στάδιο για κάθε ταινία, αλλά μία από τις πιθανές διαδρομές της.»

Ολοι οι υπόλοιποι διανομείς συμφωνούν πως είναι λογικό να μην φτάνει ολόκληρη η εγχώρια παραγωγή στις αίθουσες.

Ο Γιάννης Καλφακάκος μας ενημερώνει επιπλέον ότι το ίδιο συμβαίνει και στην Αμερική με το 11% μόνο των αμερικάνικων ταινιών που παράγονται να βγαίνουν στις αίθουσες, Η Δάφνη Μπεχτσή του Cinobo επιτείνει: «Πλέον βρίσκουν διανομή αρκετές ελληνικές ταινίες κάθε χρόνο. Ο αριθμός των ταινιών που καταλήγει στα σινεμά και μπορεί να απορροφήσει η εγχώρια αγορά είναι συγκεκριμένος και κάτι τέτοιο ισχύει και σε χώρες με αντίστοιχο πληθυσμό με την Ελλάδα. Παρόλ’ αυτά η Ελλάδα έχει μεγάλη παραγωγή - και εννοώ σε αριθμό, δυστυχώς όχι σε χρήματα που δίνονται για στήριξη- , αν και παραμένει μία αγορά που δεν μπορεί να τους ικανοποιήσει όλους, οπότε αρκετοί παραγωγοί αναγκάζονται να πάρουν το ρίσκο να παρουσιάσουν τις δουλειές τους ανεξάρτητα.»

Οταν μια ταινία δεν φαίνεται να έχει εμπορική προοπτική, είναι πιο δύσκολο να την υποστηρίξεις. Αλλά δεν είναι το μόνο κριτήριο. Αν πιστεύουμε σε κάτι μπορούμε να το στηρίξουμε, απλώς με πιο ρεαλιστικές προσδοκίες.» - Ηλίας Γεωργιόπουλος, Δαναός και Danaos Films

Τελευταία Κλήση

ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ

Μπορεί η άμεση απάντηση στο γιατί μια ταινία δεν παίρνει διανομή να είναι αυτή που δίνει ο Ηλίας Γεωργιόπουλος του Δαναού («Πολύ απλά γιατί οι διανομείς δεν τις θεωρούν αρκετά εμπορικές»), αλλά όλες οι εταιρίες διανομής, μικρότερες και μεγαλύτερες συμφωνούν πως αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι μια ταινία - είτε ξένη είτε ελληνική - που να έχει «δική της φωνή» και να έχει νόημα αυτή η φωνή να ακουστεί στην αίθουσα. Σημαντικό είναι επίσης το προφίλ της κάθε εταιρείας και πως μια ελληνική ταινία ταιριάζει με αυτό.

Ολοι ξεκαθαρίζουν επίσης πως η πρόβλεψη εμπορικότητας είναι ένας σημαντικός παράγοντας, αλλά δεν θα είναι ποτέ ο κύριος λόγος για να διανείμουν μια ταινία.

Η Ειρήνη Σουγανίδου από τη Feelgood συνοψίζει τα παραπάνω συμπεράσματα: «Στη Feelgood, δεν ξεκινάμε από το αν μια ταινία είναι ελληνική ή ξένη. Ξεκινάμε από το αν έχει λόγο να υπάρξει στο σινεμά. Αν μπορεί να κάνει τον θεατή να βγει από το σπίτι του, γιατί αυτό είναι σήμερα το βασικό ζητούμενο. Μας ενδιαφέρει η ταυτότητα, η φωνή, η πρόθεση. Μας ενδιαφέρει αν η ταινία έχει κάτι να πει και έναν τρόπο να το πει που αξίζει να ακουστεί σε αίθουσα. H εμπορική προοπτική είναι σημαντική, αλλά δεν αποτελεί για εμάς το μοναδικό κριτήριο. […] Η διανομή για εμάς είναι επιλογή ταυτότητας, όχι απλώς προϊόντος και αποτελεί σημαντική πολιτισμική θέση.»

Δαναός και Cinobo και Weird Wave δίνουν τη διάσταση ότι η κάθε ελληνική ταινία χρειάζεται το δικό της μοντέλο διανομής, ενώ ως ιδιοκτήτες και αιθουσών «βοηθούν» και ταινίες συγγενικού προφίλ με αυτές που διανείμουν επίσημα, διαθέτοντας σε αυτές τις αίθουσές τους. Ο Μπάμπης Κονταράκης της Weird Wave εξηγεί: «Γενικά προτιμάμε να διανέμουμε ταινίες που μας αφήνουν τα σημάδια τους και μπορούν ιδανικά να έχουν και κάποιον εμπορικό αντίκτυπο. Καθώς σαν Weird Wave διανέμουμε μόνο δυο με τρεις ελληνικές ταινίες τη χρονιά, μπορούμε να στηρίζουμε έμμεσα και κάποιες ακόμα που ταιριάζουν στο προφίλ μας, και δεν έχουν διανομή, δίνοντας τους χώρο στους κινηματογράφους που διαχειριζόμαστε»

Η Tanweer προσθέτει επίσης για την περίπτωση της, πως προτιμά να μπαίνει στην παραγωγή των ελληνικών ταινιών που τελικά διανείμει.

Στο ίδιο μήκος κύματος όλες οι εταιρίες διανομής συμφωνούν πως το γεγονός πως οι ελληνικές ταινίες δεν κάνουν εισιτήρια δεν είναι αυτόματα αποτρεπτικό για να βγάλουν μια ταινία.

«Οταν μια ταινία δεν φαίνεται να έχει εμπορική προοπτική, είναι πιο δύσκολο να την υποστηρίξεις. Αλλά δεν είναι το μόνο κριτήριο. Αν πιστεύουμε σε κάτι μπορούμε να το στηρίξουμε, απλώς με πιο ρεαλιστικές προσδοκίες», εξηγεί ο Ηλίας Γεωργιόπουλος.

_«Είναι σίγουρα ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Αλλά δεν είναι ο μόνος. Υπάρχουν ταινίες που επιλέγεις να στηρίξεις γιατί πιστεύεις σε αυτές, ακόμα κι αν ξέρεις ότι η διαδρομή τους θα είναι δύσκολη. Ο ρόλος του διανομέα δεν είναι μόνο διαχειριστικός, είναι και επιλογής και ευθύνης απέναντι στο ίδιο το σινεμά.», συμπληρώνει η Ειρήνη Σουγανίδου.

Σε αυτό το τελευταίο ερώτημα η Tanweer διαχωρίζει τη θέση της: «Στη δική μας την περίπτωση δεν ισχύει αυτό που μας ρωτάτε. Τις περισσότερες περιπτώσεις οι ταινίες που διανέμουμε κάνουν καλά ως εξαιρετικά εισιτήρια.»

«Το δύσκολο κομμάτι είναι να πειστούν οι αίθουσες ώστε να δημιουργηθεί ένα ισχυρό κύκλωμα αιθουσών και να είναι εύκολα προσβάσιμο στον θεατή που ενδιαφέρεται. Δεν εννοώ απαραίτητα ότι οι αιθουσάρχες δεν καταλαβαίνουν τη δυναμική του ελληνικού σινεμά, αλλά κάθε φορά χρειάζεται ένα έξτρα επίπεδο προσπάθειας από την διανομή για να πειστούν οι συνεργάτες.» - Δάφνη Μπεχτσή, Cinobo

τριανόν

ΥΠΕΡ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑΣ

Η ζυγαριά κλίνει προς τα κατά, όταν μιλάμε για τη διανομή ελληνικής ταινίας από την επίσημη διανομή.

Το υπέρ για όλους τους διανομείς είναι το ενδιαφέρον που φαίνεται να δείχνει τα τελευταία χρόνια το ελληνικό κοινό για την ελληνική ταινία - αισιοδοξία στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω.

Σε τεχνικό επίπεδο επίσης ένα μεγάλο υπέρ είναι η άμεση εμπλοκή της δημιουργικής ομάδας της ταινίας στην προώθηση και συνολική έξοδο της ταινίας που δημιουργεί ισχυρότερο δεσμό με τους θεατές σε σχέση με την έξοδο μιας ξένης ταινίας. Εδώ ο Μπάμπης Κονταράκης της Weird Wave επισημαίνει και το κατά του υπέρ: _«Οπωσδήποτε θα ξεχώριζα την παρουσία και τη διάθεση όλων των συντελεστών της ταινίας να συμμετέχουν ενεργά στην κυκλοφορία της, το οποίο βέβαια περιέχει δυνητικά και την όλη δυσκολία της σε περίπτωση εμπορικής αποτυχίας.» _

Τα κατά είναι περισσότερα και συνήθως απροσπέλαστα:

  • Το κενό ανάμεσα στην προσδοκία και το τελικό αποτέλεσμα.

Ο Ηλίας Γεωργιόπουλος της Danaos Films και του Δαναού επισημαίνει: «Υπάρχει συχνά ένα χάσμα ανάμεσα σε αυτό που περιμένει ο δημιουργός και σε αυτό που μπορεί να συμβεί στην αγορά. Δηλαδή, στα εισιτήρια ή στο πόσο θα μείνει μια ταινία στις αίθουσες. Είναι λογικό γιατί δεν έχουν όλοι πλήρη εικόνα του πώς λειτουργεί η διανομή στην πράξη.»

  • Ατολμία των διανομέων.

Ο Γιάννης Καλφακάκος της Tanweer εξηγεί: «Πιστεύω ότι όλες οι εταιρείες διανομής θα ήθελαν να έχουν ελληνικό slate, δεν το τολμούν, όμως, γιατί χρειάζεται επένδυση σε χρήμα και ανθρώπινο δυναμικό».

  • Τα περιορισμένα δικαιώματα των ταινιών.

Η Ειρήνη Σουγανίδου της Feelgood Entertainment δίνει το στίγμα μιας πρακτικής που δεν δίνει κίνητρο στον διανομέα: «Το κόστος σε χρόνο και ενέργεια είναι δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με την πιθανή εμπορική απόδοση. Και αυτό εντείνεται από ένα διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής αγοράς: οι περισσότερες ταινίες φτάνουν στον διανομέα με περιορισμένα δικαιώματα, καθώς τα broadcasting rights (τηλεόραση, VOD κ.λπ.) έχουν ήδη προπωληθεί για να καλυφθεί η χρηματοδότηση. Αυτό σημαίνει ότι ο διανομέας καλείται να αποσβέσει την επένδυσή του σχεδόν αποκλειστικά από το box office, κάτι εξαιρετικά δύσκολο, και να περιμένει χρόνια για να αξιοποιήσει δευτερεύοντα παράθυρα εκμετάλλευσης. Είναι ένα μοντέλο που αυξάνει το ρίσκο και περιορίζει τις επιλογές.»

  • Ατολμία των αιθουσών.

Η Δάφνη Μπεχτσή του Cinobo υπογραμμίζει την προσπάθεια του Cinobo να στηρίξει τις ελληνικές ταινίες και μέσω των αιθουσών της, αλλά και την έλλειψη ενός δικτύου αιθουσών που θα στήριζε ενεργά και με στρατηγική το ελληνικό σινεμά: «Το δύσκολο κομμάτι είναι να πειστούν οι αίθουσες (πέρα από τις δικές μας) ώστε να δημιουργηθεί ένα ισχυρό κύκλωμα αιθουσών και να είναι εύκολα προσβάσιμο στον θεατή που ενδιαφέρεται. Δεν εννοώ απαραίτητα ότι οι αιθουσάρχες δεν καταλαβαίνουν τη δυναμική του ελληνικού σινεμά, αλλά το κάθε σινεμά έχει τις δικές του συμφωνίες, που συνήθως περιλαμβάνει κατά προτεραιότητα εμπορικές αμερικανικές ταινίες και κάθε φορά χρειάζεται ένα έξτρα επίπεδο προσπάθειας από την διανομή για να πειστούν οι συνεργάτες.»

Νομίζω το ερώτημα είναι αν θέλει η πολιτεία να αναδείξει την αξία του ελληνικού κινηματογράφου ή όχι. Και αυτό γίνεται με μια συνολική επικοινωνία αυτής της αξίας, πέρα από την ευκαιριακή προσπάθεια του κάθε διανομέα.» - Μπάμπης Κονταράκης, Weird Wave

endless

ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΙ ΚΑΝΕΙ;

Αναφέραμε προηγουμένως το «Πρόγραμμα Προώθησης & Διανομής Ελληνικού Κινηματογράφου», μια παράδοση που συνεχίζει τη «στήριξη» της ελληνικής ταινίας από τους διανομείς. Να ξεκαθαρίσουμε εδώ πως τα μέτρα αφορούν μόνο τη διανομή και όχι την αίθουσα.

Αυτό είναι και το μόνο μέτρο που υπάρχει και που αναφέρεται στη διανομή της ελληνικής ταινίας, ενώ λείπουν κραυγαλέα εδώ και δεκαετίες μέτρα για τη δημιουργία ενός κοινού, ήδη από την σχολική ηλικία, με μεμονωμένες μόνο δράσεις για σινεμά «από νωρίς» και αυτό όχι απαραίτητα ελληνικό.

[Ας θυμηθούμε εδώ και την «Ημέρα Ελληνικού Κινηματογράφου» που ξεκίνησε το 2024 για να μείνει, αλλά τελικά υπήρξε μια και μοναδική.]

Ο Βασίλης Μαζωμένος δίνει μια διάσταση πολιτική στο γιατί οι ελληνικές ταινίες δεν κάνουν εισιτήρια: «Δεν νομίζω ότι φταίνε ούτε οι ταινίες ούτε οι θεατές. Το πρόβλημα είναι κυρίως η απόσταση που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στο ελληνικό σινεμά και το κοινό του. Για να γεφυρωθεί αυτή η απόσταση χρειάζεται μεγαλύτερη παρουσία των ταινιών στην κοινωνία: καλύτερη διανομή, συζήτηση, εκπαίδευση του κοινού και κυρίως μια αίσθηση ότι το ελληνικό σινεμά αφορά πραγματικά τη ζωή μας.»

Η Ειρήνη Σουγανίδου θεωρεί πως το μοντέλο ενίσχυσης χρειάζεται επανεξέταση και βελτίωση για να είναι πραγματικά ουσιαστικό.

«Υπάρχει στήριξη και τελευταία το ΕΚΚΟΜΕΔ έχει κάνει σημαντικά βήματα ως προς αυτό, αλλά το μοντέλο ενίσχυσης χρειάζεται επανεξέταση και βελτίωση για να είναι πραγματικά ουσιαστικό. Στην Ευρώπη, τα συστήματα ενίσχυσης της διανομής λειτουργούν με δύο βασικούς άξονες: selective και automatic. Το selective μειώνει το ρίσκο καλύπτοντας μέρος των εξόδων διανομής, ενώ το automatic δημιουργεί ένα «πορτοφόλι» που προκύπτει από την εμπορική πορεία προηγούμενων ταινιών και επανεπενδύεται σε νέες. Αυτό το μοντέλο δεν είναι απλώς επιδοματικό - είναι αναπτυξιακό. Δίνει κίνητρο στους διανομείς να επενδύσουν, να ρισκάρουν και να στηρίξουν ταινίες που αλλιώς δεν θα έβρισκαν χώρο. Στην Ελλάδα, η στήριξη καταλήγει σχεδόν αποκλειστικά στην παραγωγή. Αν θέλουμε πραγματικά να ενισχυθεί η ελληνική ταινία, πρέπει να δούμε τη διανομή ως κρίσιμο κρίκο της αλυσίδας  και όχι ως δεδομένο.» Ο Μπάμπης Κονταράκης της Weird Wave ανοίγει το αίτημα στο αν η πολιτεία να αναδείξει την αξία του ελληνικού κινηματογράφου. «Στην αίθουσα προς το παρόν δεν υπάρχει, ενώ στον διανομέα υπάρχει μια μικρή στήριξη που δεν μπορεί να κάνει όμως τη διαφορά. Νομίζω το ερώτημα είναι αν θέλει η πολιτεία να αναδείξει την αξία του ελληνικού κινηματογράφου ή όχι. Και αυτό γίνεται με μια συνολική επικοινωνία αυτής της αξίας, πέρα από την ευκαιριακή προσπάθεια του κάθε διανομέα.»

Ο Γιάννης Καλφακάκος αναμένει και τα νεότερα μέτρα στήριξης από τον ΕΚΚΟΜΕΔ: «Το καλό είναι ότι η διοίκηση του ΕΚΚΟΜΕΔ κάνει γρήγορα βήματα για να στηρίξει την ελληνική ταινία. Εφέτος ανακοίνωσε το πρόγραμμα για τις αίθουσες και βελτίωσε το υπάρχον πρόγραμμα της διανομής, ενώ όπως γνωρίζω θα κάνει κι άλλα πιο μεγάλα βήματα ως το τέλος του χρόνου.»

Η περίπτωση της Ταινιοθήκης εδώ έχει ενδιαφέρον, καθώς ο ρόλος της στην ανάδειξη της ελληνικής ταινίας δεν έχει κριθεί ικανός για να στηριχθεί αναλόγως από το Υπουργείο Πολιτισμού. Η Μαρία Κομνηνού εξηγεί:

«Ασφαλώς θα έπρεπε να υπάρχει κάποιο κίνητρο ώστε οι αιθουσάρχες να παίζουν ελληνικές ταινίες. Η Ταινιοθήκη πάντως, δεν έχει επωφεληθεί από κάποιο πρόγραμμα ενίσχυσης  της προβολής ελληνικών ταινιών στην αίθουσα. Η κρατική ενίσχυση αφορά τις εταιρείες διανομής των ταινιών ή τους παραγωγούς τους. Για ταινίες που δεν χρηματοδοτήθηκαν από το ΕΚΚΟΜΕΔ ή δεν βρήκαν διανομή τα πράγματα είναι εξαιρετικά δύσκολα και θα έπρεπε να ενισχύονται αίθουσες τέχνης όπως η Ταινιοθήκη. H Tαινιοθήκη θα θέλαμε πολύ να έχει σταθερές ζώνες για την μικρού μήκους ταινία, το ντοκιμαντέρ κλπ. Σταθερά ραντεβού. Ο κύκλος μας, για παράδειγμα, "Τόπο στους Μικρομηκάδες" (προ πανδημίας) ήταν πάντα sold out. Ομως χρειάζεται στήριξη όχι μονο το ελληνικό σινεμά αλλά και η Ταινιοθήκη - ίσως περισσότερο από ποτέ. Είναι επείγον να υποστηριχθεί όπως της αξίζει ώστε να μπορέσει να επιτελέσει τον ρόλο της ως καταφύγιο της ελληνικής ταινίας και ως κιβωτός της ιστορικής μνήμης. Η ετήσια επιχορήγησή της από το ΥΠΠΟ δεν επαρκεί ούτε για τις στοιχειώδεις λειτουργικές της ανάγκες ενώ η αιφνίδια αποσύνδεση από το ΕΣΠΑ, λες και κάποιος τράβηξε την πρίζα, δυσχεραίνουν το έργο της.»

H μαζική προσέλευση στις αίθουσες βοηθάει τον κινηματογράφο γενικά και ειδικότερα την ελληνική παραγωγή. Οι ταινίες που δεν κάνουν εισιτήρια πρέπει να προβληματίσουν τους δημιουργούς τους, ώστε η επόμενη ταινία τους να κάνει.» - Γιάννης Καλφακάκος, Tanweer

σφγγφσγφσ

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΨΑΡΙ ΣΩΖΕΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ;

Το τελευταίο ερώτημα αυτής της μικρής έρευνας συναντά το πρωταρχικό, που τελικά είναι αν το ελληνικό σινεμά δείχνει σημάδια ανάκαμψης επειδή κάποιες «εμπορικές» ταινίες κάνουν εισιτήρια.

Μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα (αστικό) μύθο;

Εδώ και δεκαετίες, παρά την πεποίθηση των διανομέων, δεν είναι σίγουρο αν τελικά η εμπορική επιτυχία μιας ελληνικής ταινίας βοηθάει την επόμενη ελληνική ταινία που θα βγει στις αίθουσες. Το ανεκπαίδευτο ελληνικό κοινό δεν δείχνει να έχει συνέχεια στο γούστο και τις επιλογές του, με αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές η μεγάλη μάζα των εισιτηρίων που κάνουν οι μεγάλες εμπορικές επιτυχίες να γίνονται από ανθρώπους που πηγαίνουν σινεμά μια φορά το χρόνο.

Επίσης σε αυτή εδώ την περίπτωση το χάσμα ανάμεσα σε «εμπορικό» και «καλλιτεχνικό» σινεμά είναι τεράστιο. Μια «εμπορική» ταινία θα βοηθηθεί από την επιτυχία μιας «εμπορικής» ταινίας, αλλά μια «καλλιτεχνική» ταινία όχι. Να διευκρινίσουμε εδώ πως στην περίπτωση αυτής εδώ της συζήτησης, ως «εμπορική ταινία» δεν θεωρούμε μόνο την ταινία που βγαίνει και κάνει εισιτήρια, αλλά αυτή που έχει από πίσω της όλο το μηχανισμό μιας εμπορικής ταινίας, συμπεριλαμβανομένης και της οργανωμένης στρατηγικής προώθησης της.

Ο Γιώργος Γεωργόπουλος λίγο πριν την έξοδο του «Πολύ Κοριτσίστικο το Ονομα Πάττυ» είχε απαντήσει σε ερώτηση του Flix αν οι τεράστιες επιτυχίες του «Καποδίστρια» και των «Κάλαντων των Χριστουγέννων» θεωρεί ότι θα βοηθήσουν την ταινία του. Η απάντηση του έδινε τη διάσταση μιας αβέβαιης διαδοχής:

«Σίγουρα θα παίξουμε σε κάποιες κοινές αίθουσες με αυτές τις δύο ταινίες και θεωρώ σημαντικό που θα δω χαμογελαστούς αιθουσάρχες. Συνήθως περιμένω να με κεράσουν κόλυβα όταν τους βλέπω. Δεν ξέρω αν κάπου μπορεί να συναντιούνται τα κοινά των δύο αυτών ταινιών με τα όποια κοινά της «Πάττυ» ώστε να τη βοηθήσουν. Φαινομενικά είναι δύσκολο (εκτός κι αν κάνει ο Αγιος Παΐσιος κάποιο θαύμα). Μου φαίνεται όμως δύσκολο ακόμα και να φτάσει σε αυτά τα κοινά η πληροφορία της ύπαρξης της ταινίας. Κι αν φτάσει υπάρχει η πιθανότητα να φτάσει διαστρεβλωμένη σε σχέση με το τι πραγματεύεται η ταινία.»

Ο Δημήτρης Κατσιμίρης είναι καταφατικός: «Ναι εννοείται. Πάει καλά το "Υπάρχω", ο "Καποδίστριας¨, έρχεται κόσμος στις ελληνικές αίθουσες, μειώνεται έτσι ο φόβος του διανομέα να ασχοληθεί και με σένα.»

Το ίδιο καταφατικοί είναι και οι διανομείς, με τις επιφυλάξεις τους ο καθένας.

Πιο απόλυτος είναι ο Γιάννης Καλφακάκος: «Τι σημαίνει ο όρος εμπορικός; Ολοι οι δημιουργοί κάνουν ταινίες για να επικοινωνήσουν με το κοινό, αν το έκαναν μόνο για τον εαυτό τους, θα επέλεγαν άλλο είδος τέχνης.Φυσικά, η μαζική προσέλευση στις αίθουσες βοηθάει τον κινηματογράφο γενικά και ειδικότερα την ελληνική παραγωγή. Οι ταινίες που δεν κάνουν εισιτήρια πρέπει να προβληματίσουν τους δημιουργούς τους, ώστε η επόμενη ταινία τους να κάνει.»

Η Ειρήνη Σουγανίδου αναφέρει: _«Σίγουρα δημιουργούν εμπιστοσύνη και ένα πιο θετικό κλίμα για την ελληνική ταινία συνολικά. Σπάνε την προκατάληψη ότι "οι ελληνικές ταινίες δεν βλέπονται". Αλλά δεν δημιουργούν αυτόματα κοινό για όλες τις ταινίες. Κάθε ταινία ξεκινάει από το μηδέν. Κάθε φορά πρέπει να ξανακερδίσεις τον θεατή.»

Ο Ηλίας Γεωργιόπουλος δίνει σημασία στην εμπιστοσύνη πο χτίζεται συνολικά στην κοινότητα. «Για μένα σίγουρα βοηθάει. Όταν ο θεατής δει μια καλή και επιτυχημένη ελληνική ταινία, θα δώσει ευκαιρία και στην επόμενη ελληνική ταινία. Χτίζεται μια εμπιστοσύνη που είναι πολύ σημαντική για όλη την αγορά.»

Η Μαρία Κομνηνού διαχωρίζει τις «εμπορικές» ταινίες που βοηθούν τις καλλιτεχνικές: «Κοιτάχτε, είναι προφανές πως ταινίες όπως το "Bachelor" ή το "I Love Karditsa" δεν βοηθούν τις υπόλοιπες ελληνικές ταινίες. Όμως σε αυτή τη δυσπιστία που λέγαμε για το ελληνικό σινεμά, δημιουργείται ένα ρήγμα με ταινίες όπως ας πούμε τη "Σπασμένη Φλέβα" του Οικονομίδη που πήγε σπουδαία. Το κοινό αυτής της ταινίας ίσως και να κεντριστεί να δει και κάτι άλλο. Η περίπτωση "Kαποδίστρια" του Γιάννη Σμαραγδή είναι μάλλον διαφορετική, διότι το κοινό που την αγάπησε λόγω θέματος, τόνωσης εθνικής συνείδησης, ιστορικών ενδιαφερόντων κλπ πιθανότατα να μην σηκωθεί να ξαναπάει σε ελληνική ταινία άλλου δημιουργού. Δεν είναι εύκολα μετρήσιμα όλα αυτά, αλλά το να γίνονται ουρές για μια ελληνική ταινία μόνο καλό είναι -κακό δεν είναι».

Στην ίδια λογική και η Δάφνη Μπεχτσή: «Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι σημαίνει εμπορικό. Αν εννοούμε για παράδειγμα ένα άλλο cut μιας τηλεοπτικής μίνι σειράς ή κάτι που θα μπορούσε να είναι τηλεταινία, τότε αφορά συνήθως άλλο κοινό και δεν συμπαρασύρει τις υπόλοιπες ταινίες. Δημιουργείται όμως και αξιόλογο εμπορικό σινεμά το οποίο όντως μπορεί να αποτελέσει μια ευχάριστη εμπειρία για ένα κοινό που ως τώρα ήταν πιο διστακτικό με τις ελληνικές ταινίες και να γίνει το παράδειγμα ώστε αυτό το κοινό να μπει στην περιέργεια να ανακαλύψει και άλλες. Δεν μιλάμε για θαύματα, αλλά μια καλή εμπορική ταινία μπορεί να γίνει κίνητρο ώστε θεατές που έβλεπαν μία ελληνική ταινία τον χρόνο, να δοκιμάσουν να δουν άλλη μία.»

Και ο Μπάμπης Κονταράκης της Weird Wave επιστρέφει την κουβέντα στην αρχή: «Δεν βλέπω το λόγο της διάκρισης των ταινιών ανάλογα με την εμπορικότητα τους, παρά με την αξία της καθεμιάς στην τέχνη τους.»

Και είναι σίγουρο πως έχει δίκιο.

Αλλωστε ό,τι αναφέρεται παραπάνω αποδεικνύει πως κανένα συμπέρασμα δεν είναι μόνο κανόνας ή μόνο εξαίρεση, σε ένα μάλλον μπερδεμένο - και όχι υγιές όπως τα περισσότερα σε αυτή τη χώρα - τοπίο που διαμορφώνεται κάθε φορά από διαφορετικούς παράγοντες που συχνά δεν έχουν να κάνουν με το σινεμά. Πριν φτάσουμε όμως στο επιθυμητό σημείο να μην χρειάζονται οι όποιοι διαχωρισμοί, ας ξεχωρίσουμε το ελληνικό σινεμά από το ξένο ας του δείξουμε τη φροντίδα που του αξίζει και ας αρχίσουμε, έστω και αργά, να διαμορφώνουμε ένα κοινό που θα μπορεί κάποια στιγμή να κρίνει τις ταινίες με την αξία της τέχνης τους. Αφού πρώτα έχει μάθει με κάποιον - οποιονδήποτε τροπο - να τις βλέπει.

φεμαλε