Η «Regan» - ένας αναγραμματισμός του «anger» ανάμεσα σε πολλά άλλα - είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Πάνου Κατσιμπέρη, ο οποίος προσγειώνεται στο ελληνικό σινεμά με ένα υβρίδιο που τον κάνει αμέσως ορατό ως μια ανεξάρτητη, ιδιοσυγκρασιακή, φτιαγμένη από πολλά θραύμαστα σινεφιλίας και κοινωνικής αναφοράς, δύναμη.
Λίγο πριν κάνει την πρεμιέρα του αποκλειστικά από τις 19 Μαρτίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, ο Πάνος Κατσιμπέρης μιλάει στο Flix για τη δημιουργία της, την καλλιτεχνική δημιουργία γενικότερα, την αγωνία της καλλιτεχνικής δημιουργίας πρωταρχικά.
Τι είναι το «Regan»; Και ποια πορεία σε οδήγησε σε αυτό;
Η «Regan» είναι μια «οδύσσεια». Μια αναμέτρηση με το φόβο και την αυτοεκτίμηση. Τις έχω αυτές τις αναμετρήσεις στην καθημερινότητά μου, ήταν σχεδόν μονόδρομος να «γεννηθεί» κάτι τέτοιο.
Πώς ακριβώς ξεκίνησε η ιδέα της ταινίας και πώς εξελίχθηκε;
Αρχικώς, ήταν μια ιδέα για μικρού μήκους ταινία, που γράφτηκε πριν από περίπου δέκα χρόνια. Εκτοτε, επειδή πάντα κάτι μου έλειπε από την πορεία της ηρωίδας, προσέθετα πράγματα. Νομίζω είχα δεί ένα όνειρο κάποια στιγμή, έναν εφιάλτη σίγουρα. Είχε να κάνει με έναν χωρισμό αν θυμάμαι καλά. Δεν έβγαζε κανένα νόημα και έτσι κάθισα και το έγραψα για να το βλέπω και να γελάω. Μού φάνηκε τόσο αστείο που άρχιζα να το εμπλουτίζω. Ετσι κατέληξε σιγά-σιγά, μέσα σε αυτά τα χρόνια, στη μορφή που έχει σήμερα.
Ο Λιντς είναι ΤΕΡΑΣΤΙΑ επιρροή, όχι μόνο στη συγκεκριμένη ταινία, στον ψυχισμό μου τον ίδιο. Οι αναφορές είναι all over the place, νομίζω, σαν την ηρωίδα την ίδια. Ζουλάφσκι, Πολάνσκι, Ντράγερ, ο,τι έβρισκε μπροστά της πήγαινε και το αντέγραφε!»
Αν έπρεπε να βάλεις οπωσδήποτε ένα «genre» στην ταινία ποιο θα ήταν; Είναι μια ταινία υβριδική;
Eνα υβρίδιο, σίγουρα! Ποτέ δε θα καταφέρω να εξηγήσω τί ακριβώς είναι και πού ανήκει. Στο τέλος-τέλος, εγώ θα το λέω μια μαύρη κωμωδία κι ας μη συμφωνεί κανείς μαζί μου.
Ποιες είναι οι αναφορές σου. Θα έλεγε κάποιος γρήγορα τον Ντέιβιντ Λιντς, αλλά με ποια σινεφίλ εμπόδια μπήκες μέσα στο σύμπαν του «Regan»;
Πολύ «to-the-point» έκφραση τα σινεφίλ εμπόδια! Ξεκινάς με ένα κάρο αναφορές και φοβάσαι ότι θα πέσεις στην παγίδα της αντιγραφής, κάτι που καμιά φορά είναι και θεμιτό. Ο Λιντς είναι ΤΕΡΑΣΤΙΑ επιρροή, όχι μόνο στη συγκεκριμένη ταινία, στον ψυχισμό μου τον ίδιο. Οι αναφορές είναι all over the place, νομίζω, σαν την ηρωίδα την ίδια. Ζουλάφσκι, Πολάνσκι, Ντράγερ, ο,τι έβρισκε μπροστά της πήγαινε και το αντέγραφε!
Αν έπρεπε να ξεδιαλέξεις τις θεματικές της ταινίας ποιες θα έβαζες μπροστά: το θέμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, το τι σημαίνει να είσαι γυναίκα, η μητρότητα, ο εφιάλτης και το όνειρο;
Μπροστά βάζω πάντα το αδιέξοδο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, κυρίως επειδή αφορά όλα τα επόμενα – ή προέρχεται από αυτά. Ο γυναικείος ψυχισμός είναι κάτι το συναρπαστικό να τον ανακαλύπτεις. Η μητρότητα είναι κάτι οικουμενικό, έχει πολλές παραλλαγές. Και η «γέννηση» μιας ιδέας, ενός έργου, μητρότητα είναι. Τα όνειρα που γίνονται εφιάλτες, αναπόσπαστο κομμάτι της δημιουργίας, αλίμονο! Οπότε ναι, πρώτο πρώτο αυτό.
Πόσο queer είναι το «Regan»;
Δεν ήθελα ποτέ η κεντρική ηρωίδα να είναι μια «γυναίκα». Είναι στην ουσία ένα άφυλο ον, που το πετυχαίνουμε σε αυτή τη φάση, απλώς. Είναι ίσως περισσότερο… non-binary.
Το φόκους μόνο στην πρωταγωνίστρια ήταν μια ιδέα πρωτίστως αισθητική ή αφηγηματική; Πόσο εύκολο ήταν και τι προκλήσεις συνάντησες για να το πετύχεις;
Ηταν η πρώτη-πρώτη εικόνα που είχα στο μυαλό μου. Ενα άτομο μόνο του, αποκομμένο και περιστοιχισμένο ταυτόχρονα. Δε μού έδενε αλλιώς το αφήγημα. Δουλέψαμε πολύ και με τον DoP μου σε αυτό – ήταν μια «χορογραφία» κάθε κομμάτι αυτής της κινηματογράφησης, βοήθησε πολύ και η Ειρήνη σε αυτό, κουβαλούσε με χαρακτηριστική ευκολία κάθε σκηνή. Ηταν πρόκληση στα χαρτιά, στο αποτέλεσμα θεωρώ πως έχει μια αβίαστη ροή.
Σε πρώτη φάση, το ελληνικό σινεμά θα γίνει πραγματικά σύγχρονο όταν σταματήσει να είναι παλιό – χωρίς να θέλω να αναφερθώ σε πρόσφατα παραδείγματα… Προσπάθησα κι εγώ, με αυτήν την ταινία, να μιλήσω σε μια άλλη γλώσσα, χωρίς να την καταργώ κιόλας. Εχουμε πολλούς δημιουργούς που το θέλουν, το τολμούν. Αλλά η διανομή είναι, ίσως, το ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ πρόβλημα που αντιμετωπίζει το ελληνικό σινεμά σήμερα.»
Η ταινία είναι ανεξάρτητη και χειροποίητη. Εγινε από ανάγκη με αυτόν τον τρόπο; Είναι τελικά μονόδρομος για να κάνεις την πρώτη σου ταινία; Αν είχες μεγάλο budget τι θα ήταν διαφορετικό;
Για μένα ήταν μονόδρομος, ναι. Δεν πήρα χρηματοδότηση από πουθενά, επί δέκα χρόνια είχα μόνο αρνητικές απαντήσεις. Oταν είδα ότι είχα μόνος μου τη δυνατότητα να την πραγματοποιήσω, το προχώρησα. Πολλοί το κάνουν έτσι, ειδικά στην Ελλάδα πια είναι σχεδόν θεσμός! Οσον αφορά το budget, νομίζω το είχε πεί πολύ σωστά ο Λάνθιμος: «Με ένα μεγαλύτερο μπάτζετ το μόνο που αλλάζει είναι ότι θα πληρωθεί το συνεργείο»!
Που τοποθετείς την ταινία μέσα στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά; Υπάρχει ελπίδα να συναντήσουν κάποια στιγμή οι ταινίες σας το κοινό; Η ανεξάρτητη διανομή είναι υπέρ ή κατά για την κυκλοφορία της ταινίας;
Σε πρώτη φάση, το ελληνικό σινεμά θα γίνει πραγματικά σύγχρονο όταν σταματήσει να είναι παλιό – χωρίς να θέλω να αναφερθώ σε πρόσφατα παραδείγματα… Προσπάθησα κι εγώ, με αυτήν την ταινία, να μιλήσω σε μια άλλη γλώσσα, χωρίς να την καταργώ κιόλας. Εχουμε πολλούς δημιουργούς που το θέλουν, το τολμούν. Αλλά η διανομή είναι, ίσως, το ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ πρόβλημα που αντιμετωπίζει το ελληνικό σινεμά σήμερα. Ξεκινάει πρωτίστως από το ίδιο το κράτος, που δε βοηθά τους αιθουσάρχες με κίνητρα (οικονομικά) στήριξης της ελληνικής ταινίας. Πολύ μεγάλο θέμα, ίσως το πιο φλέγον. Αν δεν υπήρχε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, πολλές ταινίες και πολλοί δημιουργοί θα είχαν χαθεί στο Αλφα του Κενταύρου. Η ανεξάρτητη διανομή είναι μια εφήμερη λύση, δε λύνει το πρόβλημα, αντίθετα το προβάλλει ακόμα περισσότερο. Και αυτή η στήριξη που λέω παραπάνω, θα μάθει σιγά-σιγά το κοινό να μη φοβάται τόσο την ελληνική ταινία.
Πόσο είσαι εσύ η «Regan»;
Στο 110%.
Το «Regan» του Πάνου Κατσιμπέρη θα προβάλλεται από τις 19 Μαρτίου αποκλειστικά στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.
