Η Ανχελα, νεαρή φοιτήτρια της Σχολής Κινηματογράφου της Μαδρίτης, επιλέγει να εστιάσει την πτυχιακή της στην οπτικοακουστική βία. Ψάχνει ταινίες είδους που προβάλουν σκληρές κακοποιήσεις, βασανισμούς, δολοφονίες εν ψυχρώ. «Δεν έχω δει κάποιον άνθρωπο να σκοτώνεται μπροστά μου» λέει με αλαζονική αφέλεια στον Τσέμα, τον nerd, περίεργο συμφοιτητή της, ο οποίος έχει συλλογή από τέτοιες κασέτες και την προσκαλεί στο σπίτι του (ένα διαμέρισμα άντρο φρίκης από ακρωτηριασμένες κούκλες, αιματοβαμμένες αφίσες κι άλλα props τρόμου) για να τις δουν.
Μόνο που η Ανχελα δεν ξέρει σε ποιο λαγούμι επιλέγει να καταδυθεί. Οταν ανακαλύπτει τον σύμβουλο καθηγητή της νεκρό στο αμφιθέατρο της σχολής, όσο παρακολουθούσε μία τέτοια ταινία, η Ανχελα εμπλέκεται σε έναν κόσμο όπου οι φοιτήτριες εξαφανίζονται μυστηριωδώς και snuff ταινίες με τους βασανισμούς και τις αποτρόπαιες εκτελέσεις τους κυκλοφορούν σ' ένα μυστικό, παράνομο κύκλωμα. Ποιος τις σκηνοθετεί; Ποιος τις παραγγέλνει; Ποιος δολοφονεί;
To ντεμπούτο του Αλεχάντρο Αμενάμπαρ («Οι Αλλοι», «Η Θάλασσα Μέσα μου») το 1996 έσκασε με κρότο στο τοπίο του ισπανικού σινεμά, απέσπασε 7 βραβεία Goya και ανέδειξε το δημιουργό στην νέα σημαντική φωνή της εθνικής τους κινηματογραφίας. Δικαιολογημένα.
Με την Ανχελα ως alter ego του ο Αμενάμπαρ ξεφυλλίζει ηδονιστικά το γλωσσάρι των ταινιών τρόμου, πειραματίζεται με τα κάδρα, τον ήχο, τις φωτοσκιάσεις, και υποκλίνεται στους μεγάλους κλασικούς (ή καλτ) μάστερς με δεκάδες αναφορές και κλεισίματα ματιού. Ασφυκτικά κοντινά στο τρομαγμένο (αλλά και γοητευμένο με το μακάβριο) βλέμμα της ηρωίδας, χέρια που μπαίνουν στο κάδρο διστακτικά για να αγγίξουν κάτι, απόλυτο σκοτάδι που διαλύουν στιγμιαία οι κάφτρες σπίρτων, ανθρωποκυνηγητά στους διαδρόμους, εγκλωβισμοί στα υπόγεια, το σεξ, η ηδονή κι ο θάνατος σε ένα κοινό τζογάρισμα.
Το ταλέντο του στην κάμερα, αναμφισβήτητο και οι περισσότερες ιδέες -για την εποχή τους- ευρηματικές. Μόνο που η εμμονή με τις συνεχείς ανατροπές στο «whodunit» προδίδει την έλλειψη εμπειρία του 24χρονου τότε σκηνοθέτη, ο οποίος αδυνατεί να πετάξει με αυτοπεποίθηση τα περιττά κι έτσι αδυνατίζει το σφιχτό ρυθμό της αφήγησής του.
Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι από όλα όμως είναι ότι ένας νεαρός κινηματογραφιστής αναρωτιέται κι ερευνά ο ίδιος, όσα και η ηρωίδα του. «Σκοτώνει» το σινεμά; Είναι η κάμερα «όπλο» (την κινηματογραφεί πολές φορές έτσι - με το φακό σαν στόμιο μιας κάννης) Πόσο εμπνέει η βία της οθόνης την πραγματική; Είναι το κακό προφανές ή κρύβεται πίσω από φωτογενείς επιδερμίδες και έγκριτες συστημικές θέσεις;
Κι ακόμα κι αν φορμαλιστικά όλα τα κινηματογραφικά πειράματα με τη βία έχουν δοκιμαστεί, εξελιχθεί, αποδομηθεί και ξεπεραστεί τα τελευταία 30 χρόνια, το ερώτημα παραμένει καίριο, ανοιχτό κι ολόιδιο - από την ντουζιέρα του Χιτσκοκ μέχρι σήμερα: γιατί δεν μπορούμε να σταματήσουμε να κοιτάμε;

