H «Φάρμα των Ζώων», ήδη από τη σύλληψη της το 1945 ήταν ένα παραμύθι.
Δεν έχει σημασία αν προοριζόταν για ενήλικες, κρύβοντας μέσα της, αρχικά μια αλληγορία για την κατάληξη του οράματος της Ρώσικης Επανάστασης στον Σταλινισμό και τελικά διαχρονικά μια παραβολή για τους κινδύνους κάθε επανάστασης όταν η εξουσία συγκεντρώνεται στα… γουρούνια.
Γραμμένο με τη φυσικότητα μιας ιστορίας που λαμβάνει όντως χώρα σε μια φάρμα, με τα ζώα πρωταγωνιστές και την αποτυχημένη τους προσπάθεια να φτιάξουν μια κοινωνία, χωρίς ανθρώπους, όπου όλα τα ζώα θα είναι ίσα, το «οργισμένο» βιβλίο του Οργουελ κατάφερε να είναι τέτοιο μόνο επειδή η αρχική του εμπειρία ανάγνωσης λειτουργεί και χωρίς το «μήνυμα» που μεταφέρει. Όχι ότι υπάρχει κανείς - ακόμη και σε παιδική ή εφηβική ηλικία, τότε ή τώρα ή και για πάντα - που θα μπορούσε να ξεγελαστεί ότι πίσω από μια φαινομενικά ευανάγνωστη κυριολεκτική ιστορία δεν κρύβεται παρά μια αλληγορική δυστοπία.
Σαν παραμύθι αντιμετωπίζει τη «Φάρμα των Ζώων» και ο Αντί Σέρκις που βλέπει ένα έργο ζωής να παίρνει σάρκα και οστά 15 περίπου χρόνια μετά την αφετηρία του, (ασυνείδητα ή συνειδητα;) προφητικά πιο επίκαιρο σήμερα από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην Αμερική του Τραμπ και την Ευρώπη της ανόδου της Ακροδεξιάς. Και η απόφαση του είναι σωστή, αφού στη γκρίζα ζώνη που (δεν) επιβιώνουν πάντοτε τα animation για ενήλικες, η φιλοδοξία του είναι εύλογη για μια ταινία που μπορεί και θα έπρεπε να απευθύνεται και σε παιδιά και κυρίως μια ταινία που θα αφήσει το μήνυμα της να ξεδιπλωθεί μέσα από την πλοκή.
Κάπου εκεί σταματάνε οι όποιες αρετές της «Φάρμας των Ζώων» του 2026, τρίτης άτυχης μεταφοράς του βιβλίου του Τζορτζ Όργουελ, με πρώτη (και καλύτερη τελικά μέσα στο παράδοξο της ύπαρξής της) ένα ακόμη animation του 1954, χρηματοδοτημένο μάλιστα από τη CIA (!) και δεύτερη ένα αδιάφορο τηλεοπτικό live-action του 1999.
Στην εκδοχή του Σέρκις, όλα μοιάζουν λάθος.
Ακόμη και η εταιρία διανομής στην Αμερική, η Angel Studios με μότο ότι «αφηγείται ιστορίες που αναδεικνύουν το φως» και μερικά από τα πιο γνωστά και αμφιλεγόμενα «προϊόντα» της είναι, ανάμεσα σε ταινίες με καθαρό θρησκευτικό προσανατολισμό, το μελοδραματικό αλλά - το χειρότερο - προπαγανδιστικό «Sound of Freedom, Η Μελωδία της Ελευθερίας», ενώ πρόσφατα είδαμε και στις αίθουσες το αναλόγου προσανατολισμού «Δαβίδ: Το Αγόρι που Εγινε Θρύλος»
Το animation των Cinecite και Aniventure (ενδεικτικά αναφέρουμε στη λίστα των ταινιών τους το «Σκυλομπελάς») καμία πασχίζει να «διαφέρει» από μια γυαλισμένη και πολύχρωμη Disney εκδοχή των πραγμάτων, την ίδια στιγμή που το σενάριο του Νικόλας Στόλερ (γιατί να πάρεις τον σεναριογράφο μέτριων κωμωδιών όπως το «Fun with Dick and Jane» ή το «Yes Man» για να διασκευάσει ένα τόσο πολυεπίπεδο έργο;) ρέπει τελείως προς μια εκδοχή της Disney που δεν θα έκανε ούτε η Disney. Ανάμεσα σε χοντροκομμένα (έως και αεριούχα…) αστεία και μια αίσθηση ωμότητας που σε άλλες συνθήκες θα ταίριαζε με το θέ(α)μα, αλλά εδώ μοιάζει να παραγεμίζει στιγμές για να «γελάσει ο κόσμος», ο Σέρκις δεν ισορροπεί ανάμεσα σε μια επιτηδευμένη σοβαροφανή «εικόνα» και μια τελικά παιδική (με την κακή έννοια) ανάγνωση του Οργουελ.
Οι μικρές αλλαγές που επιχειρεί ο Σέρκις έχουν το νόημα τους. Ο Σνόουμπολ αλλάζει φύλο και γίνεται γυναίκα, αλλά τον «υποδύεται» με τη φωνή της η Λαβέρν Κοξ - στις ελληνικές αίθουσες η ταινία προβάλλεται μόνο μεταγλωττισμένη στα ελληνικά, οπότε χάνεται το παιχνίδι με τα φύλα. O μικρός Λάκι (με τη φωνή του Γκλεν Ματαράτσο στην αυθεντική εκδοχή) είναι χαρακτήρας που δεν υπάρχει στο βιβλίο, αλλά συνοδεύει τον θεατή στο «συναισθηματικό» ταξίδι της ιστορίας. Ο μεγάλος εχθρός δεν είναι ο Στάλιν, αλλά μια αδίστακτη καπιταλίστρια.
Ολες οι αλλαγές έχουν νόημα, εκτός από το γεγονός πως το φινάλε δεν είναι δυστοπικό, όπως όλη η ταινία μοιάζει να αποδιώχνει τον πυρήνα του βιβλίου του Τζορτζ Οργουελ, επιχειρώντας απλά το χρησιμοποιήσει για να ολοκληρώσει μια ανώδυνη και, χειρότερο από μη πολιτική, μια αδιάφορη ταινία όπου το αυθύπαρκτο γεγονός ενός φαύλου κύκλου που πνίγει τις επαναστάσεις γίνεται απλά ένα plot twist για να παίξει ο Σέρκις με τα γουρούνια που ανθρωπόμορφα (έτσι κι αλλιώς) προσπαθούν να σταθούν και στα δυο τους πόδια.
Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον, αν ο Σέρκις διασκεύαζε τη «Φάρμα των Ζώων» στην λογική που επικρατεί τα τελευταία χρόνια, αυτή της διόρθωσης, θέλοντας να εμφυσήσει μια ελπίδα για τη σημασία της επανάστασης και για την ανατροπή της προδιαγεγραμμένης κατάληξης των περισσότερων επαναστάσεων ιστορικά.
Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον, αν προσπαθούσε να κάνει μια ταινία για μικρότερα παιδιά, προσφέροντας τροφή για σκέψη κι ας υπαναχωρούσε στο φινάλε με μια συνολικά πιο light εκδοχή της κεντρικής πλοκής.
Δεν κάνει τίποτα από τα δύο, αλλά τελικά δεν ακολουθεί και την αίσθηση του Οργουελ που έγραψε τη «Φάρμα των Ζώων» σαν μια ιστορία που θα μεταφέρεται από γενιά σε γενιά προκειμένου να ενοχλήσει, να (ναι και αυτό όσο κι αν θα διαφωνούσε κανείς) διδάξει, να αλλάξει συνειδήσεις. Περίεργο από έναν εμπνευσμένο καλλιτέχνη που όχι μόνο έχει υποδυθεί το σκοτάδι υποδειγματικά (το Γκόλουμ στις τριλογίες του Πίτερ Τζάκσον αλλά και τον Σίζαρ στη σειρά ταινιών του «Planet of the Apes) αλλά η σωματικότητά του είναι ίσως το μόνο που διαισθάνεσαι ότι δίνει τη σφραγίδα του σε μια ταινία που φωνάζει, τραγουδάει, διακηρύσσει, χωρίς τελικά να ακούγεται καθόλου.

