Το να μεταφέρεις ένα παιδικό βιβλίο λίγων σελίδων στη μεγάλη οθόνη είναι πάντα μια λεπτή άσκηση ισορροπίας. Ο «Ψαρομουρμούρας» μοιάζει να το γνωρίζει αυτό, αλλά ποτέ δεν βρίσκει πραγματικά τον τρόπο να υπηρετήσει τη μικρή, ήσυχη καρδιά της ιστορίας του. Αντί να επενδύσει στη μελαγχολία και την τρυφερότητα που έκαναν το βιβλίο αγαπητό, επιλέγει τον δρόμο της υπερκινητικής περιπέτειας, γεμίζοντας σχεδόν κάθε λεπτό με θόρυβο, χρώμα και ασταμάτητη δράση.

Ζώντας σε ένα ετοιμόρροπο ναυάγιο, ο κύριος Φις ανακαλύπτει μια ημέρα έναν υπερκινητικό νεαρό θαλάσσιο δράκο, τον Πιπ -ο οποίος είχε μπερδέψει το σπίτι του με μάντρα-, να κλέβει τα υπάρχοντά του. Ο έντονος καβγάς που ακολουθεί αφήνει και τα δύο σπίτια τους ερείπια. Αλλά υπάρχει ελπίδα! Ξεκινώντας μια φαινομενικά αδύνατη αποστολή αναζητώντας τη μυθική «Λάμψη» για να τους πραγματοποιήσει μια ευχή, υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα: κάποιος άλλος τους κυνηγάει.

Ο Ρικάρντ Κούσοε σκηνοθετεί την ταινία σαν να φοβάται τη σιωπή. Η κάμερα βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση, οι σκηνές αλλάζουν με βιασύνη και το χιούμορ πέφτει με τέτοια συχνότητα ώστε τίποτα να μην προλαβαίνει να αποκτήσει βάρος. Το σενάριο προσπαθεί να μιλήσει για τη μοναξιά, τη φιλία και την ανάγκη να ξεφύγουμε από την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εμάς, όμως αυτές οι ιδέες χάνονται μέσα σε μια αφήγηση που μοιάζει να κυνηγά συνεχώς το επόμενο set piece αντί να χτίζει ουσιαστικά τους χαρακτήρες της.

Υπάρχουν στιγμές όπου η ταινία δείχνει τι θα μπορούσε να είχε υπάρξει. Οι σκηνές στα σκοτεινά βάθη του ωκεανού έχουν μια όμορφη αίσθηση απομόνωσης και το animation, όταν αφήνεται να αναπνεύσει, δημιουργεί εντυπωσιακές υδάτινες υφές και φωτισμούς. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι χαρακτήρες μοιάζουν άκαμπτοι και ανέκφραστοι, σαν να ανήκουν σε τηλεοπτική παραγωγή που μεγάλωσε τεχνητά για κινηματογραφική προβολή.

Kαι αυτό που καταλήγει να είναι μια μέτρια παιδική ταινία, που μοιάζει να μην εμπιστεύεται ποτέ πραγματικά τη δική της απλότητα. Κάτω από τα εκτυφλωτικά χρώματα και την ασταμάτητη κίνηση υπάρχει μια ιστορία που ήθελε να μιλήσει για τη θλίψη, την αποδοχή και τη σημασία της ανθρώπινης επαφής, όμως ποτέ δεν βρίσκει την ηρεμία που χρειάζεται για να ακουστεί πραγματικά.