Φεστιβάλ / Βραβεία

Berlinale 2026: Σίγουρα «Everybody Digs Bill Evans», αλλά την ταινία όχι τόσο πολύ

στα 10

Παγερά αποστασιοποιημένο και ενοχλητικά στυλιζαρισμένο, αυτό το jazz biopic είναι μία χαμένη ευκαιρία για ένα κινηματογραφικό «Peace Piece» βλέμμα στον μελαγχολικό, αυτοκαταστροφικό, iconic πιανίστα.

Berlinale 2026: Σίγουρα «Everybody Digs Bill Evans», αλλά την ταινία όχι τόσο πολύ

Μελαγχολία, στοχασμός, τρυφερότητα, ποίηση, αρμονία, τραγικότητα. Ακόμα κι αν δεν είναι ειδικός της τζαζ κανείς, μόλις ακουμπήσει τη βελόνα στο δίσκο «Everybody Digs Bill Evans» θα νιώσει - κι ας μην καταλάβει. Ο βιρτουόζος πιανίστας Μπιλ Εβανς (1929–1980), με σπουδές στην κλασική μουσική (οι επιρροές των Ραβέλ και Ντεμπισί, αλλά και του Μπαχ και του Ραχμάνινοφ είναι έντονες στο έργο του) ήταν εκείνος που διαμόρφωσε καθοριστικά τη σύγχρονη γλώσσα του τζαζ πιάνου: δεν περιορίστηκε στη δεξιοτεχνία, αλλά επαναπροσδιόρισε τη θέση του σ' ένα τζαζ τρίο, εισάγοντας έναν διαλογικό, ισότιμο τρόπο «συνομιλίας» με το κοντραμπάσο και τα τύμπανα. Αυτή η μοντέρνα αντιμετώπιση του όργανου υπήρξε καταλυτική — δημιούργησε έναν ήχο εσωτερικό, στοχαστικό, βαθιά ανθρώπινο. Για αυτό και ακροατές από όλο το μουσικό φάσμα συνδέονται με τη μουσική του τζαζίστα. Για αυτό... όλοι «γουστάρουν» τον Μπιλ Εβανς, όπως δηλώνει κι ο τίτλος του δίσκου.

Η ζωή του Εβανς είχε την ίδια ένταση και ευθραυστότητα με τη μουσική του — από τη μία, δημόσια καταξίωση, φήμη, δημιουργική κορύφωση. Από την άλλη, βύθισμα σε προσωπικά σκοτάδια, μοναξιά, απόγνωση. Βαθιά καταθλιπτικός — ίσως με κληρονομική προδιάθεση, καθώς ο αδελφός του αυτοκτόνησε το 1979 — πάλευε μάταια να αποτινάξει την εξάρτησή του από την ηρωίνη, έναν εθισμό που ο ίδιος χαρακτήριζε «αργή αυτοκτονία». Του στοίχισε σχέσεις με την οικογένεια, τους φίλους, τις συντρόφους του. Η μεγαλύτερη τραγωδία, που σημάδεψε και την καλλιτεχνική του πορεία, ήταν ο θάνατος του μπασίστα και «μουσικού soulmate» του, Σκοτ ΛαΦάρο — ένα γεγονός που σηματοδοτεί και την έναρξη της ταινίας.

Πώς θα μπορούσε μία κινηματογραφική βιογραφία να τα απεικονίσει όλα αυτά - αλλά χωρίς να καταφύγει σε μελοδραματισμούς και κλισέ; Να αποτυπώσει πώς μέσα από αυτές τις ρωγμές, ο Εβανς γεννούσε μουσική, ως μετουσίωση του πόνου σε αρμονία - μία διαρκή προσπάθεια να βρει τάξη και ομορφιά εκεί όπου η ζωή του παρέμενε σπαρακτική; Σίγουρα χρειαζόταν ένα ποιητικό κινηματογραφικό βλέμμα - μία ταινία που θα ξεπερνούσε τα όρια της μεγάλης οθόνης, θα σε έκανε να νιώσεις, όχι απλώς να θαυμάσεις, την τραγική ιδιοφυΐα.

Το 76ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου διεξάγεται φέτος από τις 12 μέχρι και τις 22 Φεβρουαρίου. Οπως κάθε χρόνο, το Flix βρίσκεται εδώ για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες μέσα από το ειδικό τμήμα του που ανανεώνεται συνεχώς.

bill evans O Mπιλ Εβανς

Προς τιμήν του, ο Ιρλανδός σκηνοθέτης Γκραντ Γκι (30 χρόνια πριν, με το «Meeting People is Easy», είχε ακολουθήσει τους Radiohead, στην «OK Computer» περιοδεία τους) δεν καταφεύγει σε ευκολίες, αλλά επιχειρεί μία πειραματική, στυλιζαρισμένη, ασπρόμαυρη προσέγγιση. Ομως οι ιδέες του, τολμηρές και δύσκολες, δεν είναι απαραίτητα κι επιτυχημένες. Καταργεί τη γραμμική αφήγηση (συνεχή rewind/fast forward στη ζωή του Εβανς από τα 50ς έως το θάνατό του στα 80ς) μοντάρει μοντέρνα και χαοτικά, ζουμάρει σε ακροδάχτυλα, χείλη, σταγόνες νερού, ποτήρια αλκοόλ - κουραστικά, επίμονα, ναρκισσιστικά. Η πρόθεση είναι ξεκάθαρη: ένα free-jazz σινεμά. Το αποτέλεσμα όμως είναι περισσότερο κακόηχο, παρά πολύσυλλεκτικό.

Ισως η φόρμα να λειτουργούσε, αν μία δεύτερη επιλογή δεν άφηνε κανένα περιθώριο στο θεατή για σύνδεση, επαφή, κατανόηση. Ο Γκι κρατά συνειδητά αποστάσεις από τον Εβανς. Τον διατηρεί αινιγματικό, εσωστρεφή, απροσπέλαστο σε κάθε ουσιαστική ανάγνωση. Ο υπέροχος Αντερς Ντάνιελσεν Λι («Ο Χειρότερος Ανθρωπος του Κόσμου») που τον ερμηνεύει μοιάζει να έχει την οδηγία να κουβαλά τον λαβωμένο ήρωά του ευγενικά, τρυφερά, μελαγχολικά αλλά μονότονα. Χωρίς διακυμάνσεις. Χωρίς μεταπτώσεις. Μία ερμηνεία που θυμίζει τις παύσεις στη μουσική - οι οποίες όμως χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν την μεταγενέστερη έντασή της. Κάτι που εδώ δεν συμβαίνει ποτέ.

bill evans press Αντερς Ντάνιελσεν Λι, Μπιλ Πούλμαν, Μπάρι Γουόρντ στη συνέντευξη Τύπου της ταινίας

Ακόμα και σκηνογραφικά, ο κόσμος της ταινίας είναι απόμακρος, οριακά ψεύτικος - μία επίσης συνειδητή απόφαση που θα έπρεπε να λειτουργεί δείχνοντάς μας την αποσύνδεση του Εβανς από τους γύρω του. Ομως, για παράδειγμα, η αλά Ντέιβιντ Λιντς θεατρικότητα του πατρικού σπιτιού δεν σε ανατριχιάζει, δεν ανοίγει ένα διάλογο για τις μητέρες (εξαιρετική Λόρι Μέτκαλφ) που δεν ήθελαν να καταλάβουν τι συνέβαινε στα παιδιά τους και τους πατέρες (στιβαρός Μπιλ Πούλμαν) που κυνήγησαν το αμερικάνικο όνειρο και έχασαν τις ζωές τους. Μόνο σε παγώνει, σε αποξενώνει, σε κρατά εκτός.

Οι τίτλοι αρχής της ταινίας δημιουργούν μία υπόσχεση. Μπαίνουμε στο Village Vanguard, όσο πάνω στη σκηνή ερμηνεύει το τρίο του Εβανς (με τον Σκοτ ΛαΦάρο στο μπάσο και τον Πολ Μότιαν στα ντραμς). Ο DP Πιρς ΜακΓκρέιλ φωτογραφίζει σε γυαλιστερό ασπρόμαυρο, η τζαζ γεμίζει την οθόνη, την ξεπερνά - δεν είναι σάουντρακ, είναι παρουσία. Αυτό όμως μετά εξαφανίζεται. Το πιάνο του Εβανς δεν υπάρχει.

Οπότε αν απουσιάζει η μουσική του, κι ο ίδιος παραμένει φάντασμα, τι μένει για να dig κανείς;

Το 76ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου διεξάγεται φέτος από τις 12 μέχρι και τις 22 Φεβρουαρίου. Οπως κάθε χρόνο, το Flix βρίσκεται εδώ για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες μέσα από το ειδικό τμήμα του που ανανεώνεται συνεχώς.