Η Αμάντα είναι μία 50χρονη καθηγήτρια, χωρισμένη μητέρα της έφηβης Σάρα, αλλά και «κηδεμόνας» της 80ς μητέρας της Λέσλι, η οποία πάσχει από γεροντική άνοια. Για να τη φροντίσει, μετακομίζει προσωρινά στο Λονδίνο, αδυνατώντας να εμπιστευτεί πλήρως τον 85χρονο πατριό της, Μάρτιν. Η ασθένεια είναι εκφυλιστική κι απρόβλεπτη. Θεωρητικά, η Λέσλι θα έπρεπε να βρίσκεται σε μια εξειδικευμένη δομή φροντίδας. Ο Μάρτιν όμως αρνείται κατηγορηματικά. Παραμένει βαθιά ερωτευμένος με «το κορίτσι του». Θέλει ο ίδιος να τη φροντίζει: να τη λούζει, να τη ντύνει, να της δίνει τα φάρμακά της, να πηγαίνουν χεράκι χεράκι την καθημερινή τους βόλτα στο πάρκο.
Οπως θέλει να κάνουν και σεξ - κάτι που σοκάρει την Αμάντα. Πιστεύει πως η μητέρα της, χαμένη μέσα στον ωκεανό της σύγχυσης, δεν είναι σε θέση να δώσει συνειδητή συγκατάθεση. Οσο κι αν ο Μάρτιν ισχυρίζεται ότι το ζευγάρι έχει ένα δέσιμο και μία επικοινωνία που κανείς άλλος δεν μπορεί να κρίνει, στα μάτια της της Αμάντα αυτό που συμβαίνει είναι βιασμός. Για αυτό καλεί την αστυνομία, για να τον τρομάξει, για να τον σταματήσει. Ομως η καταγγελία της ανοίγει τον ασκό του Αιόλου. Μία αλυσιδωτή αντίδραση ξεκινά κι ένα τεράστιο ηθικό βάρος αποφάσεων κρέμεται πάνω από τα κεφάλια όλων όσων αγαπούν την Λέσλι. Γιατί η αγάπη δεν σημαίνει απαραίτητα και δικαίωμα ορισμού της ζωής του άλλου.
Και αν δεν έφταναν όλα αυτά, η Σάρα ζει την πρώτη σεξουαλική της αφύπνιση - κάτι που μοιάζει να περνά οριακά απαρατήρητο από το ραντάρ της Αμάντα. Σε πόσα σώματα ταυτόχρονα να είναι μητέρα;
Το 76ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου διεξάγεται φέτος από τις 12 μέχρι και τις 22 Φεβρουαρίου. Οπως κάθε χρόνο, το Flix βρίσκεται εδώ για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες μέσα από το ειδικό τμήμα του που ανανεώνεται συνεχώς.
Ο Λανς Χάμερ (« Ballast», 2008) άργησε να κάνει δεύτερη ταινία. Ισως όμως να άξιζε τον κόπο ότι πήρε το χρόνο του για να γράψει και να σκηνοθετήσει τόσο περίτεχνα, τόσο ντελικάτα, τόσο αφοπλιστικά ωμά αυτή την ιστορία.
Μάς προσγειώνει όλους από την αρχή στο κρεβάτι του υπερήλικου ζευγαριού, για να μας σοκάρει. Μάς εγκλωβίζει στην κουρασμένη απόγνωση της κόρης που σταδιακά χάνει το κριτήριο του σωστού και του λάθους. Συνδεόμαστε με την τρυφερότητα του συζύγου, νιώθουμε την αγάπη του, ζούμε το θυμό του καθώς όλοι οι υπόλοιποι δεν ξέρουν τη σχέση του με τη γυναίκα του. Παράλληλα, το βλέπουμε. Το βλέπουμε το χαμένο βλέμμα της Λέσλι. Δεν μπορούμε να το διαβάσουμε. Δεν μπορεί κανείς να το αποκωδικοποιήσει. «Δεν είναι η σύζυγός σου πια, δεν είναι η μητέρα μου. Αυτή η γυναίκα, χάθηκε για πάντα...» ξεσπά η Αμάντα με απελπισία. Ποιος έχει δίκιο; Ο Χάμερ μετακινεί συνεχώς τα όρια, τοποθετεί την κάμερα πότε δίπλα και πότε απέναντι, κι ανάλογα επανατοποθετούμαστε κι εμείς σε ένα ειλικρινές, σκληρό, απαιτητικό ηθικό διάλογο.
Και αν όσα συμβαίνουν στην οθόνη μοιάζουν επιτακτικά, κατεπείγοντα, ενοχλητικά, αλλά ταυτόχρονα ανθρώπινα, οικεία και αμείλικτα έντιμα, είναι γιατί ο Χάμερ έχτισε την ταινία μετά από ενδελεχή έρευνα. Πολύ πριν γίνουν τα γυρίσματα στο Λονδίνο, το σενάριο διαμορφώθηκε μέσα από εντατικές πρόβες και τη συμβολή ειδικών από τις κοινωνικές υπηρεσίες και την αστυνομία, κάποιοι από τους οποίους έμειναν για να υποδυθούν μυθοπλαστικές εκδοχές του εαυτού τους.
Ο Χάμερ (αν κι Αμερικανός) φρόντισε με την ίδια αριστοτεχνική σχολαστικότητα και τις λεπτομέρειες της ζωής στην Αγγλία που, αν τις πετύχεις, μεταγγίζουν αληθινή ζωή και στο σχήμα της ταινίας σου. Ολα τα αισθάνεσαι αληθινά - από τα πατώματα που τρίζουν σε κάθε βήμα, τη θέα της παντού τσιμεντωμένης μητρόπολης του Λονδίνου που υπέκυψε στο απρόσωπο gentrification, τα κασκόλ που τυλίγει τρυφερά η Αμάντα τη μαμά της, τα μπουφάν της Gen Z.
Πάνω από όλα όμως, οι συγκλονιστικές ερμηνείες του πρωταγωνιστικού τρίο σε κάνουν να συνδεθείς αληθινά με τους ανθρώπους. Η Ζιλιέτ Μπινός περπατά στην κόψη του ξυραφιού - πότε δυναμική, πότε σπαρακτική. Πάντα ανασφαλής. Παίζει την κάθε σκηνή της με μία ατόφια, αφιλτράριστη κούραση. Αυτή που αναγνωρίζει κάθε άνθρωπος που έχει υποστεί την ευθύνη ενός ηλικιωμένου γονέα. Ο πάντα υπέροχος Τομ Κόρτνεϊ κρατά με αυτοπεποίθηση τα όρια ανάμεσα στην γλυκύτητα, τη στοργή, την αγανάκτηση, την απόλυτη ματαίωση.
Εκείνη όμως που πιστεύουμε ότι θα φύγει από την Berlinale με βραβείο είναι η Ανα Κόλντερ-Μάρσαλ. Η τηλεοπτική και θεατρική κυρίως Αγγλίδα ηθοποιός ερμηνεύει τη Λέσλι συγκλονιστικά, αλλά με καθαρότητα - χωρίς επιτήδευση, υπερβολές και ευκολίες. Δεν αποποιείται απλώς την εγκεφαλική νόηση της ηρωίδας της. Κάνει κάτι ακόμα πιο δύσκολο Την γδύνει από κάθε ίχνος προσωπικότητας, αλλά επιτρέπει ακαριαίες εκλάμψεις μεγαλείου. Κι αυτές οι στιγμές είναι που σε συντρίβουν, γιατί φωτίζουν πόσο άδικη μπορεί να είναι αυτή η ασθένεια.
Θα μιλούσαμε για αριστούργημα αν ο Χάμερ δεν είχε υποπέσει στην παγίδα των πολλαπλών φινάλε - με το τελικό να έχει και μία συζητήσιμη ηθική διάσταση. Ομως το σύνολο της διαδρομής σε αυτή την φουρτουνιασμένη θάλασσα, μας ταρακούνησε, μάς έπνιξε και μας ξέβρασε από την αίθουσα ναυαγούς των (μετακινημένων) σκέψεών μας. Κι όταν τα καταφέρνει αυτό μία ταινία, δεν μπορεί παρά να είναι σπουδαία.
Το 76ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου διεξάγεται φέτος από τις 12 μέχρι και τις 22 Φεβρουαρίου. Οπως κάθε χρόνο, το Flix βρίσκεται εδώ για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες μέσα από το ειδικό τμήμα του που ανανεώνεται συνεχώς.
