[προσοχή: Το παρακάτω κείμενο δεν αποκαλύπτει σημαντικά τμήματα της πλοκής που έχουν νόημα για την αφήγηση της ταινίας, ωστόσο για τις ανάγκες της κριτικής αναφέρεται μόνο σε πράγματα τα οποία έχουν αποκαλυφθεί από διάφορα τρέιλερ και φωτογραφίες. Eνδέχεται, ωστόσο, να χαλάσει εκπλήξεις για όποιον θεατή θέλει να δει την ταινία χωρίς να γνωρίζει τίποτα, γι' αυτό και προτείνουμε να διαβάσετε το κείμενο αφού έχετε δει την ταινία.]

Η βαριά κληρονομιά του «Scream» δεν είναι απλώς ένα ακόμα κεφάλαιο στην ιστορία των slasher. Είναι το σημείο καμπής που αναδιαμόρφωσε το είδος, το αποδόμησε, το ειρωνεύτηκε και ταυτόχρονα το αναγέννησε. Η θέση του κλασικού έργου του Γουές Κρέιβεν δεν είναι αδιαμφισβήτητη μόνο μέσα στο πάνθεον του κινηματογραφικού τρόμου αλλά και στον ευρύτερο χώρο της ποπ κουλτούρας, όπου το Ghostface έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς θεατών που έμαθαν να φοβούνται γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι βλέπουν μια ταινία που σχολιάζει τον ίδιο της τον εαυτό.

Αυτή την κληρονομιά καλείται να διαχειριστεί το «Scream 7», το οποίο από τα πρώτα του λεπτά δείχνει πως σκοπεύει να επιστρέψει στη ρίζα (του κακού), πίσω στο (πατρικό) σπίτι από που όλα ξεκίνησαν, όχι για να αποδομήσει το τραύμα, αλλά για να τα κάνει όλα στάχτη και μπούρμπερη. Η διάθεση είναι επιθετική, σχεδόν προκλητική, σαν να θέλει να τινάξει στον αέρα ό,τι ξέραμε για τη σειρά. Ωστόσο, όσο η ταινία προχωρά, γίνεται σαφές ότι η καταστροφή που επιχειρεί δεν συνοδεύεται από μια ισάξια δημιουργική αναγέννηση.

Oταν ένας νέος δολοφόνος Ghostface εμφανίζεται στην ήσυχη πόλη όπου η Σίντνεϊ Πρέσκοτ έχει χτίσει μια νέα ζωή, οι πιο σκοτεινοί της φόβοι γίνονται πραγματικότητα, καθώς η κόρη της γίνεται ο επόμενος στόχος του. Αποφασισμένη να προστατεύσει την οικογένειά της, η Σίντνεϊ πρέπει να αντιμετωπίσει τους τρόμους του παρελθόντος της για να βάλει ένα τέλος στην αιματοχυσία μια για πάντα.

Οι ταινίες «Scream» δεν ήταν ποτέ απλά ιστορίες με μασκοφόρους δολοφόνους. Hταν σάτιρες του ίδιου του κινηματογραφικού τρόμου και συχνά καυστικά σχόλια για την κατάσταση του Χόλιγουντ και της βιομηχανίας συνολικά. Το «Scream 5» έβαλε στο στόχαστρο τη μανία των remake, prequels και reboots, χαρίζοντας μας τον όρο requel και έναν εύστοχο αυτοσαρκασμό για την ανακύκλωση ιδεών. Το «Scream VΙ» σχολίασε τα ίδια τα franchises και την ασφυκτική τους κληρονομιά. Το έβδομο μέρος επιχειρεί να στραφεί στη θεματική της τεχνητής νοημοσύνης, με ένα σχόλιό του παραμένει απλοϊκό και επιφανειακό, περισσότερο μια αφορμή για ατάκες παρά μια ουσιαστική τοποθέτηση, και να χώσει το μαχαίρι βαθιά εκεί που πονάει περισσότερο: στη νοσταλγία.

Ομως, όπως γίνεται εξάλλου τις περισσότερες φορές, οι ταινίες που επικεντρώνεται μόνο στη νοσταλγία για να τραβήξουν το κοινό τους, χωρίς να έχουν τίποτα καινούργιο να πουν, γίνονται οι ίδιες τα θύματα των χειραγωγήσεων τους. Κι αυτό, μια ταινία σαν το «Scream», έπρεπε να το ξέρει καλά.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Κέβιν Γουίλιαμσον επιστρέφει στο franchise μετά από 15 χρόνια (από το «Scream IV»), αυτή τη φορά όχι στο σενάριο, αλλά στην σκηνοθεσία. Είναι σίγουρα ο άνθρωπος που ξέρει το franchise καλύτερα από κάθε άλλον. Η σκηνοθεσία του δεν είναι το πρόβλημα εδώ, μιας και η κάμερά του ξέρει πώς να χτίζει ένταση και σε ορισμένες σκηνές καταφέρνει να προκαλέσει αυθεντική ανατριχίλα. Δημιουργεί σασπένς με τις σκιές, τις αντανακλάσεις αλλά και τη δράση, όπως τη στιγμή που η Σίντνεϊ και η κόρη της τρέχουν να ξεφύγουν από τον Ghostface μέσα από τους τοίχους διαθέτει ρυθμό και ατμόσφαιρα. Σε μια άλλη σκηνή, σε έναν χώρο γεμάτο αναμνηστικά από προηγούμενες σφαγές, η αντιπαράθεση με τον Ghostface δημιουργεί στιγμιαία την αίσθηση ότι η σειρά κοιτάζει κατάματα το παρελθόν της. Εκεί ο φακός λειτουργεί υποδειγματικά, με το gore και τη βία να συνεχίζει να χτυπά... φλέβα.

Οχι, το πρόβλημα της ταινίας δεν βρίσκεται στην σκηνοθεσία αλλά στο σενάριο, το οποίο μοιάζει να ανακυκλώνει ιδέες χωρίς να τις εξελίσσει.

Η ταινία επενδύει σχεδόν αποκλειστικά στη νοσταλγία, επαναφέροντας τη Νιβ Κάμπελ, την Κόρντεϊ Κοξ στους ρόλους της Σίντνεϊ Πρέσκοτ και Γκέιλ Γουέδερς αντίστοιχα (πάντα υπέροχες στους ρόλους τους) και ακόμη και εμβληματικούς κακούς της πρώτης τριλογίας του Κρέιβεν, με προεξέχοντα τον Μάθιου Λίλαρντ. Αντί όμως αυτή η επιστροφή να λειτουργήσει ως γόνιμο έδαφος για ένα σχόλιο στην κλασική τριλογία, να έχει τα κότσια να την αποδομήσει εκ των έσω και να αναγεννήσει το franchise καταλήγει να θυμίζει τελετουργική αναπαράσταση παλιών επιτυχιών. Η νοσταλγία γίνεται αυτοσκοπός και όχι εργαλείο αφήγησης, και όπως έχει αποδειχθεί επανειλημμένα, όταν μια ταινία δεν έχει κάτι φρέσκο να πει, η επίκληση του παρελθόντος δεν αρκεί. Ακόμη και η αποκάλυψη του δολοφόνου μοιάζει ως ένα κακόγουστο αστείο και τόσο random, χωρίς να έχει αυτό το κάτι που θα σε έκανε πραγματικά να μείνεις με το στόμα ανοιχτό, σε αφήνει να αναρωτιέσαι αν ήταν όντως ηθελημένα κακό ή απλά γραμμένο από κάποιο chatgpt (meta πάνω στο meta σχόλιο ίσως; Ποιος ξέρει...)

Αυτή η μετα-κινηματογραφική ειρωνεία, που υπήρξε το μεγάλο ατού της σειράς, εδώ ακούγεται κουρασμένη και (το χειρότερο) άτολμη. Το σχόλιο για την τεχνητή νοημοσύνη περιορίζεται σε επιφανειακές παρατηρήσεις και δεν αποκτά ποτέ το βάθος ή τη σαρκαστική οξύτητα που χαρακτήριζε τα προηγούμενα κεφάλαια. Αντί για μια τολμηρή αποδόμηση της σύγχρονης κινηματογραφικής πραγματικότητας, παίρνουμε μια ιστορία που μοιάζει να φοβάται να πάει μέχρι τέλους, καταλήγοντας σε μια ταινία που διαθέτει τεχνική αρτιότητα και μεμονωμένες στιγμές έντασης, αλλά στερείται ουσιαστικής δραματουργικής βάσης. Η βαριά κληρονομιά που κουβαλά δεν μετατρέπεται σε δημιουργική ώθηση αλλά σε βάρος που την καθηλώνει.

«Σου αρέσουν οι τρομακτικές ταινίες;» Η ερώτηση που κάποτε ακούστηκε σαν πρόκληση, προκαλώντας ρίγος, επιστρέφει εδώ σαν ηχώ, σε ένα από τα πιο generic και άτολμα κεφάλαια της σειράς. Και αυτή τη φορά, όσο κι αν θέλεις να απαντήσεις καταφατικά, η εμπειρία δεν σε ανταμείβει με τον ίδιο ενθουσιασμό, αφήνοντάς σε να αναρωτιέσαι αν το franchise χρειάζεται πράγματι μια νέα σφαγή ή απλώς μια πραγματικά νέα ιδέα.