Ενας μεσήλικος άντρας περιμένει μία 20χρονη κοπέλα σ' ένα εστιατόριο στη Μαδρίτη. Η συνεύρεση τους ατσούμπαλα ευγενική, η κουβέντα τους μοιάζει να ακροπατά σε λεπτό πάγο. Κάτω από στρώσεις αβρότητας, κάτι ελλοχεύει, κάτι σιγοβράζει. Εκείνος είναι Οσκαρικός σκηνοθέτης, ο οποίος τα τελευταία 13 χρόνια ζούσε και δούλευε στην Νέα Υόρκη. Εκεί παντρεύτηκε, εκεί έκανε τα 2 αγόρια του, από εκεί μετακόμισε τους πάντες ξανά στη γενέτειρά του. Γιατί έχει στόχο κι αποστολή. Οπως εξηγεί ο Εστέμπαν στην Εμίλια, επέστρεψε για να γυρίσει μία φιλόδοξη ταινία εποχής για το άγνωστο αποικιοκρατικό παρελθόν της Ισπανίας στη Β. Σαχάρα. Και της προτείνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πέραν από την ταινία όμως, η «αποστολή» είναι τα παιδιά του να μεγαλώσουν στην Ισπανία, να συνδεθούν με τον τόπο καταγωγής τους. Κι ο ίδιος να επανασυνδεθεί μαζί της, την κόρη που εγκατέλειψε όταν ήταν εκείνη μικρή κι όταν εκείνος ήταν ακόμα enfant terrible - αλαζονικός, νάρκισσος, εθισμένος στο αλκοόλ. Η Εμίλια -αφανής ηθοποιός με μικρούς τηλεοπτικούς ρόλους- αποδέχεται διστακτικά την πρότασή του, συνεργείο και ηθοποιοί μετακομίζουν στο νησί Φουερτεβεντούρα (που θα χρησιμοποιηθεί ως «Σαχάρα») και τα γυρίσματα ξεκινούν. Και μαζί, κι ένας ανεμοστρόβιλος εντάσεων, ενοχών, τραύματος, αναμόχλευσης ωμών, καταπιεσμένων συναισθημάτων. Θα καταφέρει αυτός ο πατέρας την εξιλέωση; Θα θεραπεύσει τον παιδικό πόνο που προκάλεσε; Ή όλα γίνονται για μία ταινία και... είναι μία ταινία;
Τι θα συνέβαινε αν η «Νορα» (Ρενάτε Ρέινσβε) της «Συναισθηματικής Αξίας» δεν απέρριπτε, αλλά έλεγε ναι στην πρόταση του Γκούσταβ (Στέλαν Σκάσγκααρντ), του αντίστοιχα αποξενωμένου πατέρα της για να παίξει στην ταινία του; Πώς θα εξελισσόταν οι ηλεκτρισμένες δυναμικές της σχέσης, οι μεταξύ τους συγκρούσεις - πώς θα πήγαινε το γύρισμα;
Ισως κάπως έτσι, όπως τα φαντάστηκε ο Ροντρίγκο Σορογκόγιεν («Ο Εχθρός Δίπλα Μου», «Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει», «Ο Εκπτωτος«) και η πιστή συνσεναριογράφος του Ιζαμπέλ Πένια. «Πρόκειται για μία ιστορία προδοσίας, εγκατάλειψης, αγάπης» είχε εξηγήσει σε εκείνο το καφέ ο Εστέμπαν στην κόρη του το ιστορικό δράμα που είχε στο μυαλό του - αλλά μήπως, ασυνείδητα, μιλούσε για την ταινία της ζωής τους;
Με φόντο τον αφιλόξενο ξερότοπο της Φουερτεβεντούρα, οι συνευρέσεις πατέρα-κόρης, εντός κι εκτός πλατό, μοιάζουν με ηφαίστειο που σιγοκαίει. Ο Σορογκόγιεν άλλωστε είναι μάστερ του να προσφέρει μόνο την άκρη του νήματος της αφήγησης, να κρατά καλά κρυμμένα τα μυστικά του παρελθόντος, δοκιμάζοντας όρια κι αντοχές και φτάνοντας το συναισθηματικό σασπένς στα κόκκινα. Διάλογοι γεμάτοι υπονοούμενα, απόηχους ενός ένοχου παρελθόντος, σταδιακές αποκαλύψεις. Ολα κινούνται κάτω από την επιφάνεια, αλλά η υπόγεια έκρηξη θα είναι δυνατότερη - και θα ξεράσει οργή, πόνο, υποκρισία.
Στυλιστικά, ο Ισπανός σκηνοθέτης θα πειραματιστεί με το εύρημα της «ταινίας μέσα στην ταινία» και της «πραγματικής ζωής που διαχέεται μέσα στο ψέμα του σινεμά», παίζοντας με τα φορμά (τετράγωνο κάδρο, αμιξάριστος ήχος, ασπρόμαυρο) προσπαθώντας να μάς θυμίσει ότι τίποτα δεν είναι αληθινό, όμως όλα πονάνε. Μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Γιατί, ο κακός εαυτός του Εστέμπαν βγαίνει και σ' έναν άλλο «πατρικό» του ρόλο - ως κηδεμόνας, ηγέτης, φροντιστής την οικογένειας του συνεργείου. Η αλαζονεία, ο υπέρμετρος εγωισμός, τα θυμικά του ξεσπάσματα στο γύρισμα ωθούν κόσμο να παραιτηθεί. Ειρωνικά, η πίεση κι ο εξευτελισμός της Εμίλια σε μία λήψη την κάνουν να δώσει την ερμηνεία της ζωής της. Ομως, άλλαξαν οι εποχές που κάτι τέτοιο συγχωρούνταν. Τώρα, το σχόλιο του Σορογκόγιεν είναι σαφές: οι κακοποιητικές συμπεριφορές στα κινηματογραφικά παρασκήνια δεν είναι «tough love». Και δεν είναι προνόμιο ενός genius σκηνοθέτη.
«Η Λιβ Ούλμαν είχε πει κάποτε: όσο πιο κοντά πλησιάζει ο κινηματογραφικός φακός, τόσο περισσότερο να πετάς τη μάσκα σου». Δεν το λέει απλώς ως σκηνοθετική οδηγία ο Εστέμπαν στην Εμίλια. Το εφαρμόζει ως κανόνα ο Σορογκόγιεν στη χορογραφία με τους ηθοποιούς του. Γιατί αυτή η ταινία δε θα μπορούσε παρά να πατάει πάνω τους. Η Βικτώρια Λουένγκο, τόσο νατουραλιστική τόσο φρέσκια, με δυο ελαφίσια μάτια που κουβαλούν ταυτόχρονα αθωότητα, θυμό και μια υπόγεια λαχτάρα αποδοχής.
Κι ο Χαβιέ Μπαρδέμ μοιάζει να έχει πετάξει τα περιττά. Με ένα σκαμμένο πρόσωπο που μαρτυρά δεκαετίες εμπειρίας κι αυτοπεποίθησης στην εκφραστική του ένταση, παραδίδει μία ερμηνεία χρυσών ισορροπιών. Δεν υπάρχει ούτε μία παραφωνία στο παίξιμό του. Κάθε βλέμμα, κάθε ήχος, κάθε χειρονομία έχει λόγο, αλάνθαστη τονικότητα, σωστή θερμοκρασία κι εκτελείται με χειρουργική ακρίβεια.
«Τι συνέβη; Η ζωή. Αυτό συνέβη» ξεσπά στην παραγωγό του ο Εστέμπαν σε μία υπέροχη σκηνή όπου το μόνο καταφύγιο από τον άγριο αέρα της έρημου της Φουερτεβεντούρα είναι ένα κούφωμα, μία πόρτα μίας στάσης όπου περιμένουν το ταξί της διαφυγής τους. Τι άλλο είναι και μια ταινία, μία σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα, παρά ένα τέτοιο απάγκιο που μπορεί να προσφέρει ασφάλεια αλλά κι αντικατοπτρισμό όσων στη ζωή ραπίζουν ανελέητα. Μας προδίδουν, μάς εγκαταλείπουν, μας αγαπάνε.
