Λίγοι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας έχουν καταφέρει μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα να αποκτήσουν τόσο ισχυρή κινηματογραφική παρουσία όσο ο Αντι Γουάιρ. Το πρώτο του μεγάλο χτύπημα στη μεγάλη οθόνη ήρθε με την «Διάσωση», την ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ που μετέτρεψε ένα πυκνό, γεμάτο επιστημονικές λεπτομέρειες μυθιστόρημα σε μια από τις πιο ευχάριστες και αισιόδοξες διαστημικές περιπέτειες της σύγχρονης εποχής. Η ιστορία ενός ανθρώπου που παλεύει μόνος του στον Αρη έδειξε πως η επιστήμη, όταν συνδυάζεται με χιούμορ και ανθρώπινη ευρηματικότητα, μπορεί να γίνει συναρπαστικό κινηματογραφικό θέαμα.
Με το «Αποστολή Χαίρε Μαρία» η πρόκληση ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Το μυθιστόρημα του Γουάιρ είναι πιο φιλόδοξο, πιο σύνθετο και κυρίως πιο φιλοσοφικό ως προς τα ανθρώπινα μηνύματά του. Οι σκηνοθέτες Φιλ Λορντ και Κρίστοφερ Μίλερ καλούνται να μεταφέρουν μια ιστορία που κινείται ανάμεσα στη σκληρή επιστημονική φαντασία και σε μια συγκινητική αλληγορία για τη φιλία και τη συνεργασία. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που παραμένει θεαματική αλλά ταυτόχρονα κρατά τον πυρήνα της ανθρώπινης ιστορίας στο επίκεντρο.
Ο καθηγητής φυσικών επιστημών Ράιλαντ Γκρέις ξυπνάει σε ένα διαστημόπλοιο έτη φωτός μακριά από το σπίτι του χωρίς να θυμάται ποιος είναι ή πώς βρέθηκε εκεί. Καθώς η μνήμη του αρχίζει να επιστρέφει, αρχίζει να ανακαλύπτει την αποστολή του: να λύσει τον γρίφο της μυστηριώδους ουσίας που προκαλεί το σβήσιμο του ήλιου. Πρέπει να επιστρατεύσει τις επιστημονικές του γνώσεις και τις κάπως ανορθόδοξες ιδέες του για να σώσει τη Γη από την εξαφάνιση... αλλά μια απροσδόκητη φιλία ίσως τον βοηθήσει ώστε να μην χρειαστεί να το κάνει μόνος του.
Η σκηνοθεσία των Λορντ και Μίλερ αποδεικνύεται πιο ώριμη απ’ όσο θα περίμενε κανείς από δημιουργούς που έχουν συνδεθεί κυρίως με κωμικές ταινίες. Το φιλμ διατηρεί το χιούμορ που χαρακτηρίζει το ύφος τους, αλλά το χρησιμοποιεί με μέτρο, με το διάστημα παρουσιάζεται με εντυπωσιακή κλίμακα, ενώ οι εσωτερικοί χώροι του διαστημοπλοίου έχουν μια απτή, σχεδόν βιομηχανική υφή. Ενα από τα πιο ευχάριστα στοιχεία της παραγωγής είναι ότι πολλά από τα σκηνικά και τα εφέ δημιουργήθηκαν πρακτικά. Τα τμήματα του σκάφους, οι μηχανισμοί και τα εργαστήρια δεν μοιάζουν με ψηφιακές επιφάνειες αλλά με πραγματικούς χώρους στους οποίους ο πρωταγωνιστής μπορεί να κινηθεί και να αλληλοεπιδράσει.
Το σενάριο του Ντρου Γκόνταρ καταφέρνει να συμπυκνώσει την επιστημονική πολυπλοκότητα του βιβλίου χωρίς να χάνει τον συναισθηματικό πυρήνα της ιστορίας. Εκεί όπου το μυθιστόρημα αφιερώνει σελίδες ολόκληρες σε υπολογισμούς και πειράματα, η ταινία μεταφράζει αυτές τις διαδικασίες σε δραματικές σκηνές ανακάλυψης. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές είναι η πρώτη επικοινωνία του Γκρέις με τον εξωγήινο μηχανικό Ρόκι. Οι δυο τους βρίσκονται σε διαφορετικά σκάφη και αρχικά ανταλλάσσουν μαθηματικά σήματα και ήχους, προσπαθώντας να καταλάβουν αν μπορούν να επικοινωνήσουν, καθώς εξελίσσεται σταδιακά από επιστημονικό πείραμα σε μια απροσδόκητα συγκινητική στιγμή, όπου δύο τελείως διαφορετικοί πολιτισμοί ανακαλύπτουν ότι μπορούν να συνεννοηθούν.
Από εκεί και πέρα η ταινία αποκτά μια σχεδόν απρόσμενη ζεστασιά. Η σχέση ανάμεσα στον Γκρέις και τον Ρόκι θυμίζει κλασικά κινηματογραφικά δίδυμα, μόνο που εδώ η φιλία ξεπερνά όχι απλώς σύνορα αλλά ολόκληρα είδη. Καθώς η ιστορία προχωρά, η συνεργασία τους μετατρέπεται στο πραγματικό κέντρο της αφήγησης, δείχνοντας πως δύο εντελώς διαφορετικοί πολιτισμοί μπορούν να συναντηθούν μέσα από την περιέργεια, τη λογική και την αμοιβαία εμπιστοσύνη. Μέσα από αυτή τη σχέση, η ταινία αναδεικνύει καθαρά το βασικό της μήνυμα, ότι η συνεργασία και η διάθεση κατανόησης μπορούν να μετατρέψουν το άγνωστο από απειλή σε μια φιλία, η οποία δεν γνωρίζει (γαλαξιακά) όρια.
Και κάπως έτσι, μέσα από αυτά, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η ταινία διατηρεί τον βαθιά αισιόδοξο τόνο του βιβλίου. Στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκεται η ιδέα ότι η επιβίωση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα τεχνολογίας αλλά αποτέλεσμα εμπιστοσύνης. Η φιλία ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές μετατρέπει μια ιστορία κοσμικής κλίμακας σε μια προσωπική ιστορία κατανόησης και αλληλεγγύης.
Στο κέντρο όλων αυτών βρίσκεται η ερμηνεία του Ράιαν Γκόσλινγκ. Ο ηθοποιός καταφέρνει να κουβαλήσει την ταινία σχεδόν μόνος του για μεγάλο μέρος της διάρκειας, ειδικά στα πρώτα λεπτά όπου ο χαρακτήρας του προσπαθεί να καταλάβει πού βρίσκεται. Η γοητεία που εκπέμπει δεν βασίζεται σε ηρωικές πόζες αλλά σε μια ανθρώπινη αμηχανία και μια αίσθηση περιέργειας που κάνει τον χαρακτήρα άμεσα συμπαθή. Ο Γκόσλινγκ δίνει στον Γκρέις μια ελαφριά ειρωνεία και μια ευαισθησία που μετατρέπουν έναν θεωρητικά συνηθισμένο επιστήμονα σε έναν ιδιαίτερα ζωντανό κινηματογραφικό ήρωα.
Τελικά το «Αποστολή Χαίρε Μαρία» λειτουργεί σαν υπενθύμιση ότι η επιστημονική φαντασία δεν χρειάζεται να είναι κυνική για να είναι συναρπαστική. Μέσα από την περιπέτεια ενός μοναχικού επιστήμονα στο βαθύ διάστημα, η ταινία προτείνει κάτι απλό αλλά ουσιαστικό. Οτι ακόμη και όταν κοιτάμε προς τα άστρα, οι αξίες που καθορίζουν το μέλλον μας παραμένουν βαθιά ανθρώπινες. Και ίσως γι’ αυτό η ιστορία του Ράιλαντ Γκρέις μοιάζει τελικά λιγότερο με μια αποστολή διάσωσης του σύμπαντος και περισσότερο με μια ιστορία για το πώς η κατανόηση του άλλου μπορεί να αλλάξει τον κόσμο (κι μέσα σε αυτή την πορεία κι εμάς τους ίδιους).

