Η Δάφνη φεύγει από την Ικαρία και φτάνει στην Αθήνα, ακολουθώντας τον Γιούρι, έναν λιγομίλητο αυστηρό προπονητή τζούντο που θα την πιστέψει και θα την προετοιμάσει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. H ρουτίνα της προπόνησης θα διαταραχθεί όταν στο καθημερινό πρόγραμμα της Δάφνης θα μπεί ο ανταγωνισμός, η κέτσαπ, ο έρωτας για μια πρώην πρωταθλήτρια και μια σκοτεινή ιστορία για τον Γιούρι που θα την κλονίσει.
Στην τρίτη του μεγάλου μήκους ταινία μετά το «Tungsten» και το «Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος Αλλα Πρέπει να Μιλήσουμε για Κάτι Πολύ Σοβαρό», ο Γιώργος Γεωργόπουλος συνεχίζει τη δική του (μοναχική) πορεία προς ένα σινεμά που όσο δεν σε αφήνει - φαινομενικά - να βρεις ομοιότητες ανάμεσα στα κομμάτια του, ξεγλιστρά και ορθώνεται κάθε φορά σαν μια άρρηκτη συνέχεια από διάφανες πράξεις κινηματογραφικής απόλαυσης.
Εδώ, στην τρίτη του ταινία, στη μορφή μιας παράδοξης (όχι μόνο για τα ελληνικά δεδομένα) αθλητικής ταινίας που καμουφλάρει ένα teen movie ενηλικίωσης και μαζί έναν αφηγηματικό ιστό τόσο αυθεντικό και ποπ ταυτόχρονα που αποδεικνύεται ακαταμάχητος.
Μέσα από τη Δάφνη που θέλει να «επικρατήσει» σε έναν άγνωστο γι’ αυτήν κόσμο, ο Γεωργόπουλος απλώνει στο τατάμι του αγώνα όλον τον τρόμο της ενηλικίωσης και με απλές, μεθοδευμένες, σαν ήδη προπονημένες από καιρό, κινήσεις - τόσο σεναριακές όσο και σκηνοθετικές - αφηγείται με ανεπιτήδευτο τρόπο μια πολυεπίπεδη ιστορία. Η ταυτότητα, η σεξουαλική αναζήτησή, οι αξίες που προκρίνει ο αθλητισμός (πειθαρχία, αυτοσυγκράτηση, σεβασμός) σε ευθεία σύγκρουση με αυτές που θέλει να καταρρίψει μια υπό διαμόρφωση προσωπικότητα που μόλις τώρα γνωρίζει τα σωστά βήματα - τόσο σε επίθεση όσο και άμυνα.
Η ηθελημένη «επιστροφή στα 80s»: στην τολμηρή ατμοσφαιρική φωτογραφία της Χριστίνας Μουμούρη, στην ρετρό καλλιτεχνική διεύθυνση και το αναπάντεχο soundtrack (στο οποίο δεσπόζει η «Ανοιξη» του Αντρέα Μικρούτσικου) επαναφέρουν διαρκώς την ταινία σε ένα άχρονο ονειρικό σύμπαν. Την ίδια στιγμή που, για πρώτη φορά μετά την (ας την ονομάσουμε έτσι λόγω ευκολίας) #metoo εποχή, μια μοντέρνα ταινία ανοίγει τη συζήτηση κινηματογραφικά, με ενσυναίσθηση και διάλογο, επιλέγοντας να μην θέσει μόνο ερωτήσεις αλλά, σημαντικότερο και απείρως πιο τολμηρό, να δώσει και απαντήσεις.
Πόσο αναζοωγονητική στο κέντρο όλων η ταυτόχρονα σε συστολή και διαστολή έκφρασης ερμηνεία του Μορτ Κλωναράκη σε ένα περιβάλλον (θεματικό και κινηματογραφικό) που επανατοποθετούνται με διάθεση «ανεξαρτησίας» οι έννοιες του φύλου και των ταυτοτήτων. Πόσο αναζοωγονητική και η ερμηνεία του Βαγγέλη Μουρίκη, σε έναν από τους ωραιότερους κόντρα ρόλους που υποδύθηκε ποτέ με τις σιωπές του να φωνάζουν περισσότερο από κάθε κραυγή. Πόσο αναζογωνοητικό και - ευτυχώς - «πολύ κοριτσίστικο» και το βλέμμα ενός δημιουργού που με κάθε ταινία του βάζει, όπως τελικά και η ηρωίδα του τίτλου, τους δικούς του όρους στην έννοια του «ανταγωνισμού». Και τελικά της όποιας νίκης ή ήττας.

