Κάποτε θα ρωτάνε τη Χρυσιάννα Παπαδάκη και τον Στέργιο Ντινόπουλο για την «Αρκουδότρυπα» και δεν θα ξέρουν αν τους ρωτάνε για την μικρού μήκους ταινία που κέρδισε το 2023 το Χρυσό Διόνυσο στο Φεστιβάλ της Δράμας, την μεγάλου μήκους ταινία με τον ίδιο τίτλο που έφτασε μέχρι το Venice Days του 82ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας αποσπώντας και διάκριση ή τελικά για την ίδια την Αρκουδότρυπα, μια σπηλιά στην Τύρνα από όπου ξεκίνησαν όλα.
Το ίδιο ισχύει και για την Αννέτα και την Αργυρώ που λίγο πριν χωριστούν, με την Αργυρώ να μένει πίσω με τα ζώα της και την Αννέτα να ονειρεύεται μια κάπως μεγαλύτερη ζωή στη Λάρισα, σύζυγος πλέον ενός αστυνομικού, θα φτάσουν στην Αρκουδότρυπα για να «μοιραστούν» με τον τόπο την πιο αφυπνιστική στιγμή της έως τότε ζωής τους. Μια πρώτη μεγάλη ενηλικίωση, σαν αυτή της ίδια της ταινίας τους που «μεγάλωσε» για να χωρέσει ολόκληρη την ιστορία τους.
Σαν την ενηλικίωση, τελκά, της Χρυσιάννας Παπαδάκη και του Στέργιου Ντινόπουλου που με αφορμή την έξοδο της ταινίας στις αίθουσες, μιλούν στο Flix για μια διαδρομή που δεν ήταν εύκολη, για την επαρχία που αλλάζει, την παράδοση που μπορεί να είναι ταυτόχρονα σύγκρουση και απελευθέρωση, για το queer ελληνικό σινεμά που ακούγεται και της ιστορίες που θα συνεχίσουμε να λέμε το ένα στο άλλο ακόμη και όταν όλα γύρω μας καταρρέουν.
Tι είναι η «Αρκουδότρυπα»;
Χ.Π.: Η λεγόμενη Αρκουδότρυπα είναι μια σπηλιά που στέκεται πάνω από το χωριό της Τύρνας, γνωστή και ως Ελάτη Τρικάλων. Κάθεται σαν ένα φεγγάρι στην κορυφή του βουνού δίπλα στο χωριό, σαν ένα μάτι που τα βλέπει όλα. Υπάρχουν διάφοροι μύθοι σε σχέση με την σπηλιά, κάποιο αρκετά σκοτεινοί και μαγικοί, που διαπλέουν τα όνειρα ή τους εφιάλτες των παιδιών του χωριού. Τώρα το τι αντιπροσωπεύει για τους χαρακτήρες αυτή η σπηλιά έχει να κάνει με το τι πιστεύει ο κάθε θεατής, γιατί έχει πολλές ερμηνείες.
Ποια είναι η «μεγαλύτερη» διαφορά της από την ομότιτλη μικρού μήκους ταινία;
Χ.Π.: Οταν έχεις σχεδόν 90 λεπτά παραπάνω να αφηγηθείς μια ιστορία, μπορείς να δώσεις πολύ παραπάνω λεπτομέρεια και υπόβαθρο στις αποφάσεις των χαρακτήρων. Δηλαδή η μικρού μήκους ίσα ίσα πρόλαβε να αποτυπώσει την σχέση μεταξύ της Αργυρούς και της Αννέτας, ενώ στην μεγάλου μπορείς να εξερευνήσεις το κοινωνικό τους περίγυρο, να κλέψεις μια ματιά στο ιστορικό της σχέσης τους, να γνωρίσεις λίγο την οικογένεια τους κλπ. Μέσα από τον εμπλουτισμένο κόσμο τους, αποκτάς και παραπάνω ταύτιση με τους χαρακτήρες και εμβαθύνεται η σχέση μεταξύ των χαρακτήρων και του θεατή - ελπίζουμε δηλαδή. Αλλά κυρίως, για μένα, η μεγαλύτερη διαφορά έχει να κάνει με την κάθαρση - ότι σε μια μεγάλου μήκους ταινία, έχεις κάτσει και έχεις επενδύσει 2 ώρες σαν θεατής βλέποντας τον αγώνα τους, και στην τελική μπορείς να πάρεις μια πιο βαθιά ανάσα απ' ότι πήρε ο θεατής της μικρού.
Δεν ξέρω αν είμασταν σκληροί ή όχι με τη ζωή στην επαρχία, αυτό μάλλον εξαρτάται από το τι εντύπωση και εμπειρία έχει ο καθένας για την επαρχία και άρα τι περιμένει να δει. Η επαρχία προφανώς δεν είναι ένα ενιαίο πράγμα. Είναι απλά ένας προσδιορισμός για μέρη και κοινότητες που δεν ανήκουν στον αστικό κόσμο. - Χρυσιάννα Παπαδάκη
Ήταν εξαρχής στα πλάνα να γίνει μια μικρού και μια μεγάλου μήκους ταινία;
Σ.Ν.: Οχι ακριβώς. Η μικρού μήκους ξεκίνησε αρκετά αυθόρμητα, σχεδόν σαν μια δοκιμή πάνω στην ατμόσφαιρα και στους χαρακτήρες. Στην πορεία όμως καταλάβαμε ότι ο κόσμος της «Αρκουδότρυπας» είχε πολύ περισσότερο χώρο να αναπτυχθεί και έτσι γεννήθηκε οργανικά η ανάγκη για τη μεγάλου μήκους. Ξέραμε βέβαια από την αρχή ότι δεν τελείωνε η ιστορία με την μικρού μήκους. Θέλαμε να δούμε: τι θα γίνει ο έρωτας της Αργυρούς με την Αννέτα; Τι ακριβώς υποκινούσε την Αννέτα; Θα καταλήξουνε μαζί; Τι πιέσεις δέχονται από το κοινωνικό τους περιβάλλον;
Πόσο εύκολη ήταν η μετάβαση στη μεγάλου μήκους για δύο νέους σκηνοθέτες; Ποια εμπόδια έπρεπε να ξεπεραστούν;
Σ.Ν.: Δεν ήταν εύκολη. Υπήρχε μεγάλη αβεβαιότητα παραγωγικά και οικονομικά, ειδικά επειδή ερχόμαστε εκτός κινηματογραφικού συστήματος. Ταυτόχρονα όμως αυτή η έλλειψη «κανόνων» μάς έδωσε και μια ελευθερία να κινηθούμε πιο διαισθητικά. Δεν είχαμε από πίσω μας μια εταιρία παραγωγής όποτε έπρεπε να γεννήσουμε την ταινία μόνοι μας. Σαν μικρή ομάδα κάναμε τα πάντα, logistics, υποτιτλισμούς, φεστιβαλική στρατηγική, μοντάζ, προώθηση, γραφιστικά, κλπ. Βάπτισμα του πυρός.
Τι ελευθερία και τι δέσμευση έχει το να δουλεύετε ως δύο και στο σενάριο και στη σκηνοθεσία; Θεωρείτε πως είστε ένα δίδυμο που θα συνεχίσει ως τέτοιο; Σκέφτεστε το επόμενο σχέδιο ως δίδυμο; Ή υπάρχουν και προσωπικά πρότζεκτ του καθενός;
Σ.Ν.: Το να δουλεύουμε μαζί έχει μεγάλη ελευθερία γιατί υπάρχει συνεχής διάλογος και αμφισβήτηση. Ο ένας μπορεί να σπρώξει τον άλλον σε κατευθύνσεις που μόνος του ίσως δεν θα τολμούσε. Ταυτόχρονα χρειάζεται μεγάλη εμπιστοσύνη και υπομονή γιατί όλα περνούν μέσα από κοινές αποφάσεις. Αυτή τη στιγμή δουλεύουμε και οι δύο προσωπικά πρότζεκτ, να εξερευνήσουμε και οι δύο διάφορα καλλιτεχνικά ερωτήματα που μας απασχολούν, αλλά δεν αποκλείεται ένα comeback στο μέλλον.
Η παράδοση δεν είναι κάτι στατικό. Μπορεί να γίνει χώρος σύγκρουσης αλλά και απελευθέρωσης. Το ποια είναι η κουλτούρα μας, και το τι σημαίνει να είσαι "Ελληνας" είναι κάτι πολύ μπλεγμένο και ρευστό, όσο και να θέλει η εξουσία να υπάρχουν καθαρά κουτάκια και προσδιορισμοί. Αυτό πάντα ήταν θέμα στην διαμάχη για το τι σημαίνει η εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα - αλλά δεν υπάρχει αυτή η καθαρή ταυτότητα - είμαστε τα Βαλκάνια, η Μέση Ανατολή, η Ευρώπη, η Αμερική, το Σοβιετικό Μπλοκ και πολλά άλλα, ταυτόχρονα.» - Στέργιος Ντινόπουλος
Από τη μία πλευρά υπάρχει μια αγάπη για τη ζωή στην επαρχία - τη φύση. Από την άλλη ένα μίσος για τα κακώς κείμενα (κυρίως κοινωνικά). Με ποια ισορροπία μπήκατε στην ιστορία; Πόσο σκληροί, αληθινοί θεωρείτε ότι είστε με τη ζωή στην επαρχία;
Χ.Π.: Δεν ξέρω αν είμασταν σκληροί ή όχι, αυτό μάλλον εξαρτάται από το τι εντύπωση και εμπειρία έχει ο καθένας για την επαρχία και άρα τι περιμένει να δει. Η επαρχία προφανώς δεν είναι ένα ενιαίο πράγμα. Είναι απλά ένας προσδιορισμός για μέρη και κοινότητες που δεν ανήκουν στον αστικό κόσμο. Το κάθε χωριό έχει δικά του πιστεύω, δικά του έθιμα και δικά του άτομα. Δηλαδή η «Αρκουδότρυπα» δεν θα μπορούσε να έχει γυριστεί κάπου αλλού στην επαρχία, π.χ. στη Κρήτη όπου κατάγομαι εγώ, γιατί ο κόσμος είναι εντελώς διαφορετικός και η ζωή που δείχνουμε στη ταινία, οι θρύλοι και οι τόποι, είναι συγκεκριμένα στοιχεία της Τύρνας.
Πόσο αληθινοί είναι οι «θρύλοι» για την επαρχία; Η Αρκουδότρυπα, κυριολεκτικά και μεταφορικά «υπάρχει»;
Σ.Ν.: Η Αρκουδότρυπα υπάρχει ως πραγματικός τόπος, αλλά στην ταινία λειτουργεί και σαν μύθος. Μας ενδιαφέρει πολύ το πώς στην ελληνική επαρχία οι ιστορίες, οι δεισιδαιμονίες και οι φόβοι συνεχίζουν να περνούν από γενιά σε γενιά και να επηρεάζουν τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο.
**Παίζετε διαρκώς με τα σύμβολα της παράδοσης (εκκλησία, πανηγύρι…) φιλοδοξώντας να καταργήσετε ή αλλάξετε τις κατεστημένες αφηγήσεις. Προσπαθείτε να επαναπροσδιορίσετε τα σύμβολα; Ή να αναζητήστε νέες (εθνικές) ταυτότητες;
Σ.Ν.: Ναι, μας ενδιέφερε να πάρουμε στοιχεία όπως το πανηγύρι, η εκκλησία ή οι λαϊκές τελετουργίες και να τα δούμε έξω από μια συντηρητική ή εθνική αφήγηση. Θεωρούμε ότι η παράδοση δεν είναι κάτι στατικό· μπορεί να γίνει χώρος σύγκρουσης αλλά και απελευθέρωσης. Το ποια είναι η κουλτούρα μας, και το τι σημαίνει να είσαι “‘Έλληνας” είναι κάτι πολύ μπλεγμένο και ρευστό, όσο και να θέλει η εξουσία να υπάρχουν καθαρά κουτάκια και προσδιορισμοί. Αυτό πάντα ήταν θέμα στην διαμάχη για το τι σημαίνει η εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα - αλλα δεν υπάρχει αυτή η καθαρή ταυτότητα - είμαστε τα Βαλκάνια, η Μέση Ανατολή, η Ευρώπη, η Αμερική, το Σοβιετικό Μπλοκ και πολλά άλλα, ταυτόχρονα.
Οι πρωταγωνίστριες σας είναι τελικά δύο επαναστάτριες; Πώς θα τις χαρακτηρίζατε; Και ποια στοιχεία δώσατε στη μία και ποια στην άλλη ώστε να φτιαχτεί το συνολικό πορτρέτο ενός κοριτσιού που ζει σήμερα στην επαρχία;
Σ.Ν.: Είναι. Ισως όχι με τον κλασικό τρόπο. Δεν είναι ηρωίδες που κάνουν μεγάλες δηλώσεις ή επαναστάσεις. Η ίδια τους η ύπαρξη όμως, ο τρόπος που επιθυμούν και που αρνούνται να χωρέσουν πλήρως στους ρόλους που τους επιβάλλονται, είναι μια μορφή αντίστασης. Ενας πρώτος τίτλος της ταινίας, όταν η ταινία ηάαν απλά σημειώσεις και ιδέες, ήταν άλλωστε «Μικρές Επαναστάσεις».
Τελικά πόσο queer χωράει στην ελληνική επαρχία; Πόση πρόοδος έχει υπάρξει; Και πόση υποκρισία και ματσίσμο παραμένει ακόμη;
Χ.Π.: Δεν νομίζω ότι έχει να κάνει με την πρόοδο, γιατί αυτό υπονοεί ότι αυτά τα άτομα και αυτές οι ‘παρεκκλίσεις’ από το αναμενόμενο είναι κάτι καινούργιο. Για εμάς είναι θέμα ειλικρίνειας, ένα είδος διαύγειας για το φάσμα από ζωές που ζει ο κόσμος στην επαρχία, όπου πάντα υπήρχαν άτομα που δεν είναι αυτό που περιμένει κάποιος από πιο κουπάτ και έτοιμες μυθολογίες που έχει πλάσει η κοινωνία για την ζωή στην επαρχία. Όσον αφορά αυτή την ειλικρίνεια, σίγουρα υπάρχουν πολλές συζητήσουν που πρέπει να γίνουν, που συχνά μάλλον εμποδίζονται από τον φόβο ή την υποκρισία, και το ματσίσμο όπως είπες. Αλλά μόνο και από τα άτομα της επαρχίας που γνωρίσαμε στην διαδικασία της ταινίας, ξέρω ότι υπάρχουν πολλοί που είναι έτοιμοι και κάνουν ήδη αυτές τις συζητήσεις.
Πόσο συνειδητή ήταν η επιλογή ενός happy end που δεν θα αποκαλύψουμε. Είναι μια μορφή «ακτιβισμού»; Κάτι που μοιάζει απίθανο, αλλά το προτείνετε ως μια ελπίδα για το μέλλον;
Σ.Ν.: Ηταν πολύ συνειδητή επιλογή. Συζητάμε συχνά μεταξύ μας για την ανατρεπτική φαντασία. Μας ενδιέφερε να φανταστούμε ένα τέλος όπου οι ηρωίδες δεν τιμωρούνται για την επιθυμία τους, κάτι που ιστορικά συμβαίνει συχνά στις queer αφηγήσεις. Δεν το βλέπουμε τόσο σαν ακτιβισμό όσο σαν μια ανάγκη να ανοίξουμε έναν χώρο ελπίδας και πιθανότητας. Το να βλέπουμε μια τέτοια πιθανότητα είναι ανατρεπτικό, γιατί λες γιατί οχι; Γιατί να μην μπορούμε να ζήσουμε όπως επιθυμούμε;
Δεν ξέρω αν είμαι αισιόδοξη για το μέλλον period. Η νέα γενιά θα αντιμετωπίσει πράγματα - πολιτικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά - που δεν έχουν ξανασυμβεί, και οι αλλαγές θα γίνουν γρήγορα και δεν είμαστε αναγκαστικά προετοιμασμένοι για την συνεχή και ζαλιστική ταχύτητα τους. Σε κάποιο βαθμό αισθανόμαστε σαν να λέμε ιστορίες το ένα στο άλλο ενώ ο κόσμος καίγεται, κάτι που μάλλον πάντα συνέβη, αλλά δεν έχω απάντηση για το πως θα μοιάζει αυτό στο μέλλον. - Χρυσιάννα Παπαδάκη
Πόσο queer χωράει και στο ελληνικό σινεμά; Ακούγονται οι διαφορετικές φωνές;
Χ.Π.: Σίγουρα οι φωνές υπάρχουν. Ειδικά στους νέους δημιουργούς και τους μικρομηκάδες, που μου δίνουν πολύ ελπίδα για το μέλλον του ελληνικού σινεμά. Βέβαια, το αν αυτές οι φωνές ακουστούν ποτέ από το κοινό, εξαρτάται από το βαθμό και την ποιότητα υποστήριξης τους από τους μεγάλους θεσμούς του χώρου μας.
Και ποια είναι η γνώμη σας για το σινεμά σήμερα; Κυρίως για τον τρόπο που βλέπουμε σινεμά σήμερα. Η Gen Z τα αλλάζει όλα σαν να τα ξαναβρίσκει από την αρχή. Είστε αισιόδοξοι για το μέλλον ταινιών, αιθουσών, αφηγήσεων;
Χ.Π.: Μιλώντας ως η λίγο καταστροφολόγος της ομάδας, δεν ξέρω αν είμαι αισιόδοξη για το μέλλον period. Η νέα γενιά θα αντιμετωπίσει πράγματα - πολιτικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά - που δεν έχουν ξανασυμβεί, και οι αλλαγές θα γίνουν γρήγορα και δεν είμαστε αναγκαστικά προετοιμασμένοι για την συνεχή και ζαλιστική ταχύτητα τους. Η τεχνολογία μας έχει φέρει αντιμέτωπες με μια συνεχή ροή πληροφορίας για το σύμπαν, αλλά μεσολαβούνται όλα μέσω οθόνες. Αυτό μάλλον είναι κακό για την παράδοση του κινηματογράφου που έχουμε κληρονομήσει, μία εμπειρία που αγαπώ πολύ και με έχει συνοδέψει σε όλη μου τη ζωή. Από την άλλη ίσως έχει και κάποιο καλό ότι έχουν διευρυνθεί οι τρόποι που μπορείς να πεις μια ιστορία και να αγγίξεις το κόσμο εκτός των παραδοσιακών μέσων επικοινωνίας και αφήγησης. Αλλά περιμένω να δω αν θα γίνει αυτό και τι όφελος θα έχει. Σε κάποιο βαθμό αισθανόμαστε σαν να λέμε ιστορίες το ένα στο άλλο ενώ ο κόσμος καίγεται, κάτι που μάλλον πάντα συνέβη, αλλά δεν έχω απάντηση για το πως θα μοιάζει αυτό στο μέλλον.
Η «Αρκουδότρυπα» θα προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη 21 Μαΐου.
