Φεστιβάλ / Βραβεία

Once Upon a Time in Anatolia: η επιστροφή του Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν

στα 10

Oι ζωές στη σύγχρονη (;) Ανατολία δεν χάνονται ηρωϊκά, όπως σ' ένα γουέστερν. Τα εγκλήματα πάθους, το ξεκαθάρισμα λογαριασμών τιμής, δεν έχουν τίποτα από την αίγλη μιας αμερικανικής μαφιόζικης εκτέλεσης. Ξεκινώντας από τον τίτλο, ο Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν («Τρεις Πίθηκοι», «Κλίματα Αγάπης») καταφέρνει το πρώτο ειρωνικό χτύπημα.

Once Upon a Time in Anatolia: η επιστροφή του Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν

Τρία αυτοκίνητα βάζουν με τους προβολείς τους φωτιά στο νυχτερινό αχανές τοπίο της επαρχιακής Ανατολίας. Εισαγγελέας, αστυνομικοί, στρατιώτες κι ο διορισμένος από την πόλη νεαρός ιατροδικαστής συνοδεύουν ύποπτο δολοφονίας να τους οδηγήσει στην τοποθεσία που έθαψε το πτώμα. Επί μία φιλμική ώρα ο Τσεϊλάν μας φέρνει αντιμέτωπους με το σκοτάδι, την επαναλαμβανόμενη ομοιότητα του πουθενά, το χάσιμο. Μέσα στ' αυτοκίνητα οι διάλογοι είναι εξίσου βαρετοί, καθημερινοί, χωρίς ορίζοντα. Ανθρωποι που δεν έχουν εγκαταλείψει ποτέ τα χωριά τους, ξεστομίζουν trivia σκέψεις σαν να είναι οι σημαντικότερες του κόσμου. Στο πίσω κάθισμα, ο φονιάς μένει σιωπηλός.

Κάνοντας αυτό που ξέρει να κάνει αριστουργηματικά, σινεμά παρατήρησης, ο Τσεϊλάν μας συστήνει με αργούς, υπνωτικούς ρυθμούς τα στεπώδη βάθη της χώρας του, εκτάσεις και χωριά ξεχασμένα κι από τον Αλάχ. Μας βάζει μέσα σε σπίτια, ακούμε, προσέχουμε λεπτομέρειες, εγκλωβιζόμαστε στο αδιέξοδο των ανθρώπων που κατοικούν σε αχαρτογράφητες περιοχές και, ειρωνικά, δεν έχουν που να πάνε.

Ολα τα βλέπουμε μέσα από τα μάτια του νεαρού γιατρού: παρατηρεί με απορία, θλίψη και σοκ την πραγματικότητα της χώρας του, που μπορεί στις πρωτεύουσες να παρουσιάζει ανάπτυξη και πρωτοπορία, αλλά στην καρδιά της παραμένει πρωτόγονη. Σε όλη την ταινία εκείνος αντιπροσωπεύει τη φωνή της επιστήμης. Ολοι οι υπόλοιποι, ο καθένας από το πόστο του, χρησιμοποιούν θρύλους, παραδόσεις, δεισιδαιμονίες για να αντέξουν τη ζωή τους.

Είναι σκληρό το σινεμά του Τσεϊλάν. Ποιητικό, αλλά ωμό συνάμα. Και δεν έχει να κάνει τόσο με την απαισιόδοξη αύρα που τυλίγει τα πλάνα του, ή την σεναριακή του «ανοιχτή» κατάληξη, όσο με μια υπόνοια που σφηνώνεται στο μυαλό μας βγαίνοντας από την αίθουσα: μ' ένα βλέμμα στον καθρέφτη του ο γιατρός (κι εμείς που ταυτιστήκαμε μαζί του) συνειδητοποιεί ότι κολλάει σ' αυτό το περιβάλλον πολύ περισσότερο από όσο πιστεύουμε. Δε θα κάνει τίποτα για να αλλάξει το παραμικρό. Δε θα κάνει βήμα, ρούπι. Θα μείνει εκεί και θα θάψει τα νιάτα και τη ζωή του στα βάθη της Ανατολίας.

Γιατί τις στέπες τις κουβαλάει ο καθένας πρώτα μέσα του.