Αν δεν υπήρχαν οι λίγες, σπαροδικές βροχές το τελευταίο δεκαπενθήμερο, και η διαβόητη διαφορά θερμοκρασίας στη σκιά ή κάτω από τον ήλιο, θα πίστευε κανείς ότι στη Βαρκελώνη είναι ήδη καλοκαίρι. Οι παραλίες γεμάτες καθημερινά, όχι μόνο τα σαββατοκύριακα. Στις πλατείες η γνωστή πάλη της καθημερινότητας, πού να βρεθεί τραπέζι σε εξωτερικό χώρο! Οι αλλεργίες δίνουν και παίρνουν...
Καιρός λοιπόν για το ετήσιο ραντεβού των σινεφίλ της πόλης, το 10ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βαρκελώνης – Σαντ Τζόρντι. Από την πρώτη μέρα η αίσθηση που έδινε το φεστιβάλ έμοιαζε λίγο διαφορετική σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές. Ούτε τόση διαφήμιση ούτε τόσο μεγάλη προσέλευση ούτε ν' ακούγεται από στόμα σε στόμα όπως άλλες χρονιές. Αυτό επιβεβαιώθηκε επίσημα με το κλείσιμο του φεστιβάλ, περίπου χίλιοι θεατές λιγότεροι από πέρσι, πρώτη χρονιά που δεν σημειώνεται μεγάλη αύξηση των θεατών.
Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες για το BCN Film Fest στο επίσημο site του Φεστιβάλ, στην επίσημη σελίδα του στο Facebook και στο λογαριασμό του στο Instagram.
Ο Γουίλεμ Νταφόε, ένας από τους καλεσμένους του Φεστιβάλ
Μας αποζημίωσαν οι ταινίες όμως, η άρτια οργάνωση και οι πολλές θεματικές. Η χρονιά βέβαια, καθοριστική! Το δέκατο φεστιβάλ συνέπεσε με τα εκατό χρόνια λειτουργίας των κινηματογράφων Βέρντι, κύρια έδρα του φεστιβάλ. Υπήρξε μάλιστα και σχετική ταινία, «La Vida és Verdi» της Μπέρτα Γκαρθία Λαχτ. Ενα ντοκιμαντέρ για τα εκατό χρόνια του παλαιότερου εν ενεργεία κινηματογράφου της Βαρκελώνης. Μέσα από τα μάτια δυο μικρών κοριτσιών βλέπουμε την ιστορία του κινηματογράφου και των ανθρώπων του. Εδώ να σημειώσουμε ότι ο κινηματογράφος Βέρντι είναι πολύ σημαντικός για την Γκράσια, όλα αυτά τα εκατό χρόνια. Πρόσφατα συνετελέσθη κι ένα μικρό θαύμα. Ο κινηματογράφος αγόρασε το διπλανό σουπερμάρκετ και θα προσθέσει άλλες δύο αίθουσες στις ήδη υπάρχουσες εννιά!
(Προσωπικά το θεώρησα καταπληκτικό, ανεστράφη το παράδειγμα που είχα μεγαλώνοντας στη Βέροια, όπου οι κινηματογράφοι έκλειναν ο ένας μετά τον άλλον - όχι ότι ήταν και πολλοί - στις αρχές της δεκαετίας του '90 για να γίνουν... σουπερμάρκετ.)
Ενα από τα μεγάλα ατού του φεστβάλ συγκριτικά με άλλα, είναι οι διάφορες θεματικές του και ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζονται από τη διοργάνωση. Εχουμε πει από τις περασμένες χρονιές ότι στο BCN Film Fest εξέχουσα θέση κατέχουν οι γυναίκες. Οχι μόνο σε θέσεις διοικητικές και οργανωτικές μα και καλλιτεχνικά. Προτιμούνται πολύ συχνά ταινίες από σκηνοθέτριες, ταινίες για γυναίκες, ταινίες με πραγματικούς, πολύπλοκους γυναικείους ρόλους. Ετσι έγινε και φέτος. Τα τμήματα στα οποία χωρίστηκε το φεστιβάλ φέτος είναι τα: Επίσημο Διαγωνιστικό, Διαγωνιστικό εκτός συναγωνισμού, Σινεμά με Χάρη [Γκράσια, όπως η περιοχή που λαμβάνει χώρα το 95% του φεστιβάλ], Ανοιχτή Ζώνη, Τέχνη στον Κινηματογράφο, Κινηματογράφος στο Πιάτο, Ημέρα Άνιμε, Τα Επιβεβλημένα, το- ελεύθερα μεταφρασμένο- Ασιάτισσες, στο οποίο συμμετέχουν ταινίες από την Ασία που έχουν σκηνοθετήσει γυναίκες, τα Νέα Ταλέντα και το νέο φετινό τμήμα Made in Barcelona, για ταινίες που έχουν γυριστεί στην πόλη.
Το φεστιβάλ σήκωσε αυλαία με την ταινία «Viatge al País dels Blancs» («Ταξίδι στη Γη των Λευκών»), βασισμένη στην αληθινή ιστορία του Ουσμάν Ουμάρ, ενός νεαρού Γκανέζου μετανάστη που εγκαταλείπει το χωριό του συνεπαρμένος από την ιδέα της «γης των λευκών». Τον πρωταγωνιστικό ρόλο κρατάει ο ίδιος ο Ουσμάν Ουμάρ με αυτό το αφοπλιστικό χαμόγελο ενός ανθρώπου που έχει πραγματικά περάσει πολλά. Παρακολουθώντας την ταινία, γινόμαστε κοινωνοί τους: είναι η τόλμη και η άγνοια κινδύνου που χρειάζεται για να κάνει κανείς αυτό το ταξίδι, η αισιοδοξία και τα όνειρα, οι φρικαλεότητες που συμβαίνουν στην πορεία, η Οδύσσεια που συνεχίζεται και μετά την άφιξη στον όποιον προορισμό και, ανάλογα την περίπτωση, η κατάληξη. Δυστυχώς αυτή ελάχιστες φορές είναι τόσο καλή όσο στην περίπτωση του Ουσμάς. Μια ταινία που δείχνει ρεαλιστικά το θέμα με το οποίο καταπιάνεται αλλά με μια αισιοδοξία που πηγάζει κυρίως από τον ίδιο τον Ουσμάν και την καταπληκτική ιστορία του.
Το διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ μας παρουσίασε 13 ταινίες, πιο άνισες απ' όσο ίσως θα περίμενε κανείς μα και με τόσο διαφορεικά μπακγκράουντ. Ας δούμε ποιες μας άρεσαν πολύ, ποιες λιγότερο, ποιες μας κάρφωσαν στη θέση μας μέσα στη σκοτεινή αίθουσα και σε ποιες πήγε να μας πάρει ο ύπνος.
Amrum
Το μεγάλο βραβείο του φεστιβάλ κέρδισε η ταινία «Amrum» του πάντα αγαπημένου Φατίχ Ακίν. Από τα πρώτα λεπτά μου έφερνε στο νου τη Λευκή Κορδέλα του Μίκαελ Χάνεκε. Ασπρόμαυρη η μία, έγχρωμη η άλλη. Για την άνοδο του φασισμού η μία, για την πτώση του η άλλη. Μικρές κοινότητες και οι δύο, εκεί όπου το μεγάλο φαίνεται καλύτερα εστιάζοντας πάνω του μέσα από ένα μεγεθυντικό φακό. Η οικογένεια του δωδεκάχρονου Νάνινγκ μετακομίζει στο νησί Αμρούμ, καθώς η άνοιξη του 1945 είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τους ναζί. Ο πατέρας λείπει σε ταξίδι για δουλειές (ναζιστικές βέβαια) και η οικογένεια προσπαθεί να τα φέρει βόλτα όπως μπορεί. Ο Νανίγκ μαθαίνει τον κόσμο και από την καλή και από την ανάποδη και εξελίσσεται σ' έναν καταπληκτικό έφηβο. Με αίσθηση καθήκοντος, βαθιά αγάπη για την οικογένεια, σε μια ατέρμονη αναζήτηση. Χαρισματικός ο μικρός Γιάσεπρ Μπίλερμπεκ στο ρόλο του Νανίνγκ, κέρδισε μάλιστα εύφημο μνεία από την κριτική επιτροπή του φεστιβάλ για την ερμηνεία του. Η ταινία, βαθιά ανθρώπινη, μας δείχνει μέσα από διάφορα μικρά καθημερινά περιστατικά ότι το υλικό απ' το οποίο είμαστε όλοι φτιαγμένοι, δεν είναι το ίδιο σε όλους. Μα είναι και οι καταστάσεις που ωθούν τους ανθρώπους σε συγκεκριμένες συμπεριφορές κι αυτό το βιώνει και το κατανοεί σε απόλυτο βαθμό ο πρωταγωνιστής.
Το βραβείο σεναρίου κατέληξε στα βόρεια, στη Νορβηγία. Το κέρδισαν η πρωτοεμφανιζόμενη σκηνοθέτιδα Γιάνικ Ασκεβολντ, μαζί με τους Γιόργκεν Φερόι Φλάσνες και Μαντς Στέγκερ που το συνυπέγραψαν. Το «Solomamma» πρωτοπαρουσιάστηκε στο φεστιβάλ του Λοκάρνο πέρσι και κέρδισε το Οικουμενικό Βραβείο του φεστιβάλ, ενώ από τότε δεν του έχουν λείψει οι βραβεύσεις. Μία δημοσιογράφος, η Εντιθ που την υποδύεται η καταπληκτική Λισα Λοβεν Κόνγκσλι (θα την θυμάστε ίσως από την «Ανωτέρα Βία») αποφασίζει να φέρει μόνη της, με τη βοήθεια της επιστήμης, ένα παιδί στον κόσμο. Όλα πηγαίνουν λίγο πολύ κανονικά ώσπου έρχεται τυχαία αντιμέτωπη με την πραγματική ταυτότητα του δότη. Ξεκινάει μια αναζήτηση καλυμμένη με μανδύα δημοσιογραφικό και βλέπουμε την επαφή των δύο αυτών ανθρώπων, τις αλήθειες και τα ψέματά τους, τις χαρές και τις λύπες, τις αγωνίες τους για τη ζωή. Ένα πολύ σύγχρονο θέμα που αντιμετωπίζεται με ρεαλισμό, κάτι ασυνήθιστο πια για την εποχή μας.
Hermanos
Στο «Hermanos», παρακολουθούμε τον μαροκινής καταγωγής έφηβο Αϊμάν (Μπαντρ Ουβαχάσου), στο σπίτι, στο σχολείο, στη ζωή. Προσκαλείται αναπάντεχα σε πάρτι γενεθλίων σ' έναν κόσμο ξένο απ' τον δικό του, εκεί όπου βοηθάει καμιά φορά την καθαρίστρια μητέρα του. Τα γενέθλια αυτά φέρνουν τους πρωταγωνιστές και τους θεατές αντιμέτωπους με ζητήματα ταξικά, μετανάστευσης, εφηβείας και όχι μόνο. Το «ταξίδι» των τριών φίλων στα ΒΠ της πόλης, θα επηρεάσει τη φιλία τους αλλά αυτοί ορκίζονται ότι είναι hermanos (αδέρφια). Στην τελευταία σκηνή γίνεται απόλυτα πράξη το μεγάλο ρητό, που λέει και το τραγούδι, “ήτανε βράδυ και τώρα είναι πρωί”.
Το βραβείο ανδρικού ρόλου κέρδισε επάξια ο Ρέντα Καντέμπ υποδυόμενος τον Ζαν Μποζάρσκι, τον μεγαλύτερο ίσως παραχαράκτη της ιστορίας, τουλάχιστον στη Γαλλία, στην ταινία «L’Affaire Bojarski». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μποζάρσκι είναι γνωστός ως ο Σεζάν των παραχαρακτών. Ο Ζαν Πολ Σαλομε ακολουθεί την πορεία του πρωταγωνιστή του απ' όταν μετανάστευσε από την Πολωνία και τις καταστάσεις που αντιμετώπισε μέχρι να πάρει τη μεγάλη απόφαση. Να παρανομήσει κάνοντας αυτό που ήξερε ότι έκανε καλύτερα από κάθε άλλον. Παρακολουθούμε το μοναχικό του ταξίδι στη «δουλειά» και παράλληλα την κατάρρευση (;) της οικογενειακής ζωής, μέχρι το τέλος. Πρόκειται για μια υπόθεση που είχε συνταράξει για καιρό τη γαλλική κοινωνία.
Σε μία επιμέρους θεματική του επίσημου διαγωνιστικού προγράμματος θα μπορούσε κανείς να πει ότι η επιτροπή, το ίδιο το φεστιβάλ, βγάζει τη γλώσσα στον Τίμοθι Σαλαμέ και τις απόψεις του για την όπερα, το μπαλέτο, κτλ. Υπάρχουν τρεις ταινίες με βασικό άξονά τους την όπερα, τη μουσική, την τέχνη, αυτή που στον 31χρονο σταρ μοιάζει παρωχυμένη, κανείς δεν ασχολείται ή δεν αξίζει ν' ασχολείται μαζί της. Ετσι νόμισε...
Η πρώτη, «Primavera» μας έρχεται από την Ιταλία και την υπογράφει ο Νταμιάνο Μικελιέτο, πρωτοεμφανιζόμενος ουσιαστικά σκηνοθέτης στον κινηματογράφο καθώς κυρίως σκηνοθετεί... όπερα! Κέρδισε μάλιστα το βραβείο σκηνοθεσίας του φεστιβάλ! Βενετία, τέλη 17ου- αρχές 18ου αιώνα, ένα μοναστήρι, όπου κατέληγαν όλα τα εγκαταλελειμμένα βρέφη. Το μοναστήρι διατηρεί ορχήστρα ούτως ώστε να κερδίζει χρήματα με τις παραστάσεις της. Μέλος αυτής της ορχήστρας είναι η τρομερά ταλαντούχα Σεσίλια. Η πλοκή κορυφώνεται μέσα από υποσχέσεις για γάμους με οικονομικά κριτήρια, τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, τους αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες και ολοκληρώνεται με την παρουσία του Αντόνιο Βιβάλντι, και πολλές παρτιτούρες γεμάτες μουσική, παρακαθήκη στο ανθρώπινο είδος.
Το «The Choral» με πρωταγωνιστή τον Ρέιφ Φάινς (του απονεμήθηκε πέρσι το τιμητικό βραβείο του φεστιβάλ για το σύνολο του έργου του) καταπιάνεται με το ανέβασμα ενός ορατορίου στην ουσία, σ' ένα δημοτικό κέντρο στην Αγγλία κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Βλέπουμε τη σχέση του καθενός με την τέχνη, τι σημαίνει, πώς εργαλειοποιείται από κάθε μέλος της χορωδίας σε μια περίοδο που οι άνθρωποι έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να αποφύγουν την καθημερινότητα. Πρόκειται για μια γλυκιά και ανθρώπινη ταινία, ο πόλεμος είναι παρών συνέχεια μέσω της... απουσίας του και δημοσιευμάτων.
Το τσεχικό και ολίγον σλοβάκικο «Sbormistr» («Broken Voices») καταπιάνεται κι αυτό με μια χορωδία. Η 13χρονη Καρολίνα καταφέρνει να συμμετέχει κι αυτή στη χορωδία μαζί με τη μεγαλύτερη αδερφή της κι άλλα νεαρά κορίτσια. Τα πάντα περνούν από τον μεγάλο και αυστηρό δάσκαλο Βιτ Μάτσα που υποδύεται ο Ζουράζ Λοζ. Παρακολουθούμε τις αναζητήσεις, τις επιθυμίες, τους ανταγωνισμούς και τα καπρίτσια τους μέχρι την πολυπόθητη περιοδεία στην Αμερική.
Στο ευρύτερο πλαίσιο παρουσιάστηκαν και άλλα μεγάλα έργα, όπως συνέβη για παράδειγμα στη μεγαλειώδη προβολή και των δύο μερών των Νιμπελούνγκεν του Φριτς Λανγκ, συνοδεία ζωντανής ορχηστρικής μουσικής, στην ταινιοθήκη της Καταλονίας. Οπως και το «Duse» με την υπέροχη Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι στο ρόλο της μεγάλης ιταλίδας ντίβα Ελεονόρα Ντούζε που πραγματεύεται την επιστροφή της στη σκηνή μετά το πέρας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και με την άνοδο του φασισμού.
A Pale View of Hills
Δύο ταινίες του διαγωνιστικού έχουν να κάνουν με τη συγγραφή.
Η πρώτη, το «Tôi Υamanami no Ηikari» («A Pale View of Hills») του Κέι Ισικάουα βασισμένο σε βιβλίο του Καζού Ισιγκούρο καταπιάνεται με τη μνήμη. Μια νεαρή βρετανογιαπωνέζα συγγραφέας, η Νίκι (Καμίλα Αϊκο) θέλει να γράψει ένα βιβλίο που να στηρίζεται στις αναμνήσεις της μητέρας της από το Ναγκασάκι και τη ρίψη της ατομικής βόμβας. Οι πρωταγωνίστριες είναι στην ουσία τρεις, ίσως και τέσσερις: η μητέρα, η κόρη, η μεγαλύτερη κόρη που αυτοκτόνησε και η βόμβα. Η ιστορία εξελίσσεται σε δύο χρονικούς άξονες, ο πρώτος είναι το «τώρα», η βρετανική επαρχία της δεκαετίας τους '80, του ψυχρού πολέμου, και ο δεύτερος είναι το «τότε», όταν η μητέρα Ετσούκο (Σούζου Χιρόσε) έζησε τη φρίκη στο Ναγκασάκι του 1945. Πολύ σημαντική η λεπτομέρεια ότι ο Ισιγκούρο γεννήθηκε στο Ναγκασάκι, οπότε μας διηγείται και κάτι προσωπικό, από την οικογένειά του.
Η δεύτερη ταινία που καταπιάνεται με τη συγγραφή, ένα ντοκιμαντέρ, μας μιλάει για τη μεγάλη και φερέλπιδα Καταλανή συγγραφέα Κάρμεν Λαφορέ που έγραψε το «Nada», τον παλμό μιας γενιάς στην ουσία, μόλις στα 23 χρόνια. Η πορεία της όμως δεν έμελε να είναι αντίστοιχη ούτε να εκπληρώσει τις υψηλές προσδοκίες που δημιούργησε στους πάντες. Το ντοκιμαντέρ μας δείχνει μ' έναν κάπως βαρετό τρόπο, τι συνέβη στη ζωή της, ποιες ήταν οι απόψεις της και γιατί τελικά η λογοτεχνική της παραγωγή ήταν μικρότερη της αναμενομένης. Γυναίκες παντού: η συγγραφέας μας, η σκηνοθέτιδα, μέχρι στο τέλος του ντοκιμαντέρ έξι μεγάλες σύγχρονες συγγραφείς κάθονται παρέα και μιλάνε για εκείνη.
Αλλες δύο ταινίες με μεγάλο ενδιαφέρον στους πρωταγωνιστικούς γυναικείους ρόλους είναι το «Todo Que no Vemos» και το «Rosemead». Στην πρώτη έχουμε ένα καθαρτικό road-movie δύο νέων γυναικών που συναντιούνται τελείως τυχαία και η συνάντηση αυτή αλλάζει τη ζωή τους. Η μία, κακοποιημένη πίσω από κλειστές πόρτες αναζητά την ελευθερία και την περιπέτεια κι η άλλη πιο χειραφετημένη προσπαθεί να την βοηθήσει. Πολύ στιβαρές ερμηνείες και από τις δύο, Μαρία Βαλβέρδε και Μπρούνα Κούζι. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε τη Λούσι Λιού να υποδύεται την Ιρένε, μια εργαζόμενη μητέρα που μεγαλώνει μόνη έναν σχιζοφρενικό γιο, τον Τζο (Λόρενς Σου). Βλέπουμε τις αγωνίες τους και τον καθημερινό τους αγώνα μέχρι που η κατάσταση μοιάζει να φτάνει σ' ένα σημείο όπου η δράση είναι απαραίτητη. Εκεί μετράει τι βάζει κάθε άνθρωπος πιο ψηλά αξιακά και με ποιον τρόπο προδιατίθεται να το πραγματοποιήσει. Πολύ καλές οι ερμηνείες και των δύο ενώ, η ιστορία, δυστυχώς, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.
Unidentified
Η τελευταία ταινία του διαγωνιστικού ήταν πραγματικά μια μεγάλη έκπληξη από τη Σαουδική Αραβία! Το «Unidentified» είναι ένα αστυνομικό θρίλερ, στο οποίο ακολουθούμε την πρωταγωνίστρια Μιλά Αλ Ζαχρανί στην αναζήτησή της. Το πτώμα ενός νεαρού κοριτσιού βρίσκεται στην έρημο και κανείς δεν το αναζητά, ίσως από φόβο και οικογενειακή ντροπή. Η πρωταγωνίστρια, παθιασμένη με τα true crime podcasts αποφασίζει να μην ακούσει ούτε τους αστυνομικούς/ συναδέλφους της ούτε τη βαθιά πατριαρχική κοινωνία. Εχει βαλθεί να δώσει απαντήσεις και θα φτάσει μέχρι τέλους. Γυναίκες παντού, σε όλους τους βασικούς ρόλους που προχωρούν μπροστά την πλοκή, γυναίκες και σε όλα τα τεχνικά πίσω από τις κάμερες, από την σκηνοθεσία μέχρι το σενάριο, το μοντάζ, τη μουσική, την παραγωγή. Ένα αστυνομικό θρίλερ γένους θηλυκού, με ένα φινάλε που θα σας τινάξει τα μυαλά, κι όλα αυτά από τη Σαουδική Αραβία, κάτω από τον καυτό ήλιο της ερήμου.
Το «L'Âme Idéale» είναι μια μεταφυσική γαλλική ρομαντική κωμωδία, όπου βλέπουμε πώς γεννιέται και πώς πεθαίνει ένας μεγάλος έρωτας. Η τυπική της παρουσίαση θα την φάνταζε στα μάτια μας σαν μια Κυριακή μεσημέρι Μέγκα Τσάνελ Μεγκ Ράιαν ταινία πριν τριάντα χρόνια. Η 40άρα Έλσα (Μαγκαί Λεπίν Μπλοντό) έχει το χάρισμα να επικοινωνεί με τους νεκρούς και είναι απογοητευμένη πια από τις σχέσεις της. Οταν μπαίνει στη ζωή της ο Όσκαρ (Τζονατάν Κοέν) αλλάζουν τα πάντα. Τον Κοέν είχαμε τη χαρά να τον απολαύσουμε και πέρσι στο φεστιβάλ, στην ταινία Ma mère, Dieu et Sylvie Vartan.
Hommage à la Catalogne
Ειδική αναφορά σε δύο ταινίες εκτός διαγωνιστικού: το γαλλικό ντοκιμαντέρ «Hommage à la Catalogne» του Φρεντερίκ Γκολντμπρον και το «Palestine 36» της Ανμαρί Τζασίρ. Η πρώτη δανείζεται τον τίτλο του πασίγνωστου βιβλίου του Τζορτζ Οργουελ «Φόρος τιμής στην Καταλονία» ή «Πεθαίνοντας στην Καταλονία» και μέσα από εικόνες και μαρτυρίες αναρχικών των εργατικών κέντρων μας αναπαριστά την εποχή και μας δείχνει γιατί ο συγγραφέας των «1984» και «Η Φάρμα των Ζώων» ένιωσε ένα με την Καταλονία και τον αγώνα της. Η δεύτερη, το «Palestine 36», μας έρχεται από το επίσημο προγραμμα εκτός διαγωνισμού. Είναι γνωστά τα αισθήματα της Καταλονίας και όλης της Ισπανίας γύρω από τη γενοκτονία που διαπράττεται στην Παλαιστίνη. Ενδεικτικά, κάποιες από τις ενέργειες των Καταλανών είναι: οι στόλοι που φεύγουν από τη Βαρκελώνη για να σπάσουν τον αποκλεισμό, η προσάρτηση της Παλαιστίνης ως επαρχίας της Βαρκελώνης ώστε να μπορεί να σταλεί βοήθεια, οι μεγαλειώδεις διαδηλώσεις [η πρώτη και η μόνη μέχρι σήμερα που έχει πάει ο γιος μου], η διακοπή διπλωματικών σχέσεων, και η λίστα δεν έχει τέλος. Το ιστορικό αυτό δράμα μας παρουσιάζει μια κομβική περίοδο στην περιοχή και στη γιγάντωση του προβλήματος ανάμεσα στους πληθυσμούς των Παλαιστινίων και των Εβραίων. Ο Γιουσούφ (Καρίμ Νταούντ Ανάγια ή αλλιώς ο χαμένος αδερφός του Σάσα Βεζένκοφ!) γίνεται κι αυτός πιόνι σε μια σκακιέρα γιγάντων. Το βασικότερο που μας δείχνει η ταινία και που πρέπει να γίνει κοινή αντίληψη είναι η τρομερά μεγάλη ευθύνη των Βρετανών για ό,τι συνέβη και συνεχίζει να συμβαίνει στην περιοχή (όπως και στο Ιράν βέβαια). Σε διάφορους σημαντικούς ρόλους συναντάμε εξαιρετικούς ηθοποιούς όπως ο Τζέρεμι Αϊρονς, η πάντα αγαπημένη Χιάμ Αμπάς και Λίαμ Κάνινγκχαμ. Οχτώ χώρες συνέπραξαν στην παραγωγή της ταινίας, όχι το Ισραήλ δεν είναι μία από αυτές.
Le Crime du 3e Étage
Το φεστιβάλ έριξε αυλαία με την γαλλική κωμωδία μυστηρίου «Le Crime du 3e Étage», με πολλές έξυπνες αναφορές στο κινηματογραφικό παρελθόν. Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών, η πάντα φανταχτερή και πανέμορφη Λετίσια Καστά, ως καθηγήτρια της Σορβόννης και ο Ζιλ Λελούς, συγγραφέας μυθιστορημάτων μυστηρίου, βρίσκονται άθελά τους στο επίκεντρο μιας πιθανής δολοφονίας στον τρίτο όροφο. Το κουβάρι ξετυλίγεται σταδιακά με πολύ χιούμορ και με τον απαραίτητο μα και αστείο φόρο τιμής στους μεγάλους του μυστηρίου στον κινηματογράφο, όπως π.χ. ο Αλφρεντ Χίτσκοκ. Δεν θ' αλλάξει τη ζωή σας αλλά θα σας προσφέρει 104 πολύ ευχάριστα λεπτά μπροστά στη μεγάλη οθόνη!
Το φεστιβάλ έκλεισε με τη βραδιά των βραβείων στην κατάμεστη μεγάλη αίθουσα του κινηματογράφου, εν μέσω φλας και πολλών λαμπερών χαμογέλων. Αυτά όμως δεν θα έπρεπε να μας κάνουν να μην σκεφτόμαστε το παρόν και το μέλλον. Είναι ώρα το φεστιβάλ ν' αποφασίσει τι κατεύθυνση θέλει να πάρει, τι αποτύπωμα θέλει ν' αφήνει στον κόσμο, τι ταινίες θέλει να μας παρουσιάζει και γιατί. Δέκα χρόνια είναι αρκετά νομίζω για να κατασταλάξουμε.

Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες για το BCN Film Fest στο επίσημο site του Φεστιβάλ, στην επίσημη σελίδα του στο Facebook και στο λογαριασμό του στο Instagram.
