Ας ξεκινήσουμε λαμβάνοντας υπόψιν τα εξής.
Οι (σε πολλά εισαγωγικά) ευτελείς προδιαγραφές των ταινιών που άπτονται του πεδίου του σλάσερ τρόμου b καταβολών, δεν το καθιστούν εξ ορισμού υποδεέστερο είδος που στερείται κινηματοραφικής αξίας, «σκουπίδι» ή οποιονδήποτε εμμονικά κακεντρεχή χαρακτηρισμό του έχουν προσάψει κριτικοί και κοινό ανά τα χρόνια. Γιατί πολύ απλά δεν είναι. Αντιθέτως, φέρει τους δικούς τους αισθητικούς και επικοινωνιακούς κώδικες, συνιστώντας μία (underground) κινηματογραφική παράδοση και κουλτούρα που εδραιώθηκε στη διάρκεια των 70s και των 80s, οι ρίζες της οποίας συγγενεύουν με αυτές των giallo και των ταινιών τρόμου της δεκαετίας του '60.
Από τις απαρχές του είδους, μέχρι και την πρόσφατη τριλογία του «Terrifier» είναι εμφανές ότι έχουμε να κάνουμε με ένα υπο-είδος του τρόμου που έρχεται σε ρήξη με το τι νοείται ως «επιτρεπτό» στα πλαίσια του mainstream, επαναπροσδιορίζοντας διαρκώς τα όρια ανάμεσα στην κινηματογραφική τέρψη και το μακαύριο και χαράζοντας ταυτόχρονα τον δικό του δρόμο, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος σε μικρότερα κοινά που το ακολουθούν πιστά, είτε γιατί αγαπούν-να-μισούν την καλτ διάστασή του, είτε γιατί απολαμβάνουν γνήσια το gore στοιχείο που αποτελεί συνώνυμό του.
Η περίπτωση του Twisted Childhood Universe δε (TCU εν συντομία), είναι μία προσπάθεια δημιουργίας ενός συνεκτικού σύμπαντος που στόχο έχει να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη έκφανση των σλάσερ b-movies, όπου οι παιδικοί ήρωες με τους οποίους έχουν μεγαλώσει - επί το πλείστον - οι millenials πρωταγωνιστούν ως τα αιμοδιψή, κυριολεκτικά twisted, alter ego τους. Το κατά πόσο πετυχαίνει ή όχι το εν λόγω διακύβευμα αξίζει να το εξετάσουμε χρησιμοποιώντας όρους που αφορούν την ύπαρξή του και όχι με στεγνά απαξιωτική λογική, απλά και μόνο επειδή μιλάμε για το συγκεκριμένο genre.
Εχοντας αναλύσει τα παραπάνω, μπορούμε πλέον να ρίξουμε μία εγγύτερη ματιά στο «Μπάμπι: Η Εκδίκηση», την (ενδεχομένως) πιο φιλόδοξη, αλλά (σίγουρα) πιο μάταιη προσπάθεια του TCU να δώσει μία διαφορετικού τύπου υπόσταση στο franchise, ακολουθώντας αυτή τη φορά ένα eco-horror (;) μονοπάτι.
Στην πιο πρόσφατη προσθήκη της οικογένειας του σύμπαντος, ο Μπάμπι, το ελαφάκι που μας σύστησε η Disney το 1942 (!) και αυτόματα απέκτησε την αίγλη του κλασικού φιλμ κινουμένων σχεδίων που συνόδευσε - και εξακολουθεί να συνοδεύει - την παιδική ηλικία εκατομμυρίων μεταεγενέστερων θεατών, μετατρέπεται σε ένα γενετικά μεταλλαγμένο τέρας, το οποίο αποφασίζει να πάρει εκδίκηση για όλα τα δεινά που έχει υποστεί τόσο το ίδιο, όσο και το οικοσύστημά του, σκοτώνοντας τους υπαίτιους και όχι μόνο.
Το φιλμ που υπογράφει σκηνοθετικά ο νέος στο TCU, Νταν Αλεν μοιάζει να θέλει να πάρει στα σοβαρά τον εαυτό του, ντύνοντας με βαρύγδουπη διάθεση και τόνο ένα περιεχόμενο που ξεκάθαρα δεν το έχει ανάγκη. Και κάπως έτσι, στερείται η ευκαιρία του να λειτουργήσει ως φαν low budget ταινία είδους. Την εξίωση δεν βοηθούν ιδιαίτερα η CGI εκδοχή του Μπάμπι, το κακό acting και η εξόφαθλμη ανάγκη περαιτέρω νοηματοδότησης της ιστορίας μέσω οικολογικών προεκτάσεων και αναφορών σε διαγενεακά τραύματα με τον τρόπο που το κάνει (επιτυχώς) ο Λι Γουανέλ στον «Λυκάνθρωπο».
Εν ολίγοις, το «Μπάμπι: Η Εκδίκηση» πασχίζει να κάνει «κάτι». Πότε το βρίσκει, πότε αυτοαναιρείται, ωστόσο το αποτέλεσμα δεν παύει να είναι ένας μέτριος (στην καλύτερη) έως πολύ κακός σταθμός ενός franchise που - μέχρι στιγμής - περισσότερο έχει συνδεθεί με το δεύτερο. Ομως σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω χαρακτηρισμός δεν οφείλεται στο είδος του φιλμ, αλλά στην αποτυχία του να το υπηρετήσει σύμφωνα με τις προδιαγραφές που το τελευταίο επιτάσσει.