Ο Σανγκ-ιλ Λι ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία δημιουργών που δεν αντιμετωπίζουν τον κινηματογράφο ως απλό μέσο αφήγησης, αλλά ως εργαλείο διερεύνησης ταυτότητας. Με μια φιλμογραφία που συχνά αγγίζει κοινωνικά και υπαρξιακά ζητήματα, ο ίδιος επιστρέφει διαρκώς στην Ιαπωνία όχι ως δεδομένο τόπο, αλλά ως πεδίο έντασης, σύγκρουσης και αυτοπροσδιορισμού. Αυτή η σχέση διαπερνά και τη νέα του ταινία «Εθνικός Θησαυρός», ένα έργο που μοιάζει να συνοψίζει τη ματιά του πάνω σε μια χώρα όπου η παράδοση δεν είναι απλώς παρελθόν αλλά ζωντανός, απαιτητικός οργανισμός.

Ναγκασάκι, 1964. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, αρχηγού μιας συμμορίας Γιακούζα, ο δεκατετράχρονος Κίκουο γίνεται προστατευόμενος ενός διάσημου ηθοποιού του Καμπούκι. Μαζί με τον Σουνσούκε, τον γιο του ηθοποιού, αποφασίζει να αφιερώσει τη ζωή του σε αυτό το παραδοσιακό θεατρικό είδος. Για δεκαετίες, οι δύο νέοι μεγαλώνουν και εξελίσσονται μαζί, από τη σχολή θεάτρου έως τα μεγαλύτερα θέατρα, μέσα σε σκάνδαλα και δόξα, αδερφοσύνη και προδοσίες. Ένας από τους δύο θα γίνει ο σπουδαιότερος ηθοποιός της τέχνης του Καμπούκι.

Δεν είναι τυχαίο ότι o Σανγκ-ιλ Λι επιλέγει τον κόσμο του Καμπούκι για να αφηγηθεί αυτή την ιστορία, μιας και δεν αποτελεί μόνο ένα θεατρικό είδος αλλά έναν κώδικα ζωής, μια αυστηρή πολιτισμική δομή που κουβαλά αιώνες ιστορίας και ιεραρχίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο «Εθνικός Θησαυρός» δεν επιχειρεί να εξηγήσει ή να εκλαϊκεύσει την τέχνη αυτή, αλλά να βυθιστεί στον πυρήνα της και να αναδείξει τη σκληρή, σχεδόν αμείλικτη διαδρομή όσων την υπηρετούν, με την Ιαπωνία εδώ να μην λειτουργεί ως εξωτικό φόντο, αλλά ως ένα κλειστό σύστημα κανόνων που δοκιμάζει τα όρια του ατόμου.

Αφηγηματικά, η ταινία ακολουθεί την πορεία του Κίκουο, ενός παιδιού που από μια τραυματική αφετηρία εισέρχεται σε έναν κόσμο όπου η τέχνη και η προσωπική ζωή είναι αξεχώριστες. Ο Λι, όπως έχει επισημάνει και ο ίδιος, επιλέγει συνειδητά να επικεντρωθεί σε αυτή τη διαδρομή, αφήνοντας στο περιθώριο άλλες αφηγηματικές γραμμές του μυθιστορήματος, με το αποτέλεσμα να είναι μια πυκνή, εστιασμένη αφήγηση που παρακολουθεί την άνοδο ενός καλλιτέχνη όχι ως θρίαμβο αλλά ως διαδικασία φθοράς.

Σκηνοθετικά, η ταινία εντυπωσιάζει με τον τρόπο που μεταφέρει το Καμπούκι στη γλώσσα του κινηματογράφου, ένα εγχείρημα καθόλου, μα καθόλου, εύκολο, με τις σκηνές των παραστάσεων να μην λειτουργούν απλώς ως εντυπωσιακά διαλείμματα, αλλά ως προεκτάσεις της ψυχολογίας των χαρακτήρων. Σε μια από τις πιο δυνατές στιγμές, η κάμερα μένει προσκολλημένη στο πρόσωπο του Κίκουο την ώρα που ολοκληρώνει τη μεταμόρφωσή του σε γυναικείο ρόλο, καταγράφοντας τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ερμηνεία και την απώλεια ταυτότητας, με τον Λι να κινηματογραφεί το σώμα, την κίνηση και τη σιωπή με τέτοια ακρίβεια ώστε το Καμπούκι να αποκτά σχεδόν υλική υπόσταση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το σενάριο διατηρεί μια σταθερή δραματουργική ένταση, αν και σε ορισμένα σημεία αγγίζει τα όρια του μελοδράματος. Ωστόσο, αυτή η υπερβολή μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη σε έναν κόσμο όπου τα συναισθήματα εκφράζονται μέσα από τελετουργία και αυστηρά καθορισμένες φόρμες, με την σχέση του Κίκουο με τον Σουνσούκε να αποτελεί τον βασικό άξονα της ταινίας, μια σύνθετη δυναμική όπου η αγάπη, ο ανταγωνισμός και η ζήλια συνυπάρχουν διαρκώς.

Στο ερμηνευτικό κομμάτι, ο Ρίο Γιοσιζάβα κυριαρχεί με μια ερμηνεία που ισορροπεί ανάμεσα στη σωματική πειθαρχία και την εσωτερική ένταση. Καταφέρνει να αποδώσει την εμμονή του χαρακτήρα του χωρίς να τον καθιστά μονοδιάστατο, δημιουργώντας μια φιγούρα που είναι ταυτόχρονα εύθραυστη και αμείλικτη. Από την άλλη πλευρά, ο Ριουσέι Γιοκοχάμα προσφέρει ένα ουσιαστικό αντίβαρο, δίνοντας στον Σουνσούκε μια πιο ανθρώπινη διάσταση, ενώ ο Κεν Γουατάναμπε ενσαρκώνει με κύρος την έννοια της παράδοσης που βαραίνει τους νεότερους.

Ο «Εθνικός Θησαυρός», δεν είναι μια εύκολη ταινία, ούτε επιδιώκει να γίνει. Είναι ένα έργο που απαιτεί χρόνο και αφοσίωση, όπως ακριβώς και η τέχνη που απεικονίζει. Δεν προσφέρει απαντήσεις, αλλά αφήνει τον θεατή να περιπλανηθεί σε έναν κόσμο όπου η Τέχνη δεν εξυψώνει απλώς τον άνθρωπο, αλλά τον δοκιμάζει μέχρι τα όριά του.