Είναι δύσκολο να εξηγήσεις τι ακριβώς συμβαίνει στο «Sinatra! Eternity», μια ταινία που φτάνει στις ελληνικές αίθουσες το 2026, σαν μια άλλη εκδοχή του «Frank & Ava» του 2018, δοκιμάζοντας ίσως με άλλο μοντάζ (ή ό,τι άλλο) να σώσει μια ταινία που εξαρχής υπήρξε μια απονενοημένη απόπειρα για ένα εν είδει biopic του Φρανκ Σινάτρα χωρίς budget για στοιχειώδη ανασύασταση εποχής, χωρίς κανένα τραγούδι από το τεράστιο book του και κυρίως χωρίς ταλέντο από όλους τους εμπλεκόμενους.

Η ιστορία της ταινίας βασίζεται στο θεατρικό «Frank & Ava» του Γουίλαρντ Μάνους και αφηγείται στην πραγματικότητα το κομμάτι ζωής του Φρανκ Σινάτρα, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, όταν είχε χάσει τη φωνή του αλλά και το hype ανάμεσα στους crooners της εποχής. Μέσα στη θύελλα της σχέσης του με την Αβά Γκάρντνερ, προσπάθησε να επανέλθει στο προσκήνιο κερδίζοντας τον πολυπόθητο ρόλο του Αντζελο Μάτζιο στο «Οσο Υπάρχουν Ανθρωποι» του Φρεντ Τσίνεμαν, την ίδια ώρα που οι Αρχές θα τον κατηγορούσαν για τις διασυνδέσεις του με τη Μαφία.

Σινάτρα on crisis δηλαδή, σε μια ταινία που, κυρίως λόγω έλλειψης budget, εικονογραφεί τη ζωή του ως ένα νεο-νουάρ, με διαρκή ενοχλητικά (και πάρα πολύ κοντινά) close-ups, με φωτισμό που ξεγελά για την απουσία locations, σκηνικών, μια τζαζ μουσική υπόκρουση και παντελή απουσία έστω και ενός τραγουδιού του ίδιου του Σινάτρα και ατελή τεχνική διαχείριση που δεν συνηγορεί για μια έστω λιτή αλλά αξιοπρεπή ανασύσταση των 50s. Η ταινία θυμίζει straight to video απόπειρες στη δεκαετία του ’80, που μεσουρανούσαν στις προτιμήσεις των θεατών για μια κατανάλωση celebrity ιστοριών χωρίς πολλές κινηματογραφικές απαιτήσεις.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν βοηθά τους ηθοποιούς της ταινίας οι οποίοι με τη σειρά τους δεν βοηθούν τους ήρωες που ενσαρκώνουν. Είναι συγκινητικό ότι ο Ρίκο Σιμονίνι, ένας καρδιοχειρουργός με τεράστια καριέρα στο θέατρο, επιλέχθηκε από τον Γουίλαρντ Μάνους για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Σινάτρα στο θεατρικό «Frank & Ava» το 2014, για να καταλήξει λίγα χρόνια αργότερα να μεταφέρει το έργο στο σινεμά σε δική του παραγωγή. Και ενώ αρκετοί σκηνοθέτες θα τον επέλεγαν για το ρόλο του Σινάτρα εξαιτίας των εξωτερικών του χαρακτηριστικών, εδώ καταφέρνει μόνο ελάχιστα όταν υποδύεται τον ήρωα του σε μεγάλη ηλικία και σχεδόν τίποτα όταν προσπαθεί να τον περιορίσει στον τύπο του αλκοολικού, εμμονοληπτικού αλαζόνα παίζοντας σχεδόν αποκλειστικά με γκριμάτσες. Αντίβαρο που αναδεικνύει την τουλάχιστον ειλικρινή ερμηνεία του Σιμονίνι, ο εντελώς λάθος τρόπος με τον οποίο μοιάζει και παίζει την Αβά Γκάρντνερ ή Εμιλι Ελίσια Λόου, προδίδοντας όλη τη μαγνητική της υπεραξία στην καρτουνίστικη συσκευασία μιας αισθησιακής femme fatale.

Σκηνοθετημένοι άτσαλα, χωρίς ρυθμό και με την κάθε σκηνή να νιώθεις ότι βγαίνει από μια διαφορετική ταινία παίζουν και όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί της ταινίας. Ανάμεσά τους και ο Μάικλ Μάντσεν και ο Χάρι Ντιν Σταντον (από τις τελευταίες τους εμφανίσεις στην οθόνη), αλλά και ο Ερικ Ρόμπερτς και ο Λουκάς Χάας και άλλοι σταρ που σε περάσματα (ανάμεσα τους και η Ντίον Γουόργουικ με ελάχιστο χρόνο στην οθόνη - γιατί;) μπερδεύουν ακόμη περισσότερο τη συνοχή ενός αταίριαστου συνόλου που καθώς η ταινία προχωρά μοιάζει ακόμη πιο random τόσο σε επιλογή όσο και σε εκτέλεση.

Αν το ζητούμενο είναι να ειπωθεί μια ιστορία, η ιστορία είναι εκεί - καθώς ο Σινάτρα και θα πάρει το ρόλο που ζητούσε αλλά και το Οσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου, χάνοντας την Αβά Γκάρντνερ αλλά κερδίζοντας μια νέα καριέρα. Μόνο που ακόμη και σε αυτές τις τρεις γραμμές, ακούγεται πιο συναρπαστική και πιο προσεγμένη από μια ολόκληρη ταινία που θυμίζει πραγματικά σαν να έχει κινηματογραφηθεί και μονταριστεί (πρόχειρα και αυτό) η πρόβα των ηθοποιών και το φωτογραφικό τεστ (με πειραματισμούς) πριν μπουν όλοι κανονικά για να ξεκινήσει το πραγματικό γύρισμα.