Ο Γκάι Ρίτσι επιστρέφει με την «Γκρίζα Ζώνη», σαν να μην πέρασε μια μέρα από τα γνώριμα κινηματογραφικά μονοπάτια του, αυτά όπου η δράση φοράει κομψό κοστούμι και μαύρα γυαλιά (ή, σ' αυτήν εδώ την περίπτωση, και ολόστενη φούστα και βαθύ ντεκολτέ), το χιούμορ πετάγεται σαν πιστολιά και η αφήγηση θυμίζει παρτίδα πόκερ με σημαδεμένα χαρτιά. Μόνο που εδώ, όσο κι αν το τραπέζι στρώνεται με στιλ, τα χαρτιά είναι λίγο πολύ τα ίδια.

Η ιστορία στήνει μια μυστική ομάδα κορυφαίων πρακτόρων που κινούνται στις σκιές μιας παγκόσμιας ελίτ, εκεί όπου η ηθική είναι τόσο ρευστή όσο και οι συμμαχίες. Οταν ένας διεφθαρμένος μεγιστάνας αρπάζει μια αμύθητη περιουσία, ξεκινά μια αποστολή ανάκτησης που γρήγορα μετατρέπεται σε παιχνίδι εξαπάτησης, επιβίωσης και διαρκούς ανατροπής. Ποτέ δεν θα καταλάβουμε πώς κλάπηκαν και πώς ανακτώνται τα χρήματα, αλλά πραγματικά δεν έχει και σημασία. Καταδιώξεις με κάθε πιθανό μέσο, μηχανή, αυτοκίνητο, σκάφος, χάκινγκ υψηλής ακρίβειας και εκρήξεις που λειτουργούν σχεδόν σαν ρυθμικό μοτίβο συνθέτουν το σκηνικό μιας αποστολής που δεν επιτρέπει ανάσα.

Και κάπου εκεί βρίσκεται και το γνώριμο πρόβλημα: ο Ρίτσι είναι αδιαμφισβήτητος μάστορας του στιλιζαρισμένου χάους, ξέρει να στήνει ρυθμό, να κόβει και να ράβει εικόνες με αυτοπεποίθηση, να δίνει στους διαλόγους μια σχεδόν μουσική ένταση. Ομως όσο η φόρμα παραμένει λουστραρισμένη, τόσο το περιεχόμενο δείχνει να λειτουργεί ως πρόφαση. Το σενάριο μοιάζει περισσότερο με προχειρογραμμένο σκελετό ενός εύγλωττου ανθρώπου, παρά με ολοκληρωμένη κατασκευή, μια αλυσίδα από στερεότυπα, νεο-γκάνγκστερ, ατάκες που θέλουν να είναι αιχμηρές και ανατροπές που δεν αιφνιδιάζουν πραγματικά.

Η ταινία προσπαθεί να παίξει στο δίπολο του «μαύρου και του άσπρου», μια και όλα κινούνται ανάμεσα, στην γκρίζα ζώνη, αλλά τελικά αυτή η ασάφεια δεν γίνεται δραματικό βάθος, μένει περισσότερο αισθητικό άλλοθι. Ακόμη κι όταν επιχειρεί να δώσει χώρο σε μια γυναικεία φιγούρα σ' αυτό το χαρακτηριστικά ανδρικό σύμπαν, η οποία λειτουργεί ως άξονας της δράσης, η αφήγηση δεν απομακρύνεται αρκετά από τον αντρικό, γνωστό κώδικα του σκηνοθέτη.

Το αποτέλεσμα είναι ένα θέαμα που ρέει ευχάριστα, έχει στιγμές καθαρού κινηματογραφικού ρυθμού και κάποιες εκρήξεις ευφυΐας στο μοντάζ και στην ειρωνεία, αλλά σπάνια ξεφεύγει από την ασφαλή επανάληψη του ίδιου μοτίβου. Σαν ένα κοκτέιλ που ξέρεις ήδη τη γεύση του πριν καν το δοκιμάσεις.